Έντονες επιφυλάξεις για το υπό διαμόρφωση νομοσχέδιο σχετικά με την επιλογή στελεχών της Δημόσιας Διοίκησης εκφράζει ο Πανελλήνιος Σύλλογος Διδακτόρων Δημοσίου (ΠΑΣΥΔ), με ανοιχτή επιστολή προς τον Κυριάκο Μητσοτάκη και το Υπουργείο Εσωτερικών.
Στην επιστολή του, ο Σύλλογος υποστηρίζει ότι οι μέχρι στιγμής πληροφορίες για το νέο σύστημα μοριοδότησης και επιλογής προϊσταμένων περιορίζουν σημαντικά τη βαρύτητα των ακαδημαϊκών προσόντων, ιδίως του διδακτορικού τίτλου, δίνοντας μεγαλύτερη έμφαση στη γραπτή εξέταση, την προϋπηρεσία και την προηγούμενη άσκηση καθηκόντων ευθύνης.
Ο ΠΑΣΥΔ επισημαίνει ότι είχε ήδη απευθυνθεί από τις 13 Ιουλίου 2026 στο Υπουργείο Εσωτερικών ζητώντας θεσμική ενημέρωση και συνάντηση εργασίας πριν από την ολοκλήρωση του νέου Προσοντολογίου – Κλαδολογίου, χωρίς – όπως αναφέρει – να υπάρξει επίσημη ανταπόκριση.
Παράλληλα, τονίζει ότι η αναγνώριση της επιστημονικής γνώσης και της ερευνητικής εμπειρίας αποτελεί βασική προϋπόθεση για μια σύγχρονη και αποτελεσματική Δημόσια Διοίκηση, υπογραμμίζοντας πως η αριστεία δεν μπορεί να αποτελεί μόνο πολιτική διακήρυξη, αλλά πρέπει να αποτυπώνεται και στις νομοθετικές επιλογές.
Ο Σύλλογος ζητά να προηγηθεί ουσιαστικός θεσμικός διάλογος με τους επιστημονικούς και υπηρεσιακούς φορείς πριν από την κατάθεση του νομοσχεδίου, καθώς και να δημοσιοποιηθεί η επιστημονική τεκμηρίωση των προτεινόμενων ρυθμίσεων.
Η ανακοίνωση του ΠΑΣΥΔ
«Η αριστεία δεν μπορεί να αποτελεί επικοινωνιακό σύνθημα και να υποβαθμίζεται νομοθετικά
Αξιότιμε κύριε Πρωθυπουργέ,
Αξιότιμε κύριε Υπουργέ,
Αξιότιμη κυρία Υφυπουργέ,
Ο Πανελλήνιος Σύλλογος Διδακτόρων Δημοσίου (ΠΑΣΥΔ) αισθάνεται την υποχρέωση να απευθυνθεί δημόσια προς την πολιτική ηγεσία της χώρας, καθώς όσα έχουν δημοσιοποιηθεί σχετικά με το επικείμενο νομοσχέδιο για την επιλογή των στελεχών της Δημόσιας Διοίκησης προκαλούν έντονο προβληματισμό, όχι μόνο στους κατόχους διδακτορικού τίτλου, αλλά συνολικά σε όσους πιστεύουν ότι η Δημόσια Διοίκηση οφείλει να οργανώνεται με όρους αξιοκρατίας, επιστημονικής επάρκειας, θεσμικής διαφάνειας και ίσων ευκαιριών. Πρόκειται για μία μεταρρύθμιση που αν μη τι άλλο αφορά τη φυσιογνωμία της ελληνικής Δημόσιας Διοίκησης για τις επόμενες δεκαετίες και αποτυπώνει με τον πιο σαφή τρόπο, ποια προσόντα θεωρεί η ίδια η Πολιτεία ότι αξίζουν να αναγνωρίζονται, όταν επιλέγονται εκείνοι που θα διοικήσουν το κράτος.
Η ανησυχία μας δεν γεννήθηκε σήμερα. Στις 13 Ιουλίου 2026, ο ΠΑΣΥΔ απέστειλε επίσημη επιστολή προς την πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Εσωτερικών, ζητώντας θεσμική ενημέρωση και συνάντηση εργασίας πριν από την ολοκλήρωση της επεξεργασίας του νέου Προσοντολογίου - Κλαδολογίου. Η επιστολή εκείνη διατύπωνε τεκμηριωμένα ερωτήματα για την αποτίμηση των διδακτορικών τίτλων, της ερευνητικής εμπειρίας και της επιστημονικής εξειδίκευσης και καλούσε την Πολιτεία να προχωρήσει σε ουσιαστικό διάλογο με τον μοναδικό πανελλήνιο φορέα εκπροσώπησης των διδακτόρων/-ισσών που υπηρετούν στη Δημόσια Διοίκηση. Η απάντηση που λάβαμε ήταν η απόλυτη σιωπή, όπως άλλωστε και στις προηγούμενες επιστολές μας. Δεν υπήρξε ούτε μία επίσημη ενημέρωση, ούτε μία πρόσκληση σε διάλογο, ούτε η στοιχειώδης θεσμική ανταπόκριση που οφείλει να επιδεικνύει ένα Υπουργείο, όταν συνομιλεί με έναν αναγνωρισμένο επιστημονικό φορέα.
Από την πλευρά του ΠΑΣΥΔ, η επιλογή αυτή δεν θεωρείται μια απλή αβλεψία επικοινωνίας από το αρμόδιο Υπουργείο Εσωτερικών. Όταν η Πολιτεία σχεδιάζει μία μεταρρύθμιση που επηρεάζει άμεσα την αξιολόγηση των ακαδημαϊκών προσόντων χιλιάδων δημοσίων υπαλλήλων και ταυτόχρονα αποκλείει από κάθε ουσιαστική διαβούλευση τον θεσμικό φορέα που εκπροσωπεί τους κατόχους του ανώτατου ακαδημαϊκού τίτλου, δημιουργείται εύλογα η εντύπωση ότι ο διάλογος αντιμετωπίζεται ως μια τυπική διαδικασία και όχι ως ουσιώδες στοιχείο για την καλή νομοθέτηση. Η διαφάνεια, η συμμετοχικότητα και η θεσμική διαβούλευση αποτελούν θεμελιώδεις αρχές μιας σύγχρονης δημοκρατικής διοίκησης και σε καμία περίπτωση διαθέσιμες επιλογές στη διακριτική ευχέρεια της εκάστοτε κυβέρνησης.
Ακόμη μεγαλύτερο προβληματισμό προκαλεί το περιεχόμενο των πληροφοριών που έχουν δημοσιοποιηθεί για το νέο σύστημα επιλογής προϊσταμένων. Από τα στοιχεία που είδαν το φως της δημοσιότητας προκύπτει ότι η βαρύτητα της διαδικασίας μετατοπίζεται κυρίως προς τη γραπτή εξέταση, την προϋπηρεσία και την προηγούμενη άσκηση καθηκόντων ευθύνης, ενώ η συμβολή των ακαδημαϊκών προσόντων περιορίζεται αισθητά στη συνολική διαμόρφωση της τελικής βαθμολογίας. Η επιλογή αυτή δεν είναι μια ουδέτερη τεχνική ρύθμιση. Αποτυπώνει μια συγκεκριμένη αντίληψη για το ποια χαρακτηριστικά θεωρούνται καθοριστικά για την ανάδειξη των στελεχών της Δημόσιας Διοίκησης.
Η αντίληψη αυτή έρχεται, όμως, σε εμφανή αντίφαση με τη διακηρυγμένη πολιτική επιλογή της κυβέρνησης να αναδεικνύει διαρκώς την «αριστεία» ως θεμελιώδη αρχή της δημόσιας διοίκησης. Η αριστεία, όμως, δεν μπορεί να αποτελεί πολιτικό σύνθημα όταν υποβαθμίζεται στην πράξη μέσα από τις ίδιες τις νομοθετικές επιλογές της Πολιτείας.
Κύριε Πρωθυπουργέ, Κύριε Υπουργέ και Κυρία Υφυπουργέ, να σας υπενθυμίσουμε ότι διαχρονικά ο διδακτορικός τίτλος δεν αποτελεί ένα ακόμη τυπικό προσόν ενός/μιας υποψηφίου, αποτελεί τον ανώτατο ακαδημαϊκό τίτλο, ο οποίος απονέμεται ύστερα από πολυετή ερευνητική εργασία, αυστηρή επιστημονική αξιολόγηση και πρωτότυπη συμβολή στην παραγωγή νέας γνώσης. Η περιορισμένη βαρύτητα που φαίνεται να του αποδίδεται στο νέο σύστημα δεν αποτελεί απλώς ένα ζήτημα μοριοδότησης, αντίθετα αποτελεί ένα πολιτικό και θεσμικό μήνυμα για το πώς αντιλαμβάνεται η Πολιτεία την αξία της επιστημονικής γνώσης μέσα στη Δημόσια Διοίκηση.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί, επίσης, το γεγονός ότι οι προτεινόμενες ρυθμίσεις φαίνεται να αποδίδουν ιδιαίτερα αυξημένη σημασία στην προηγούμενη άσκηση καθηκόντων ευθύνης. Είναι εύλογο να τίθεται το ερώτημα, εάν το προτεινόμενο μοντέλο δημιουργεί στην πράξη σημαντικό συγκριτικό πλεονέκτημα υπέρ συγκεκριμένων κατηγοριών υποψηφίων που, ήδη, κατείχαν θέσεις ευθύνης, περιορίζοντας τις δυνατότητες ουσιαστικής αξιοκρατικής εξέλιξης άλλων στελεχών με υψηλή επιστημονική κατάρτιση. Η παρατήρηση αυτή δεν συνιστά απόδοση κινήτρων, ούτε αμφισβήτηση της αξίας της διοικητικής εμπειρίας. Συνιστά, όμως, εύλογη επισήμανση ως προς τις συνέπειες που δύνανται να προκύψουν από την εφαρμογή των συγκεκριμένων συντελεστών μοριοδότησης και επιβάλλει τη δημόσια τεκμηρίωση των επιλογών αυτών από το Υπουργείο Εσωτερικών.
Επειδή οι Κυβερνήσεις έρχονται και φεύγουν, σας υπενθυμίζουμε ότι η Δημόσια Διοίκηση έχει ανάγκη τόσο από διοικητική εμπειρία, όσο και από υψηλή επιστημονική κατάρτιση. Οι δύο αυτές παράμετροι δεν είναι ανταγωνιστικές, είναι συμπληρωματικές. Ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος οφείλει να δημιουργεί συνθήκες, ώστε η εμπειρία να συνδυάζεται με τη γνώση, την έρευνα, την καινοτομία και τη συνεχή επιστημονική εξέλιξη. Η υποβάθμιση οποιουδήποτε από τα στοιχεία αυτά δεν υπηρετεί την αξιοκρατία, ούτε ενισχύει την αποτελεσματικότητα της Δημόσιας Διοίκησης.
Όπως έχουμε αναφέρει και σε προηγούμενες επιστολές μας, ο ΠΑΣΥΔ δεν διεκδικεί ειδική μεταχείριση, ούτε προνομιακή μοριοδότηση για τους κατόχους διδακτορικού τίτλου. Διεκδικεί, όμως, την αυτονόητη αναγνώριση της αξίας του ανώτατου ακαδημαϊκού τίτλου και ζητεί οι νομοθετικές επιλογές να στηρίζονται σε αντικειμενικά, διαφανή και επιστημονικά τεκμηριωμένα κριτήρια. Μέχρι σήμερα δεν έχει παρουσιαστεί καμία δημόσια μελέτη, καμία συγκριτική αξιολόγηση διεθνών πρακτικών και καμία ειδική επιστημονική τεκμηρίωση που να εξηγεί γιατί επιλέχθηκαν οι συγκεκριμένοι συντελεστές μοριοδότησης και γιατί η επιστημονική εξειδίκευση περιορίζεται σε τόσο μικρό βαθμό επιρροής στο τελικό αποτέλεσμα.
Για όλους αυτούς τους λόγους, καλούμε την Κυβέρνηση να μην προχωρήσει στην κατάθεση του συγκεκριμένου σχεδίου νόμου προς δημόσια διαβούλευση πριν προηγηθεί ουσιαστικός θεσμικός διάλογος με τους επιστημονικούς και υπηρεσιακούς φορείς που επηρεάζονται άμεσα από τις προτεινόμενες ρυθμίσεις. Παράλληλα, ζητούμε να δοθεί στη δημοσιότητα η επιστημονική και διοικητική τεκμηρίωση των επιλογών που υιοθετήθηκαν, ώστε ο δημόσιος διάλογος να διεξαχθεί με διαφάνεια και πλήρη γνώση των πραγματικών δεδομένων.
Τέλος, η Δημόσια Διοίκηση δεν μπορεί να οικοδομηθεί πάνω σε αντιφάσεις, ούτε ζητά από τους νέους επιστήμονες να επενδύουν χρόνια στην έρευνα, στην ακαδημαϊκή αριστεία και στην παραγωγή νέας γνώσης και όταν έρχεται η ώρα να αξιοποιηθούν από το ίδιο το κράτος, αυτή η πορεία ετών να αντιμετωπίζεται ως δευτερεύον στοιχείο.
Η Ελλάδα χρειάζεται μια Δημόσια Διοίκηση που να αξιοποιεί το καλύτερο ανθρώπινο δυναμικό της και όχι να αποδυναμώνει τον ρόλο της επιστημονικής γνώσης. Η αριστεία δεν αποδεικνύεται με δημόσιες δηλώσεις, αλλά με τους νόμους και αντίστοιχα οι νόμοι οφείλουν να υπηρετούν όσα η Πολιτεία διακηρύσσει.
Η παρέμβασή μας δεν εκκινεί από συντεχνιακή λογική, ούτε αφορά αποκλειστικά τους κατόχους διδακτορικού τίτλου. Αφορά το σύνολο των δημοσίων υπαλλήλων που υπηρετούν με συνέπεια, επενδύουν διαρκώς στη γνώση, στην επιμόρφωση και στην επιστημονική τους εξέλιξη και προσδοκούν ότι η Πολιτεία θα τους αξιολογεί με αντικειμενικά, διαφανή και αξιοκρατικά κριτήρια. Η υποβάθμιση της επιστημονικής αριστείας δεν πλήττει μόνο τους διδάκτορες, πλήττει την ίδια τη λογική ενός σύγχρονου, αποτελεσματικού και ποιοτικού Δημοσίου.
Με σεβασμό και εκτίμηση,
Το Δ.Σ. του Σωματείου ΠΑΣΥΔ
Ο Πρόεδρος : Δρ. Ιωάννης Χ. Λαμπρόπουλος
H Αντιπρόεδρος : Δρ. Ευγενία Παγάνη
Η Γραμματέας : Δρ. Μαρία Κολτσίδα
O Ταμίας : Δρ. Νικόλαος Βουδρισλής
Το μέλος : Δρ. Αλέξανδρος Ζ. Σπυρόπουλος»