Αγαθή Δημητρούκα: «Η στιχουργική είναι ένας πολύ καλός, ευχάριστος και δημιουργικός τρόπος για να μαθαίνει κανείς την αξία των ορίων σε όλους τους τομείς»
Συνέντευξη της στιχουργού, συγγραφέως και μεταφράστριας Αγαθής Δημητρούκα στη Ράνια Παπαδοπούλου

Αν μου δίναν έν’ άλογο μαύρο
και μου λέγαν τον δρόμο μου να ’βρω…
Αν μου δίναν κλωστές να κεντήσω
και μου λέγαν τον κόσμο να ντύσω…
Αν μου δίναν τις πίκρες τους όλοι
και μου λέγαν να χτίσω μια πόλη…

Πόσα «αν» μπορούν να χωρέσουν  σε ένα παιδικό βιβλίο, που επί της ουσίας απευθύνεται σε οποιονδήποτε αναγνώστη ανεξαρτήτου ηλικίας;  Η στιχουργός, συγγραφέας, και μεταφράστρια Αγαθή Δημητρούκα, στο νέο της βιβλίο με τίτλο «Αν» σε εικονογράφηση του Καταλανού δημοσιογράφου και εικονογράφου Tàssies, που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Καλειδοσκόπιο, καλεί τον κάθε αναγνώστη πριν ανοίξει το βιβλίο να απαντήσει ο ίδιος σε αυτά τα «αν» με τη φαντασία του.

Η ιστορία του «Αν», που πρόσφατα απέσπασε το βραβείο της καλύτερης εικονογράφησης ποιητικού βιβλίου 2018 στο 7th Book Illustration Festival "BookILL Fest" που διεξήχθη στη Σερβία, ξεκινά τριάντα πέντε χρόνια πριν, από το 1982  και τις «Διφωνίες». Η Αγαθή Δημητρούκα αναφέρει στο επίμετρο του βιβλίου της:

«Οι “Διφωνίες”, στις οποίες ανήκει και το ΑΝ, μουσικά δεν ολοκληρώθηκαν ποτέ. Οι στίχοι τους, όμως, ποιητικοί και με πολλές εικόνες, δίνουν αφορμή για εικαστική ανάγνωσή τους. Το ΑΝ, ίσως το μόνο για παιδιά και μαζί για μεγάλους από τον συγκεκριμένο κύκλο, τριάντα πέντε χρόνια μετά είχε την καλή τύχη να συναντήσει το βλέμμα, την ψυχή και τους χρωστήρες του Τάσσιας στην κοντινή Καταλονία, να συγκινήσει φίλους απ’ όλο τον κόσμο ώστε να το μεταφράσουν και να γίνει ο σπόρος ενός ποιητικού έρωτα στη μακρινή Βραζιλία».

Ως βιβλίο το «Αν» είναι ξεχωριστό, όχι μόνο λόγω της όμορφης εικονογράφησής του, που συνδυάζεται άρτια με τους στίχους, αλλά γιατί μέσα από τις σελίδες του καταφέρνει να ταξιδέψει τους αναγνώστες του στον κόσμο της ποίησης οδηγώντας τους στην αυτογνωσία. Ίσως  αυτή τη στιγμή, να έχουμε στα χέρια μας, αν όχι το καλύτερο, ένα από τα καλύτερα ποιητικά βιβλία, που έχουν κυκλοφορήσει την τελευταία δεκαετία.

Με την Αγαθή Δημητρούκα συναντηθήκαμε ένα πρωινό στα Εξάρχεια, στο Café Bar «Φαεινόν» και μιλήσαμε μαζί της για όλα αυτά τα «αν», που προβληματίζουν τον καθένα μας, την πορεία της, τα επόμενα σχέδιά της, αλλά και για το δρόμο της τέχνης, που αποτελεί ταυτόχρονα κι ένα δρόμο «ίασης».

Συνέντευξη της στιχουργού, συγγραφέως και μεταφράστριας Αγαθής Δημητρούκα στη Ράνια Παπαδοπούλου

-Το νέο σας βιβλίο με τίτλο «Αν» κυκλοφορεί εδώ και λίγους μήνες από τις εκδόσεις Καλειδοσκόπιο σε εικονογράφηση του Tàssies. Τι σηματοδοτεί για εσάς αυτή η έκδοση τριάντα πέντε χρόνια μετά, αφότου ξεκινήσατε να γράφετε αυτό το ποίημα που συμπεριλαμβάνεται στις «Διφωνίες»;

Α.Δ.: Το έγραψα όντως πριν τριάντα πέντε χρόνια και παραπάνω. Τώρα απλώς συμπλήρωσα τον επίλογο για να γίνει παραμύθι και να απευθύνεται και σε παιδιά. Με τον Tàssies μας συνδέει μια φιλία που μοιάζει να έρχεται από πολύ παλιά. Στην πορεία, μετέφρασα κάποια βιβλία του και προσπαθούσα να τα προωθήσω εκδοτικά στην Ελλάδα. Παράλληλα, του έστειλα το «Αν», καθώς από τις «Διφωνίες» δεν κάνουν όλα για παιδιά, για να μου πει αν το έβλεπε εικαστικά. Εκείνος ενθουσιάστηκε, το μετέφρασε στα καταλανικά και, καθώς συνέπεσε στο ωδείο του γιου του, ο δάσκαλος της μουσικής πριν τις εξετάσεις να ζητήσει από τα παιδιά να απαγγείλουν ένα ποίημα, ο γιος του απήγγειλε το «Αν». Τους άρεσε και το ζήτησαν και στα ελληνικά. Έτσι, ο Tàssies, όταν στο καθημερινό του δρομολόγιο με το τρένο Ζιρόνα – Βαρκελώνη άρχισε να κάνει τα πρώτα προσχέδια, επέμεινε να αναβάλουμε τα προσωπικά του βιβλία και να προχωρήσουμε στην έκδοση του «Αν».  Αυτό για εμένα ήταν μια πολύ ευχάριστη έκπληξη που διαρκώς μεγάλωνε, όπως μεγάλωνε και η χαρά μου πού ένα κείμενο, γραμμένο πριν από τόσα χρόνια, το θεωρούσαν μοντέρνο, σύγχρονο. Όταν μίλησα για το «Αν» στην Αλέξα Αποστολάκη ενθουσιάστηκε κι άρχισε διαρκώς να προσθέτει και να επαυξάνει: σκληρό εξώφυλλο, περισσότερες σελίδες, μεγαλύτερο σχήμα για να αναδειχθούν τα σχέδια… Φαντάζομαι την ικανοποίησή της όταν το «Αν», πριν κλείσει τους δύο μήνες κυκλοφορίας του, απέσπασε στη Σερβία το πρώτο βραβείο εικονογράφησης ποιητικού βιβλίου στον εκεί διεθνή διαγωνισμό εικονογραφημένων βιβλίων από είκοσι έξι χώρες.

-Και η γνωριμία σας με τον Tàssies;

Α.Δ.: Με τον Tàssies γνωριστήκαμε το 2013 όταν είχε έρθει εδώ για ένα εργαστήρι. Είχε εκδώσει ένα βιβλίο με την Ε.Ψ.Υ.Π.Ε. (σ.σ. Εταιρεία Ψυχοκοινωνικής Υγείας του Παιδιού και του Εφήβου) για το σχολικό εκφοβισμό και η φωτογραφία μας, που έχει μέσα το βιβλίο είναι από τότε, από εκείνη τη συνάντηση και φαίνεται σαν να γνωριζόμαστε χιλιάδες χρόνια. Το «Αν» εμπεριέχει αυτή τη φιλία, την αγάπη, τη συνάντηση δύο ανθρώπων που φτιάχνουν κάτι, κι ενώ ζουν χωριστά, μακριά και στον κόσμο του ο καθένας, καταφέρνουν να ενωθούν σ’ αυτό το κοινό σημείο δημιουργίας.

-Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου καλείτε τον κάθε αναγνώστη ανεξαρτήτως ηλικίας να απαντήσει σε αυτά τα «αν» που θέτει στη ζωή του με τη δική του φαντασία. Τα δικά σας «αν» έχουν μεταβληθεί μέσα στο χρόνο;

Α.Δ.: Ναι, βέβαια. Ευτυχώς, δηλαδή. Κάθε μέρα έχουμε καινούρια «αν», καινούριες αν-ησυχίες και αν-θιβολίες, όπως έλεγαν οι παλιοί. Αλλά και πολλά διλήμματα.

-Πόσο δύσκολο είναι λοιπόν για έναν άνθρωπο να ανοίξει την καρδιά του, απαντώντας σε αυτά τα «αν» που τον προβληματίζουν;

Α.Δ.: Δεν είναι δύσκολο αν δοθεί σε αυτό, αν αφεθεί δηλαδή ελεύθερος, το «άνοιγμα» έρχεται από μόνο του. Έπειτα εδώ μιλάμε για ένα βιβλίο που απευθύνεται κυρίως σε παιδιά. Το «Αν» δε σημαίνει αναγκαστικά μια απάντηση σε κάποιο πραγματικό ερώτημα, δεν προτείνει μια πρακτική λύση. Είναι της φαντασίας. Είναι για να ανοίγουν ορίζοντες.

-Θα έλεγα ότι το βιβλίο σας αφηγείται την ιστορία της ζωής ενός οποιουδήποτε ανθρώπου, που αναζητά το μονοπάτι του, αλλά και την ομορφιά στις δυσκολίες που θα συναντήσει. Η αυτογνωσία είναι ένα δύσκολο επίτευγμα;

Α.Δ.: Είναι. Όλα όμως πετυχαίνονται με την άσκηση. Και προπαντός αν η αναζήτησή της αρχίσει από πολύ νωρίς.

-Και ειδικά για ένα παιδί το οποίο προσπαθεί να αναζητήσει πράγματα.

Α.Δ.: Αλλιώς ένα παιδί αντιλαμβάνεται την αυτογνωσία και αλλιώς ένας μεγάλος. Για τα παιδιά, όπως όλα, μπορεί να είναι ένα παιχνίδι.

-Μαύρο άλογο, πράσινα σπίτια, περιστέρια. Τρεις συμβολισμοί που έχω διακρίνει στο ποίημά σας. Η χρήση αυτών των μοτίβων αποτελεί συνειδητή επιλογή;

Α.Δ.: Ναι. Το μαύρο άλογο συμβολίζει τη δύναμη. Εννοώ το μαύρο αραβικό άλογο. Καμία σχέση με τον «μαύρο καβαλάρη» που λέει ο Γκάτσος στη «Μικρή Ραλλού». Όσον αφορά το ποτάμι, πάντα εμπνέομαι από τον Αχελώο. Έβλεπα άλογα να πηγαίνουν να πιουν νερό εκεί. Εδώ είναι η προσφερόμενη δύναμη, ή και δυνατότητα, από τη μια μεριά και η ανταπόδοση από την άλλη. Ένα δυνατό άλογο γίνεται η δύναμή μου κι εγώ γίνομαι για το άλογο αυτό ένα ποτάμι να ξεδιψάσει. Πάντα το θέμα της προσφοράς.

-Και τα περιστέρια;

Α.Δ.: Τα περιστέρια έχουν αυτόν το συμβολισμό του αθώου, όχι των βρωμοπερίστερων, που ονομάζονται και τρωκτικά του ουρανού. Είναι τα αθώα, τα άκακα περιστέρια, που έγιναν σύμβολο της ειρήνης. Δε θα χρησιμοποιήσω τη λέξη «άστεγος», τόσο κοινή σήμερα, να μη φανεί ότι εκμεταλλεύομαι μια κατάσταση, αλλά τα περιστέρια εδώ αυτή την έννοια έχουν, του χαμένου, του απροστάτευτου.

-Ο δρόμος της τέχνης και συνεπώς της ποίησης είναι ένας επίπονος δρόμος για όποιον θέλει να τον ακολουθήσει;

Α.Δ.: Πάντα είναι ένας επίπονος δρόμος. Αλλά κι ένας δρόμος ιαματικός, γιατί όλος αυτός ο πόνος, το βασάνισμα, η οδύνη που νιώθει ο συγγραφέας γράφοντας, φεύγει μόλις το κείμενό του ολοκληρωθεί κι εκείνη τη στιγμή ο ίδιος βγαίνει από την ανθρώπινη κατάστασή του για να επικοινωνήσει με το θείον, όπως το εννοεί ο καθένας. Γενικά η τέχνη έτσι είναι για τον δημιουργό της, ένα είδος αυτοΐασης.

-Η ευγνωμοσύνη, που όπως και αναφέρετε, έχετε νιώσει για όσους σας οδήγησαν στο δρόμο της τέχνης, είναι κάτι που έχει υποτιμηθεί στις μέρες μας;

Α.Δ.: Στις μέρες μας όλα τα καλά συναισθήματα έχουν υποτιμηθεί. Και όχι λόγω του ότι η ζωή είναι σκληρή, συγκρινόμενη με τα προηγούμενα χρόνια της ευημερίας, γιατί η ζωή πάντα σκληρή ήταν και δεν αλλάζει. Απλώς, ο ευγνώμων άνθρωπος συνήθως θεωρείται αδύναμος ή δουλοπρεπής, ή ότι δεν είναι αξιοπρεπής. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και με τη γενναιοδωρία, αφού θεωρούν ηλίθιο τον άνθρωπο που δίνει, που χαρίζει. Ένα άλλο που έχει υποτιμηθεί είναι ο θαυμασμός. Σήμερα δε θαυμάζουμε. Μεγάλο λάθος. Ίσως οφείλεται στο ότι δεν υπάρχει, δεν προλαβαίνει να υπάρξει η απαραίτητη απόσταση. Έχει καταργηθεί, γιατί ο άνθρωπος πια δεν έχει ούτε τον χρόνο, ούτε τη διάθεση να σταθεί λίγο πιο μακριά για να παρατηρήσει αυτό που πρέπει να θαυμάσει, που αξίζει τον θαυμασμό του. Γενικά, τα συναισθήματα και τα αισθήματα στην εποχή μας έχουν σχεδόν χαθεί.

-Μπορούν όμως, να υπάρξουν ξανά;

Α.Δ.: Υπάρχουν σε μικρό βαθμό. Δεν έχουν εξαφανιστεί εντελώς. Οπωσδήποτε, μπορούν να καλλιεργηθούν.

-Κατά τη γνώμη σας, με ποιο τρόπο θα μπορούσε να γίνει αυτή η στροφή, ούτως ώστε να υπάρχει αυτή η καλλιέργεια και η επαναφορά σε κάποιες αξίες όπως η ευγνωμοσύνη, που αναφέραμε προηγουμένως;

Α.Δ.: Εδώ επανερχόμαστε στην αυτογνωσία, δηλαδή, κάποιος ξέρει τις δυνάμεις του, ξέρει τι έχει κάνει μόνος του και τι οφείλει σε κάποιον άλλο. Δεν ξέρω πώς θα μπορούσε να γίνει αυτή η στροφή. Αυτά δεν είναι πράγματα του κατηχητικού.

-Έχετε συνυπάρξει με μερικές από τις σημαντικότερες προσωπικότητες των τεχνών και των γραμμάτων. Τι κρατάτε από αυτές τις προσωπικότητες ως παρακαταθήκη;

Α.Δ.: Τον σεβασμό προς τους άλλους και ιδίως προς τον συνεργάτη. Δεν τον πιέζω, δεν τον εκβιάζω, δεν του επιβάλλομαι, ούτε βεβαίως τον υποτιμώ. Αντίθετα, του δείχνω εμπιστοσύνη και περιμένω από κάθε συνεργάτη ότι θα κάνει από μόνος του το καλύτερο που μπορεί.

-Συγγραφέας, στιχουργός, μεταφράστρια. Ποια από αυτές τις ιδιότητες υπερισχύει περισσότερο;

Α.Δ.: Η καρδιά μου πετάει με τον στίχο και το τραγούδι. Τα μυθιστορήματα με κουράζουν. Είμαι της μικρής φόρμας. Μου αρέσει αυτός ο περιορισμός στις λέξεις. Έχω μάθει να δουλεύω με περιορισμούς, λειτουργούν σαν πλαίσιο, ένα πλαίσιο που το ορίζω η ίδια και στο οποίο, βέβαια, κινούμαι απολύτως ελεύθερα. Κι έτσι περνάμε στη στιχουργική και στο μάθημα στιχουργικής που κάνω στα παιδιά όταν πηγαίνω σε σχολεία. Τα παιδιά, μέσα από αυτή την ανάγκη πλαισίου, αντιλαμβάνονται ακριβώς αυτό: την αξία των ορίων. Πράγματι, η στιχουργική είναι ένας πολύ καλός, ευχάριστος και δημιουργικός τρόπος για να μαθαίνει κανείς την αξία των ορίων σε όλους τους τομείς.

-Έχετε γράψει αρκετά παιδικά βιβλία. Κατά τη γνώμη σας ποιο είναι το κλειδί της επιτυχίας για ένα παιδικό βιβλίο και πώς ένας συγγραφέας πρέπει να προσεγγίζει ένα παιδί;

Α.Δ.: Δεν ξέρω ποιο είναι το κλειδί της επιτυχίας. Όσα βιβλία έχω γράψει, τα έγραψα τυχαία, δηλαδή ήρθαν μόνα τους και μαθαίνοντας διαρκώς, δεν είναι ότι κάθισα να γράψω κάτι επαγγελματικά ως συγγραφέας. Στο πρώτο παραμύθι μου, θυμάμαι, είχα γράψει ότι οι ελέφαντες έχουν τεράστια μάτια. Μια φίλη μου ζωγράφος μού είπε ότι αυτό δεν ήταν σωστό, γιατί το πρώτο πράγμα που μάθαιναν στη σχολή, ήταν αυτή η δυσαναλογία των ματιών του ελέφαντα με το σώμα του, οπότε το άλλαξα. Εκεί κατάλαβα τους «τοπικούς» περιορισμούς που ίσχυαν, ότι, δηλαδή, δεν πρέπει να παίζεις πολύ με τη δική σου φαντασία όταν απευθύνεσαι σε παιδιά, αλλά να προσπαθείς να μπαίνεις στη φαντασία του παιδιού και στην αντίληψή του.

-Μικραίνοντας ενδεχομένως τη δική σας ηλικία και προσπαθώντας να δείτε το πώς ένα παιδί μπορεί να φανταστεί κάποια πράγματα.

Α.Δ.: Κι αυτός είναι ένας τρόπος, αλλά όχι απόλυτος. Για εμένα, όταν γράφω παιδικά βιβλία είναι όντως σαν να ξαναζώ στην παιδική μου ηλικία και μάλιστα όπως εγώ θα ήθελα να είναι κι όχι όπως εκείνη κύλησε. Αλλά, αυτό δε γίνεται εύκολα ούτε πάντα, γιατί ήταν άλλες οι γενιές τότε. Τα παιδιά είχαν μια άλλη ωριμότητα. Για παράδειγμα, «Στο Πάσχα στη Γλυκομηλίτσα» έβαλα τον Αντώνη να πηγαίνει με το λεωφορείο στη γιαγιά του μόνος του, απλώς έχοντάς τον στον νου της μια γειτόνισσα της γιαγιάς του. Πολλοί με κατηγόρησαν για το πώς βάζω ένα παιδί να ταξιδεύει μόνο του, αλλά για εμάς τότε ήταν το πιο συνηθισμένο πράγμα προκειμένου να πάμε σε κάποιους συγγενείς, όταν δεν μπορούσαν να έρθουν κι οι γονείς μας. Πηγαίναμε μόνοι μας με κάποιον ή τον ίδιο τον οδηγό να μας προσέχει.

-Μετά την κυκλοφορία του «Αν», ποια είναι τα επόμενα σχέδιά σας;

Α.Δ.: Με τον Tassies θα συνεχίσουμε να συνεργαζόμαστε σε παιδικά βιβλία. Επίσης, φέτος, μοιράζομαι με τους μαθητές μου στο σεμινάριο στιχουργικής στην Ανοιχτή Τέχνη μια δική μου ιδέα. Είναι επαγγελματίες στιχουργοί κι έτσι το μάθημα του δεύτερου κύκλου το κάνουμε μέσω αυτής της δουλειάς. Στιχουργικά, εκτός από αυτή την ομαδική και πολύ φιλόδοξη δουλειά, κάνω και μια προσωπική δουλειά, καθαρά ποιητική. Όσον αφορά τα παιδικά βιβλία, έχω μια παραγγελία από το Καλειδοσκόπιο, μια ιδέα της Αλέξας που προέρχεται από το αυτοβιογραφικό μου βιβλίο, με την οποία όμως δεν έχω ακόμα καταπιαστεί. Πρέπει πρώτα να παραδώσω στον Πατάκη τη μετάφραση ενός μυθιστορήματος του Φαλκόνες, που την έχω καθυστερήσει καθώς έπρεπε να δουλέψω για μεγάλο διάστημα και αφιερώνοντας όλο τον χρόνο και τον κόπο μου στον καινούριο τόμο με τα τραγούδια του Γκάτσου. Τώρα χαίρομαι με την απήχηση που γνώρισε ο τόμος αμέσως με το που κυκλοφόρησε και με τα καλά σχόλια.

-Μάλιστα προσφάτως το αρχείο του ποιητή, βρήκε μόνιμη στέγη στη βιβλιοθήκη του Χάρβαρντ. Τι σας ώθησε σε αυτή την επιλογή;

Α.Δ.: Το αυταπόδεικτο της επιλογής αυτής. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη βιβλιοθήκη νεότερης ελληνικής λογοτεχνίας, στο καλύτερο πανεπιστήμιο του κόσμου, όπου η έδρα νεοελληνικών σπουδών φέρει το όνομα του Γιώργου Σεφέρη. Σε μια εποχή όπου οι έδρες νεοελληνικών σπουδών διαρκώς μειώνονται, η δυναμική του έργου του Γκάτσου και οι έρευνες που μπορούν να στηριχτούν σε αυτό όπως και στο αρχείο του, το οποίο, εκτός του ότι έχει διασωθεί, θα ψηφιοποιηθεί σύντομα και θα είναι προσβάσιμο απ’ όλο τον κόσμο, θα λειτουργήσουν ως πρεσβευτές της ελληνικής γλώσσας και λογοτεχνίας και γενικότερα του ελληνικού πολιτισμού. Μακάρι να έχουν ανάλογη τύχη και τα άλλα πράγματα που σχετίζονται με τον Γκάτσο και που οφείλω, ως κληρονόμος του, να βάλω σε κάποια τάξη. Το πιο επείγον από αυτά είναι η αναστήλωση του πατρικού του στην Ασέα Αρκαδίας, όπου εκεί που ξεπερνάμε κάποιο εμπόδιο ένα άλλο εμφανίζεται. Ας ελπίσουμε ότι θα προλάβουμε να ξεκινήσουμε «πριν έμπει το φθινόπωρο πριν βγει το καλοκαίρι», όπως ο ίδιος λέει σε κάποιο στίχο του.

-Κλείνοντας θα μπορούσατε να μας χαρίσετε και κάποιους δικούς σας στίχους;

Α.Δ.:  Ναι και πάντα αυτούς που γράφτηκαν πάνω στη μουσική του Μάνου Χατζιδάκι για το τραγούδι «Η προσευχή του ακροβάτη»:

Κύριε, είναι ώρα
να βοηθήσεις μια ψυχή
δρόμο να βρει τώρα
η ζωή μου η ρηχή.

Δεν μπορώ να ζω αντίθετα
με 'σένα, κι όπου σταθώ
μ’ άγνωστους ρυθμούς κι επίθετα
βοήθεια Σου ζητώ.

Είμαι ακροβάτης
και γυρεύω δικό μου Θεό.

Κύριε, δώσ’ μου θάρρος
το σκοινί να μην κοπεί
θέλω να ’μαι φάρος
που φωτίζει τη σιωπή.

Θέλω να πετάξω ελεύθερα
πιο πέρα κι απ’ το κενό
πράγματα μικρά και δεύτερα
δεν ξέρω ν’ αγαπώ.

Είμαι ακροβάτης
και γυρεύω δικό μου Θεό.
Είμαι ακροβάτης
και γυρεύω καινούργιο Θεό.

-Σας ευχαριστούμε πολύ!

Α.Δ.: Εγώ σας ευχαριστώ!

 

Σημειώσεις:

*Κεντρική φωτογραφία συνέντευξης: Γιάννης Φαλκώνης

**Οι ασπρόμαυρες νεανικές φωτογραφίες της Αγαθής Δημητρούκα είναι του Γιώργου Τζαμτζή. Τραβήχτηκαν τον Ιανουάριο του 1982 στη μπουάτ «Σκορπιός», όπου ο Χατζιδάκις παρουσίαζε τα τρία πρώτα τραγούδια από τις «Διφωνίες», ένα εκ των οποίων ήταν το «Αν».

***Φωτογραφία Α.Δημητρούκα και Tassies: Nikos Kormaris

****Τα σκίτσα που πλαισιώνουν το κείμενο της συνέντευξης ανήκουν στον  Tàssies και προέρχονται από το βιβλίο «Αν» (Εκδ. Καλειδοσκόπιο)

*****Περισσότερες πληροφορίες για την Αγαθή Δημητρούκα αναζητήστε στην επίσημη σελίδα της στο facebook

σχετικά άρθρα