Μια νέα, εκτενής ποσοτική μελέτη του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ φέρνει στο προσκήνιο τα δομικά προβλήματα που χαρακτηρίζουν την ελληνική αγορά εργασίας, εστιάζοντας στο επίπεδο, το πλεόνασμα, το έλλειμμα και τις αναντιστοιχίες των δεξιοτήτων των απασχολουμένων στον ιδιωτικό τομέα.
Η έρευνα αναδεικνύει δύο κρίσιμες παραμέτρους. Πρώτον, τεκμηριώνει ότι η συζήτηση γύρω από τις επαγγελματικές δεξιότητες συνδέεται άρρηκτα με την ποιότητα των θέσεων εργασίας, καθώς η κατοχή τίτλων σπουδών και προσόντων δεν εγγυάται την ουσιαστική αξιοποίησή τους στην παραγωγική διαδικασία. Δεύτερον, διαπιστώνει ότι η συνεχιζόμενη κατάρτιση δεν έχει ενσωματωθεί οργανικά στην εργασιακή πορεία των πολιτών, παρά τη διαρκή ρητορική περί αναβάθμισης των προσόντων.
Τα ευρήματα αυτά υπογραμμίζουν ότι το πρόβλημα δεν εντοπίζεται αποκλειστικά στο εκπαιδευτικό σύστημα, αλλά επεκτείνεται στον τρόπο οργάνωσης της εργασίας, στο επίπεδο των επενδύσεων των επιχειρήσεων στο ανθρώπινο δυναμικό και στη συνολική ικανότητα της οικονομίας να αξιοποιεί τις δεξιότητες των εργαζομένων.
Το 42,6% των εργαζομένων σε άσχετη εργασία με το αντικείμενο εκπαίδευσης
Ειδικότερα, η μελέτη καταγράφει έντονες αποκλίσεις ανάμεσα στο αντικείμενο σπουδών και τα προσόντα των εργαζομένων –με έμφαση στις νεότερες ηλικιακές ομάδες– και στην τρέχουσα απασχόλησή τους.
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, το 42,6% των ερωτηθέντων (περισσότεροι από τέσσερις στους δέκα) δηλώνει ότι το αντικείμενο της εκπαίδευσης ή των προσόντων του σχετίζεται «λίγο ή καθόλου», κάτι που καταδεικνύει ότι οι επιχειρήσεις αξιοποιούν περιορισμένα το διαθέσιμο γνωστικό υπόβαθρο του δυναμικού τους.

Επιπλέον, η έρευνα αναδεικνύει την εργασιακή επισφάλεια και τις χαμηλές αμοιβές ως καθοριστικούς ανασταλτικούς παράγοντες που περιορίζουν την πρόσβαση των εργαζομένων σε προγράμματα περαιτέρω ανάπτυξης των δεξιοτήτων τους. Την ίδια στιγμή, αν και οι απασχολούμενοι δηλώνουν υψηλό επίπεδο επαγγελματικής επάρκειας για τις θέσεις που κατέχουν, επισημαίνουν ότι οι θέσεις αυτές στερούνται προοπτικών για ουσιαστική επαγγελματική εξέλιξη.

Σε ό,τι αφορά τα μεθοδολογικά χαρακτηριστικά της έρευνας, πρόκειται για ποσοτική καταγραφή που διενεργήθηκε μέσω τηλεφωνικών συνεντεύξεων με τη μέθοδο της στρωματοποιημένης τυχαίας δειγματοληψίας, σε αντιπροσωπευτικό δείγμα 6.000 εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα από όλη την επικράτεια. Η συλλογή των δεδομένων πραγματοποιήθηκε κατά το διάστημα από τις 3 Νοεμβρίου έως τις 9 Δεκεμβρίου 2025 από τις εταιρείες Alco, Metron Analysis και Prorata, βάσει δομημένου ερωτηματολογίου που σχεδιάστηκε σε συνεργασία με τα επιστημονικά στελέχη του ΙΝΕ ΓΣΕΕ.
Αναλυτικά τα αποτελέσματα της έρευνας του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ
Βασικά ευρήματα της έρευνας:
- Τέσσερις στους δέκα εργαζομένους, ποσοστό 42,6%, δηλώνουν ότι το αντικείμενο των σπουδών ή των προσόντων τους σχετίζεται λίγο ή καθόλου με την τρέχουσα εργασία τους. Την ίδια στιγμή, λίγο περισσότεροι από τέσσερις στους δέκα, ποσοστό 44,2%, δηλώνουν ότι η σχέση αυτή είναι μεγάλη ή πολύ μεγάλη. Η εικόνα δείχνει ότι η σύνδεση ανάμεσα στις σπουδές, στα προσόντα και στην πραγματική εργασία παραμένει αδύναμη για ένα πολύ σημαντικό τμήμα των εργαζομένων, παρότι εξακολουθεί να λειτουργεί θετικά για ένα σχεδόν ισοδύναμο ποσοστό. [σελ. 8]
- Η σχέση σπουδών και εργασίας συνδέεται σε υψηλό βαθμό με την ανταπόκριση των εργαζομένων στα καθήκοντά τους. Όσο μεγαλύτερη είναι η σύνδεση των σπουδών ή των προσόντων των εργαζομένων με την εργασία τους τόσο μεγαλύτερη ανταπόκριση έχουν στα καθήκοντά τους. Μεταξύ των εργαζομένων που δηλώνουν ότι ανταποκρίνονται σε πολύ μεγάλο βαθμό στα καθήκοντά τους, περισσότεροι από τους μισούς, 55,4%, αναφέρουν ότι οι σπουδές ή τα προσόντα τους είναι πολύ ή πάρα πολύ σχετικά με την εργασία τους. Αντίθετα, μεταξύ όσων δηλώνουν μικρό βαθμό ανταπόκρισης, εννέα στους δέκα, 90,1%, δηλώνουν ότι οι σπουδές τους σχετίζονται λίγο ή καθόλου με την εργασία τους. [σελ. 9]
- Η αναντιστοιχία σπουδών και εργασίας είναι εντονότερη στις πιο επισφαλείς μορφές απασχόλησης. Σχεδόν τρεις στους τέσσερις εργαζομένους με εκ περιτροπής απασχόληση, ποσοστό 72,9%, δηλώνουν ότι οι σπουδές ή τα προσόντα τους σχετίζονται λίγο ή καθόλου με την εργασία τους, όπως και το 66,2 των εργαζομένων σε μερική απασχόληση. Η εικόνα δείχνει ότι όσο πιο ασταθής ή περιορισμένη είναι η μορφή απασχόλησης, τόσο ασθενέστερη εμφανίζεται η αξιοποίηση των σπουδών και των προσόντων στην πραγματική εργασία. [σελ. 11]
- Σχεδόν δύο στους τρεις εργαζομένους, ποσοστό 65%, θεωρούν ότι διαθέτουν το ίδιο επίπεδο δεξιοτήτων με αυτό που απαιτεί η θέση εργασίας τους. Παράλληλα, σχεδόν τρεις στους δέκα, ποσοστό 29%, δηλώνουν ότι διαθέτουν υψηλότερο επίπεδο δεξιοτήτων από αυτό που απαιτεί η θέση τους, ενώ μόλις το 3,6% θεωρεί ότι οι δεξιότητές του είναι χαμηλότερες από τις απαιτούμενες. Το εύρημα δείχνει ότι η αγορά εργασίας δεν αντιμετωπίζει μόνο ζήτημα ελλείψεων δεξιοτήτων, αλλά και ζήτημα περιορισμένης αξιοποίησης δεξιοτήτων που ήδη υπάρχουν. [σελ. 12]
- Για τους εργαζομένους που δηλώνουν ότι διαθέτουν υψηλότερο επίπεδο δεξιοτήτων από αυτό που απαιτεί η θέση τους, οι αιτίες συνδέονται κυρίως με περιορισμούς της αγοράς εργασίας. Σχεδόν τέσσερις στους δέκα, 39%, αναφέρουν ότι ενδιαφέρονταν να βρουν άμεσα δουλειά, ακόμη και αν τα προσόντα τους ήταν περισσότερα από αυτά που απαιτούσε η θέση. Περίπου δύο στους δέκα, 20,8%, επέλεξαν τη θέση για λόγους εργασιακής σταθερότητας, ενώ αντίστοιχο ποσοστό, 20,4%, δηλώνει ότι οι θέσεις στον τομέα εξειδίκευσής του είναι περιορισμένες. [σελ. 14]
- Για την ομάδα εργαζομένων που δηλώνει ότι οι δεξιότητές της είναι χαμηλότερες από αυτές που απαιτεί η θέση εργασίας, ο βασικός παράγοντας είναι η περιορισμένη εργασιακή εμπειρία. Σχεδόν ένας στους δύο, ποσοστό 47,9%, αποδίδει εκεί την αναντιστοιχία. Σχεδόν δύο στους δέκα, 18,3%, αναφέρουν την έλλειψη κατάλληλων προγραμμάτων εκπαίδευσης και κατάρτισης, ενώ περίπου ένας στους δέκα, 10,8%, συνδέει το πρόβλημα με τις τεχνολογικές μεταβολές που κάνουν την εργασία πιο απαιτητική. [σελ. 13]
- Όταν οι εργαζόμενοι καλούνται να επιλέξουν ποιες δεξιότητές θα ήθελαν περισσότερο να βελτιώσουν, σχεδόν ένας στους δύο, ποσοστό 48,6%, αναδεικνύει τις ψηφιακές δεξιότητες ως πρώτη προτεραιότητα. Ακολουθούν οι κοινωνικο-συναισθηματικές δεξιότητες, με 27,9%, οι γνωστικές δεξιότητες, με 24,2%, οι διοικητικές και οργανωτικές δεξιότητες, με 21,4%, και οι τεχνικές δεξιότητες, με 20,6%. Η εικόνα δείχνει ότι οι εργαζόμενοι αντιλαμβάνονται την ανάγκη αναβάθμισης δεξιοτήτων όχι μόνο τεχνικά, αλλά και οργανωτικά, γνωστικά και κοινωνικά. [σελ. 15]
- Παρά την έντονη δημόσια συζήτηση για την τεχνολογική αλλαγή, την τεχνητή νοημοσύνη και τις νέες απαιτήσεις της εργασίας, μόνο περίπου ένας στους τέσσερις εργαζομένους, ποσοστό 24,1%, θεωρεί πολύ ή αρκετά πιθανό να καταστούν παρωχημένες ορισμένες από τις δεξιότητες που συνδέονται με το επάγγελμά του μέσα στην επόμενη πενταετία. Αντίθετα, σχεδόν ένας στους δύο, 46,6%, θεωρεί μια τέτοια εξέλιξη λίγο ή καθόλου πιθανή. Το εύρημα δείχνει ότι η αίσθηση επείγουσας τεχνολογικής απαξίωσης των δεξιοτήτων δεν είναι ακόμη γενικευμένη στους εργαζομένους. [σελ. 16]
- Η τυπική εκπαίδευση και η προηγούμενη εργασιακή εμπειρία φαίνεται να έχουν ισχυρή παρουσία στην καθημερινή εργασία. Περίπου τρεις στους τέσσερις εργαζομένους, 75,3%, δηλώνουν ότι αξιοποιούν σε μεγάλο ή μέτριο βαθμό τις γνώσεις και δεξιότητες που απέκτησαν μέσω τυπικής εκπαίδευσης, ενώ σχεδόν ίδιο ποσοστό, 74,7%, δηλώνει ότι αξιοποιεί αντίστοιχα τις γνώσεις και δεξιότητες που απέκτησε μέσα από προηγούμενη εργασιακή εμπειρία. Αντίθετα, η μη τυπική εκπαίδευση εμφανίζει χαμηλότερο βαθμό αξιοποίησης, καθώς λίγο περισσότεροι από τους μισούς εργαζομένους, 55,1%, δηλώνουν ότι αξιοποιούν σε μεγάλο ή μέτριο βαθμό γνώσεις από σεμινάρια ή προγράμματα κατάρτισης, ενώ περίπου τρεις στους δέκα, 30,5%, δηλώνουν ότι τις αξιοποιούν σε μικρό βαθμό. Σημειώνεται ότι τα ευρήματα παραπέμπουν επίσης στην ύπαρξη προβλημάτων ποιότητας ως προς τον σχεδιασμό και την υλοποίηση των προγραμμάτων κατάρτισης. [σελ. 17–20]
- Οι εργαζόμενοι εμφανίζουν υψηλή αίσθηση επαγγελματικής επάρκειας. Τρεις στους τέσσερις, ποσοστό 74,6%, δηλώνουν ότι αξιοποιούν πλήρως ή αρκετά τις δεξιότητες και τις γνώσεις τους στη θέση εργασίας τους, ενώ σχεδόν εννέα στους δέκα, 88,8%, δηλώνουν ότι ανταποκρίνονται σε πολύ μεγάλο ή μεγάλο βαθμό στις απαιτήσεις της θέσης τους. Επομένως, η συζήτηση για τις δεξιότητες δεν μπορεί να στηρίζεται στην υπόθεση ότι οι εργαζόμενοι είναι γενικά ανεπαρκείς. Χρειάζεται να στραφεί περισσότερο στον σχεδιασμό των θέσεων εργασίας, στην ποιότητα της εργασίας και στη δυνατότητα των επιχειρήσεων να αξιοποιούν ουσιαστικά το ανθρώπινο δυναμικό τους. [σελ. 21–22]
- Η συμμετοχή στη συνεχιζόμενη επαγγελματική κατάρτιση παραμένει περιορισμένη. Σχεδόν τρεις στους τέσσερις εργαζομένους, 74,5%, δηλώνουν ότι δεν παρακολούθησαν κανένα πρόγραμμα επαγγελματικής κατάρτισης ή επιμόρφωσης το τελευταίο έτος, ενώ μόνο ένας στους τέσσερις, 25,5%, συμμετείχε σε κάποιο πρόγραμμα [σελ. 24].
- Η πρόσβαση στα προγράμματα κατάρτισης διαφοροποιείται έντονα ανά εκπαιδευτικό επίπεδο. Ενώ συνολικά μόνο ένας στους τέσσερις εργαζομένους, 25,5%, έχει παρακολουθήσει πρόγραμμα κατάρτισης ή επιμόρφωσης το τελευταίο έτος, η συμμετοχή φτάνει το 41,4% στους κατόχους μεταπτυχιακού τίτλου και το 35,1% στους κατόχους διδακτορικού, με την επιφύλαξη των μικρών βάσεων σε ορισμένες κατηγορίες. Αντίθετα, περιορίζεται στο 10,5% στους αποφοίτους Γυμνασίου και στο 12,3% στους αποφοίτους Δημοτικού. Η εικόνα δείχνει ότι η κατάρτιση δε λειτουργεί ως μηχανισμός μείωσης ανισοτήτων, καθώς συμμετέχουν περισσότερο όσοι διαθέτουν ήδη υψηλότερα εκπαιδευτικά προσόντα. [σελ. 25–26]
- Η συμμετοχή στην κατάρτιση διαφοροποιείται και ανάλογα με τις καθαρές μηνιαίες αποδοχές. Στα χαμηλά εισοδηματικά κλιμάκια, η συμμετοχή είναι χαμηλή: περίπου ένας στους πέντε εργαζομένους με αποδοχές 251–500 ευρώ, ποσοστό 19,8%, και αντίστοιχο ποσοστό 20,4% για αποδοχές 501–750 ευρώ, έχει παρακολουθήσει πρόγραμμα κατάρτισης ή επιμόρφωσης. Αντίθετα, η συμμετοχή αυξάνεται στα υψηλότερα εισοδηματικά κλιμάκια, φτάνοντας το 35,2% στους εργαζομένους με αποδοχές 1.501–2.000 ευρώ. Τα στοιχεία δείχνουν άνιση πρόσβαση στη συνεχή κατάρτιση, με προσεκτική ανάγνωση των πολύ μικρών εισοδηματικών βάσεων. [σελ. 27–28]
- Από όσους παρακολούθησαν κάποιο πρόγραμμα κατάρτισης ή επιμόρφωσης, περίπου τέσσερις στους δέκα, 41,5%, δηλώνουν ότι η δαπάνη καλύφθηκε από τον εργοδότη. Ένας στους τέσσερις, 25,2%, αναφέρει ότι κάλυψε ο ίδιος το κόστος, ενώ περίπου τρεις στους δέκα, 32%, δηλώνουν ότι το πρόγραμμα ήταν χωρίς κόστος ή ότι το κόστος καλύφθηκε από τρίτο φορέα. [σελ. 29]
- Η στάση των επιχειρήσεων απέναντι στη συνεχιζόμενη κατάρτιση εμφανίζεται μεικτή, καθώς περισσότεροι από ένας στους τρεις εργαζομένους, ποσοστό 36%, δηλώνουν ότι η επιχείρηση στην οποία εργάζονται δεν υποστηρίζει ή μάλλον δεν υποστηρίζει τη συνεχιζόμενη επαγγελματική κατάρτισή τους. Την ίδια στιγμή, περισσότεροι από τους μισούς εργαζομένους, 57,1%, θεωρούν ότι η επιχείρησή τους την υποστηρίζει ή μάλλον την υποστηρίζει. Το εύρημα δείχνει ότι, αν και η υποστήριξη της κατάρτισης υπάρχει σε σημαντικό μέρος των επιχειρήσεων, δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε σταθερή, καθολική και συστηματική επιχειρηματική πρακτική. [σελ. 30]
- Η υποστήριξη της κατάρτισης από τις επιχειρήσεις αυξάνεται όσο μεγαλώνει το μέγεθος της επιχείρησης. Στις πολύ μικρές επιχειρήσεις, με 1–9 εργαζομένους, το 46,2% δηλώνει ότι η επιχείρηση υποστηρίζει ή μάλλον υποστηρίζει τη συνεχή επαγγελματική κατάρτιση. Το ποσοστό αυξάνεται στο 59,1% στις μικρές επιχειρήσεις, στο 63,8% στις μεσαίες και φτάνει στο 69,8% στις μεγάλες επιχειρήσεις, με 250 εργαζομένους και άνω. Η εικόνα δείχνει ότι η κατάρτιση παραμένει περισσότερο ανεπτυγμένη εκεί όπου υπάρχουν μεγαλύτερες οργανωτικές και οικονομικές δυνατότητες. [σελ. 31]
Όλες οι σημαντικές ειδήσεις
Προσλήψεις εκπαιδευτικών – ΟΠΣΥΔ: Τα 6 βήματα για σωστά δικαιολογητικά και φάκελο
Πανελλήνιες 2026: Το έγγραφο «κλειδί» για την είσοδο στα εξεταστικά κέντρα
Προκηρύξεις εκπαιδευτικών 2026: Πώς θα δεις πρώτος τους πίνακες μέσω google
Μιχάλης Τσιλιβάκος