Η δημιουργία φυλακών υψίστης ασφαλείας αποτελεί πράξη πειθάρχησης της κοινωνίας
Του Ηλία Δασκαλάκη, εκπαιδευτικού-κοινωνιολόγου σε σχολείο της Κέρκυρας

«Απειθαρχία», «υπερπληθυσμός» και «υποστελέχωση» είναι οι τρεις λέξεις που, σύμφωνα με τον υφυπουργό Προστασίας του Πολίτη, απεικονίζουν τη ζοφερή εικόνα των σωφρονιστικών καταστημάτων στη χώρα μας (efsyn.gr  01.10.2019). Η αξιωματική αντιπολίτευση, στη συζήτηση που έγινε στην  Επιτροπή Σωφρονιστικού Συστήματος της Βουλής επέκρινε την κυβέρνηση της ΝΔ για τις αλλαγές που προωθεί στις φυλακές και τη δημιουργία φυλακών τύπου Γ'. Όπως τονίζουν οι βουλευτές της αξιωματικής αντιπολίτευσης που μετείχαν στην επιτροπή, η Ν.Δ. βλέπει τις φυλακές με «αυταρχισμό και προσφυγή στους ιδιώτες».
Στην ανακοίνωσή τους, οι βουλευτές του Σύριζα αναφέρουν ότι η Ν.Δ. επιχειρεί να διοικήσει τις φυλακές «με εμμονή στη ρητορεία της ασφάλειας και  την εξαγγελία πειθαρχικής φυλακής, αλλά χωρίς σχέδιο και συνεκτική σωφρονιστική πολιτική» Οι βουλευτές τονίζουν ότι ο υφυπουργός «κραδαίνοντας το φόβο της “απειθαρχίας”, επανέλαβε το δόγμα “τάξη και ασφάλεια” μεταφέροντας έτσι την αυταρχική πολιτική της ΝΔ και στις φυλακές, ενώ σημειώνουν ότι υποβάθμισε στην ομιλία του στην επιτροπή της Βουλής την ανθρωπιστική μεταχείριση και την κοινωνική επανένταξη των κρατουμένων.

Για τη σχετική πληρότητα της εικόνας γύρω από το ζήτημα των φυλακών υψίστης ασφαλείας τύπου Γ΄ και τη γενικότερη αντεγκληματική πολιτική της νέας κυβέρνησης θα πρέπει να προσθέσουμε τα εξής: Δεν είναι χωρίς σημασία η μεταφορά των αρμοδιοτήτων των σχετικών με τη φύλαξη των σωφρονιστικών καταστημάτων από το υπουργείο Δικαιοσύνης στο υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, στο οποίο ορίστηκε μάλιστα υφυπουργός για την αντεγκληματική πολιτική ο αντιστράτηγος εν αποστρατεία της Ελληνικής Αστυνομίας κ. Λευτέρης Οικονόμου, κατά την περίοδο της Αρχηγίας του οποίου (2009-2011), εξαρθρώθηκε η τρομοκρατική οργάνωση Επαναστατικός Αγώνας.   Να προσθέσουμε τέλος, ότι το όνομα του υπουργού Μιχάλη Χρυσοχοϊδη έχει συνδεθεί με τρεις μεγάλες επιτυχίες στο χώρο της αντιτρομοκρατίας, καθώς επί υπουργίας του στα Υπουργεία Δημόσιας Τάξης (2002), μετέπειτα Προστασίας του Πολίτη (2010), εξαρθρώθηκαν τρεις από τις μεγαλύτερες τρομοκρατικές οργανώσεις που έδρασαν στην Ελλάδα, η 17 Νοέμβρη, ο ΕΛΑ και ο Επαναστατικός Αγώνας.

Όλα τα παραπάνω δείχνουν την ιδιαίτερη εστίαση του νέου κυβερνητικού σχήματος σε θέματα τρομοκρατίας και εκφράζουν τη γενικότερη αντίληψη της νέας κυβέρνησης για το έγκλημα και την καταπολέμησή του, αντίληψη που συνοψίζεται στο δόγμα «νόμος και τάξη». 
Κεφαλαιώδους σημασίας εξάλλου είναι η επιλογή της επανίδρυσης των φυλακών υψίστης ασφαλείας. Δεν είναι τυχαίο ότι η ΝΔ έκανε σημαία της το ζήτημα τόσο προεκλογικά όσο και μετεκλογικά. Και αν προεκλογικά θα μπορούσε να αποδοθεί στην προσπάθεια προσέλκυσης των ακραία συντηρητικών ψηφοφόρων, η μετεκλογική επιμονή και μάλιστα κατά προτεραιότητα, ως ένα από τα πρώτα θέματα που δρομολογούνται, δείχνει ότι η προεκλογική εστίαση στο θέμα δεν είχε αποκλειστικά και μόνο τον χαρακτήρα προσέλκυσης ψήφων. Προδίδει μια αντεγκληματική λογική που εστιάζει στην καταστολή, σε συνδυασμό με μια διάθεση ενίσχυσης της εκδικητικής διάστασης της ποινικής μεταχείρισης, με πίστη στην αποτρεπτική αξία του φόβου που θα προκαλέσουν στους «απέξω» οι εξοντωτικές συνθήκες ζωής των «από μέσα». 
Θα πρέπει να επισημάνουμε ότι μια τέτοια αντίληψη όχι μόνο βρίσκεται μακριά από τον τύπο και κυρίως από την ουσία των δικαιωμάτων των κρατουμένων και από μια σύγχρονη ανθρώπινη μεταχείρισή τους, αλλά επιπλέον αντιστρατεύεται τους στόχους του σωφρονισμού και της κοινωνικής επανένταξης του εγκληματία. Μια τέτοια αντιμετώπιση του εγκληματία συνιστά στην ουσία προσχώρηση στη λογική του και υιοθέτηση των μεθόδων του. 

Πολεμώντας το έγκλημα με τέτοιες πρακτικές σύνθλιψης του εγκληματία, η κοινωνία προσχωρεί στη λογική της βίας, την οποία μάλιστα καλλιεργεί εκτραχύνοντας τα κοινωνικά ήθη – όπως συμβαίνει και στις περιπτώσεις κρατών που εφαρμόζουν τη θανατική ποινή.  Το κράτος, από θεματοφύλακας του δικαιώματος των πολιτών για ανθρώπινες συνθήκες ζωής μετατρέπεται σε επίσημο βασανιστή. Η δημιουργία φυλακών υψίστης ασφαλείας παραπέμπει στη βαναυσότητα, την εκδικητικότητα, τον βασανισμό, την αποτελεσματικότητα που στέκεται αδιάφορη για τα χρησιμοποιούμενα μέσα, αρκεί να πετυχαίνει τους στόχους της («ο σκοπός αγιάζει τα μέσα»). 
Το πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας δεν είναι ότι υστερεί στη φύλαξη των επικίνδυνων εγκληματιών. Η επιλογή δημιουργίας τέτοιων φυλακών προφανώς αποβλέπει σε άλλα πράγματα. Σε συνθήκες όξυνσης των κοινωνικών αντιθέσεων και αύξησης της δυσφορίας σε μεγάλα τμήματα του πληθυσμού που στριμώχνονται στο περιθώριο της κοινωνικής ζωής, η κυβερνητική αυτή επιλογή επιδιώκει ιδεολογική παρέμβαση πρώτου μεγέθους δείχνοντας τον στόχο μιας πειθαρχημένης κοινωνίας. 
Συνυπολογίζοντας το γεγονός ότι η θέσπιση τέτοιων φυλακών χρησιμοποιήθηκε και προβλήθηκε προεκλογικά και μετεκλογικά και μάλιστα ετέθη ως μείζων ζήτημα από τις πρώτες ημέρες της νέας διακυβέρνησης, φαίνεται ότι η δημιουργία τέτοιων φυλακών επιδιώκει να αποτελέσει σύμβολο μιας άλλης εποχής. Νομίζω ότι θέλει να καταστήσει σαφές ότι η εποχή της επιείκειας πέρασε. Ότι οι απειλές κατά της εξουσίας δεν θα είναι ανεκτές και θα αντιμετωπίζονται με την εξόντωση των απειλούντων. Θέλει επίσης να δηλώσει ότι η εποχή της φροντίδας για τα δικαιώματα των κρατουμένων έχει παρέλθει – μολονότι τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι που επικαλούνται οι ισχυροί της γης κάθε φορά που χρειάζεται να κάνουν επέμβαση σε κάποιο σημείο του πλανήτη ή όταν εκτιμάται ότι αυτά μπορούν να συμβάλλουν στη δημιουργία ενός νέου πεδίου εμπορευματικής αξιοποίησης (όπως τα προγράμματα κατά του bullying στα σχολεία). 

Το μέγα θέμα είναι ότι αυτά τα προγράμματα δεν ασχολούνται καθόλου – πώς θα μπορούσαν άλλωστε – με τις αιτίες των προβλημάτων που είναι γνήσια κοινωνικές και συνδέονται με το γεγονός ότι ο άνθρωπος μετατρέπεται όλο και περισσότερο σε αντικείμενο, εξοριζόμενος με επιταχυνόμενους ρυθμούς από τις λειτουργίες της ζωής, με κύριες συνέπειες τις εκδηλώσεις βίας – ακατανόητης πολλές φορές – και την εξάπλωση της κατάθλιψης. 
Στη νέα εποχή δεν είναι αρκετό να είναι κανείς άνθρωπος για να έχει δικαίωμα στη ζωή. Πρέπει επιπλέον, αν δεν είναι πλούσιος κεφαλαιούχος, να διαθέτει πλήθος προσόντων  από σπουδές, σεμινάρια, προϋπηρεσίες, επικοινωνιακές δεξιότητες και τις κατάλληλες βέβαια επαγγελματικές στάσεις και ήθος. Η εντατικοποίηση των προσπαθειών, η συνεχής αξιολόγηση και κυρίως  η αίσθηση μιας διαρκούς αξιολόγησης, ο διαρκής αγώνας επιβίωσης μέσα σε συνθήκες υψηλού επαγγελματικού ανταγωνισμού, ανασφάλειας και ανεργίας αποδιοργανώνουν τον άνθρωπο ως ανθρώπινη ύπαρξη που μπορεί να απολαύσει τη ζωή και δημιουργούν έντονο στρες και φόβο. Σε συνθήκες έντονης εντατικοποίησης και ανασφάλειας εύκολα μπορεί να χάσει την επαφή με τον εαυτό του και τις ανθρώπινες ανάγκες του και να αποδεχθεί τη συρρίκνωσή του στην οικονομική- επαγγελματική του διάσταση και μόνο και στο ρόλο ενός ακόμη εμπορεύματος ανάμεσα σε όλα  τ’ άλλα.
Τόσο οι κοινωνικές συνθήκες που ευθύνονται για την παθητικοποίηση και αντικειμενοποίηση του ανθρώπου, όσο και τα εφαρμοζόμενα προγράμματα για αντιμετώπιση, ή μάλλον για τον περιορισμό, των προκαλούμενων από τις συνθήκες αυτές προβλημάτων, με την τυποποίηση και εξωτερικότητα που έχουν, προωθούν την απανθρωποποίηση του ανθρώπου και τη μετατροπή του σε ένα άλλο πλάσμα που όλο και περισσότερο μοιάζει με ρομπότ, ένα ρομπότ βέβαια που δυσφορεί γιατί η διαδικασία ρομποτοποίησής του δεν έχει ολοκληρωθεί. 

Μια γενικότερη παρατήρηση-σχόλιο. Η κυβέρνηση εμφανίζει μία αποφασιστικότητα αλλά και ωμότητα στις αποφάσεις της. Δείχνει να μην αισθάνεται την ανάγκη να δικαιολογήσει τις επιλογές της και να πείσει. Καταγγέλλοντας τις ιδεολογικές εμμονές της αριστεράς, δεν μπαίνει σε διάλογο για ζητήματα που έχουν αποτελέσει πολύτιμα αποκτήματα, όχι της αριστεράς, αλλά ολόκληρης της κοινωνίας που εκφράστηκε μέσα από ένα κοινωνικό κράτος (πρόνοιας, επιείκειας και κοινωνικής δικαιοσύνης). Πρόκειται για την ευρωπαϊκή κουλτούρα των δικαιωμάτων την οποία διαγράφει, φαίνεται, ως ξεπερασμένη, μη αντιλαμβανόμενη όμως ότι έτσι ανοίγει διάπλατες τις πόρτες στη βία και την ωμότητα της καθαρής δύναμης.
Οι παραπάνω κυβερνητικές επιλογές αποβλέπουν στη διαμόρφωση μιας νέας κοινωνικής συνείδησης που θα είναι απαλλαγμένη από τα βαρίδια της αριστερής ευαισθησίας για τους μη προνομιούχους. Στο επίκεντρο της νέας κοινωνικής συνείδησης βρίσκεται η πειθαρχική επιβολή, που συνδυάζει την αποτελεσματικότητα με την υποταγή στην ωμή ισχύ (από όπου και αν προέρχεται αυτή), η οποία θέλει να πάρει τη θέση της φροντίδας για τους αδύναμους στην αντίληψη περί κοινωνικής δικαιοσύνης. 

Η δημιουργία φυλακών υψίστης ασφαλείας αποτελεί πράξη πειθάρχησης της κοινωνίας και βαθιάς ιδεολογικής παρέμβασης. Η ιδεολογική παρέμβαση επιτελείται σε πολλά επίπεδα: η έννοια της επικινδυνότητας αποτελεί πολύτιμο εργαλείο άσκησης κοινωνικού ελέγχου, στο βαθμό που η επίκλησή της και τα φοβικά σύνδρομα που αυτή προκαλεί οδηγούν τους πολίτες να προσλαμβάνουν την έννομη τάξη ως μια προστατευτική δομή, νομιμοποιώντας έτσι την άσκηση κοινωνικού ελέγχου και τη «χειραγώγηση από την εξουσία κάθε μορφής απόκλισης ικανής να διαταράξει το status quo» , θέτοντας σε κίνδυνο μάλιστα συγκεκριμένα συμφέροντα.
Την ίδια στιγμή που η εξουσία αποσπά συναίνεση για έντονη καταστολή και άσκηση ελέγχου, στο βαθμό που αυτή «δείχνει» συγκεκριμένες πράξεις αλλά και πρόσωπα τα οποία χαρακτηρίζει επικίνδυνα, λειτουργεί αποπροσανατολιστικά, συμβάλλοντας πολύ σημαντικά στην αθώωση και στον εξαγνισμό καταστάσεων μεγάλης βλαπτικότητας για τα κοινωνικά σύνολα και προσώπων που από σημαντικές θέσεις ισχύος ασκούν δραστηριότητες που μπορεί να είναι νόμιμες – μπορεί και όχι -  αλλά είναι ταυτόχρονα ιδιαίτερα βλαπτικές (όπως εγκλήματα των «λευκών κολάρων», βιομηχανική μόλυνση, τεράστιες καταστροφές του φυσικού περιβάλλοντος με μεγάλους κινδύνους για τις ισορροπίες του οικοσυστήματος, εργατικά ατυχήματα κ.α.).
Η δημιουργία φυλακών υψίστης ασφαλείας εκφράζει την ανασφάλεια των κρατούντων στις συνθήκες που διαμορφώνονται στον σύγχρονο, νεοφιλελεύθερο, παγκοσμιοποιημένο, αρπακτικό καπιταλισμό. Αυτό γίνεται με την καταφυγή στα γνώριμα στο σύστημα μέσα της ωμής επιβολής της λογικής και πρακτικής επιβίωσης του ισχυρού. Αποβλέπει στον εκφοβισμό, στη δημιουργία μιας περιρρέουσας ατμόσφαιρας ακαθόριστης απειλής, καλλιεργώντας το έδαφος και αποσπώντας συναίνεση για όσα θα χρειαστεί να εφαρμοστούν για την πειθάρχηση της κοινωνίας. Και βέβαια, όπως συμβαίνει συνήθως σε τέτοιες περιπτώσεις, συμβάλλοντας πολύ σημαντικά στην κατασκευή αυτού που πολύ φοβάται και θέλει να αποφύγει.  
 

σχετικά άρθρα

Προς συμφωνία για το ΒΡΕΧΙΤ
Προς συμφωνία για το ΒΡΕΧΙΤ

Έχουμε μια δίκαιη και ισορροπημένη συμφωνία για το Brexit, δήλωσε σήμερα ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ.

Έχουμε...

Προς συμφωνία για το ΒΡΕΧΙΤ