«Η γυναίκα του πρωινού τρένου», το νέο μυθιστόρημα του Δημήτρη Γράψα
Από την ΕΦΣΥΝ

Το μυθιστόρημα του Δημήτρη Γράψα παίζει εξαρχής με το αναληθοφανές. Ακολουθεί μια δήθεν γραμμική αφήγηση που επιτρέπει σε κάθε αναγνώστη την εύκολη πρόσβαση, για να αρχίσει μια οργανωμένη, μεθοδευμένη παγίδευση.

Τα πράγματα εξελίσσονται σχεδόν αστυνομικά, αφήνοντας συνέχεια παρεκβάσεις στο υπαρξιακό και ψυχολογικό ύφος.

Ο κεντρικός ήρωας, ο Πέτρος, παίρνει κάθε μέρα νωρίς το τρένο για να πάει στη δουλειά του. Εκεί, στο τελευταίο βαγόνι συναντιέται σιωπηλά κι αργότερα με χαμόγελα και ντροπαλές χειρονομίες με την Αγνή.

Ο ήρωας του βιβλίου είναι καφκικός, που δεν φοβάται μη γίνει κατσαρίδα ή παγιδευτεί σ' ένα κάστρο, αλλά το ίδιο του το παρελθόν, από το οποίο θέλει να ξεφύγει

Η Αγνή διαβάζει λογοτεχνία κι αυτός για να βρίσκει ευκαιρία να πουν δυο κουβέντες τρέχει και αγοράζει το βιβλίο κάθε φορά, για να τη συναντάει διαβασμένος.

Από την πρώτη στιγμή δηλαδή, ο χώρος συνάντησης είναι ένα βαγόνι και το πεδίο της λογοτεχνίας. Η μυθοπλασία μέσα στη μυθοπλασία.

Είναι, λοιπόν, ένα παιχνίδι του συγγραφέα ανάμεσα στο αληθοφανές και το αναληθοφανές, μια μπλόφα με όλα τα στοιχεία της τυχαιότητας.

Είναι γνωστό ότι ένα σοβαρό συμβάν, όπως αυτό το ερωτικό που αφήνεται να εννοηθεί, αποκαλύπτει την αυτονομία του μη αναπαραστάσιμου πραγματικού.

Κι αυτό γιατί είναι εκτεθειμένο στην τυχαιότητα. Κι επίσης πως κι η ίδια η γλώσσα γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο είναι πάντα ένα συμβάν.

Η γλώσσα προσπαθεί, αλλά αδυνατεί να αναπαραστήσει αυτό που συμβαίνει όταν πράγματι γεννιέται.

Η πιο γνήσια μορφή μιας τέτοιας αφήγησης -και ο Γράψας το χειρίζεται υπέροχα, με τρομερή αγωνία- είναι η ίδια η αφήγηση να κουβαλάει μέσα της αυτή την αρχική απορία, η οποία συνεχώς αυξάνεται.

Παίζοντας με «οργανωμένο» τρόπο με την απροσδιοριστία, ο συγγραφέας μάς δίνει έναν ήρωα, αλλά και άλλους εμπλεκόμενους στη συνέχεια, που λειτουργούν μετα-χρονικά και μετα-χωρικά.

Ο,τι λέγεται και γίνεται έχει πάντα μια διαφορά από το συμβάν, δίνεται όμως με τόση σ’ έναν βαθμό γραμμικότητα, που εκπλήσσει.

Και ο Πέτρος αλλά και τα άλλα πρόσωπα είναι φιγούρες μέσα στο ασυνείδητο του ήρωα, γι’ αυτό και ο ήρωας είναι καφκικός, που δεν φοβάται μη γίνει κατσαρίδα ή παγιδευτεί σ’ ένα κάστρο, αλλά το ίδιο του το παρελθόν, από το οποίο θέλει να ξεφύγει.

Αυτό είναι το παράδειγμά του που επηρεάζει αριστοτεχνικά κι όλα τα άλλα πρόσωπα, με τρόπο που μπερδεύονται οι εποχές, τα ονόματα, σε μια παιδική ηλικία του έρωτα που όλοι αναπολούν αλλά φοβούνται να ζήσουν.

Η ανάμνηση δεν επαναφέρει ολόκληρα τα αισθήματα και τις βιωμένες εμπειρίες. Και οι αναμνήσεις δεν λογιστικοποιούνται.

Αλλωστε αυτό που κυριαρχεί σε όλο το έργο είναι η απουσία εμπερίεξης, η απώλεια δηλαδή κοινωνικών δεσμών, που ο ήρωας, παρά τη δειλία και την κοινωνική του ατολμία, βρίσκει το θάρρος μέσα στην απελπισία του να βρει την εξαφανισμένη Αγνή, να τους οδηγήσει όλους και όλες σε μια φανέρωση του απολεσθέντος εαυτού τους. Σε μια άλλη σχέση με τη μνήμη.

Στο μυθιστόρημα το αστικό τοπίο δεν έχει όνομα. Κι ο χαλασμένος ανεμιστήρας του αστυνομικού τμήματος δείχνει έναν διαλυμένο κρατικό μηχανισμό.

Ο αργός θάνατος παραμονεύει μέσα στην ασφυξία της παγωμάρας. Ομως, όλα τα πρόσωπα σιγά σιγά αποκαλύπτουν μια μυστική ζωή, λιώνουν το ένα εξαρτημένο από το άλλο κι έτσι αρχίζουν να συνυπάρχουν εκτινασσόμενα.

Το παράδειγμα του Πέτρου δείχνει πως σε ένα παγερά ισορροπημένο σύστημα, αν ένα στοιχείο κινηθεί εκτός προγράμματος, ακανόνιστα, απρόβλεπτα, βάζει σε κίνηση το τραγικό πεπρωμένο.

Υπάρχει ασυναίσθητα μια μοιραία σχέση στο μυθιστόρημα αυτό, ποιητική σχέση ανάμεσα στο πένθος και τη συγκίνηση. Το συναίσθημα.

Κάτω όμως από όλα τα δρώμενα, «αλύτρωτα και άυπνα φαντάσματα» μετακινούνται διαρκώς με ένα υπόγειο, αόρατο τρένο.

Η ίδια η Αγνή ίσως δεν είναι μόνο μια χαμένη γυναίκα, είναι και μια ιδέα, μια σκέψη που δεν έγινε ποτέ, πνιγμένη μέσα σε διαρκείς συμβολισμούς και ματαιώσεις. Κι ίσως να χρειαστεί να καούν διάφορα σύμβολα για να γίνει επανεκκίνηση.

Ισως χρειάζεται ένα back to the basics, μια επιστροφή στα βασικά, μια προσπάθεια να ξαναβρούμε την ψυχή μας, δηλαδή το εμείς, ενάντια στην παντοδυναμία της φετιχοποίησης.

Του Κώστα Καλημέρη - Εφημερίδα των Συντακτών

best of network

σχετικά άρθρα