Χιλιάδες ασφαλισμένοι που στο παρελθόν πλήρωναν ταυτόχρονα εισφορές σε δύο διαφορετικά Ταμεία μπορούν να δουν τον παράλληλο ασφαλιστικό χρόνο να αυξάνει σημαντικά τη σύνταξή τους. Το αποτέλεσμα, ωστόσο, δεν είναι το ίδιο για όλους: σε ορισμένες περιπτώσεις προκύπτουν δύο ανταποδοτικά τμήματα, ενώ σε άλλες καταβάλλεται προσαύξηση πάνω στη σύνταξη.
Η παράλληλη ασφάλιση αποτελεί ένα από τα πιο σύνθετα κεφάλαια στον υπολογισμό των συντάξεων και αφορά κυρίως εργαζόμενους οι οποίοι για κάποια χρόνια της επαγγελματικής τους ζωής κατέβαλλαν ταυτόχρονα εισφορές σε περισσότερους ασφαλιστικούς φορείς.
Χαρακτηριστική περίπτωση είναι ένας εργαζόμενος που ήταν μισθωτός και ασφαλιζόταν στο πρώην ΙΚΑ, ενώ την ίδια περίοδο διατηρούσε παράλληλα ατομική επιχείρηση ή ελεύθερο επάγγελμα και κατέβαλλε εισφορές στον πρώην ΟΑΕΕ.
Οι εισφορές αυτές δεν χάνονται. Ο τρόπος όμως με τον οποίο μετατρέπονται σε συνταξιοδοτική παροχή εξαρτάται κυρίως από δύο παράγοντες: πόσος ασφαλιστικός χρόνος έχει συγκεντρωθεί σε κάθε πρώην Ταμείο και εάν πληρούνται αυτοτελώς οι προϋποθέσεις συνταξιοδότησης σε καθένα από αυτά.
Πότε μπορούν να προκύψουν δύο ανταποδοτικά τμήματα σύνταξης
Το βασικό σημείο που πρέπει να γνωρίζουν οι ασφαλισμένοι είναι ότι ο όρος «διπλή σύνταξη» μπορεί εύκολα να δημιουργήσει λανθασμένη εντύπωση.
Η ύπαρξη ασφάλισης σε δύο πρώην Ταμεία δεν σημαίνει αυτομάτως ότι ένας συνταξιούχος θα λάβει δύο πλήρεις κύριες συντάξεις και, ιδίως, δύο πλήρεις εθνικές συντάξεις.
Όταν ο ασφαλισμένος πληροί αυτοτελώς τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης και στους δύο πρώην φορείς, ο τρόπος υπολογισμού μπορεί να οδηγήσει σε μία εθνική σύνταξη και δύο ανταποδοτικά τμήματα, ανάλογα με τον ασφαλιστικό χρόνο και τις εισφορές που έχουν καταβληθεί.
Ο ίδιος ο e-ΕΦΚΑ αναφέρει, στις περιπτώσεις σώρευσης συντάξεων ίδιας κατηγορίας, ότι εξετάζονται διαφορετικοί τρόποι υπολογισμού, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η καταβολή μίας εθνικής σύνταξης μαζί με δύο ανταποδοτικές συντάξεις. Στόχος είναι να προκύψει το συμφερότερο ποσό για τον ασφαλισμένο.
Παράδειγμα με ΙΚΑ και ΟΑΕΕ
Ένας ασφαλισμένος μπορεί, για παράδειγμα, να εργάστηκε επί σειρά ετών ως μισθωτός με ασφάλιση στο πρώην ΙΚΑ και την ίδια περίοδο να ασκούσε επαγγελματική δραστηριότητα με υποχρέωση ασφάλισης στον πρώην ΟΑΕΕ.
Για τα ίδια ημερολογιακά χρόνια είχαν συνεπώς καταβληθεί εισφορές και στους δύο φορείς.
Εάν ο χρόνος που έχει συμπληρωθεί στον καθένα επαρκεί ώστε να θεμελιώνεται αυτοτελές συνταξιοδοτικό δικαίωμα, οι καταβληθείσες εισφορές μπορούν να οδηγήσουν στον υπολογισμό ξεχωριστών ανταποδοτικών τμημάτων.
Το ακριβές αποτέλεσμα δεν είναι ίδιο σε κάθε φάκελο, καθώς επηρεάζεται από τον συνολικό χρόνο ασφάλισης, τις συντάξιμες αποδοχές, το ύψος των εισφορών και τις προϋποθέσεις που ίσχυαν στον κάθε πρώην φορέα.
Τι γίνεται όταν υπάρχει δικαίωμα σύνταξης μόνο στο ένα Ταμείο
Ακόμη μεγαλύτερη σημασία έχει η περίπτωση κατά την οποία ο εργαζόμενος είχε καταβάλει εισφορές σε δύο Ταμεία, αλλά τελικά θεμελιώνει συνταξιοδοτικό δικαίωμα μόνο στον έναν από τους δύο πρώην φορείς.
Ο ασφαλιστικός χρόνος του δεύτερου Ταμείου δεν διαγράφεται ούτε μένει αναξιοποίητος.
Για τον παράλληλο χρόνο ασφάλισης έως τις 31 Δεκεμβρίου 2016, ο οποίος δεν χρησιμοποιήθηκε για τη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος, προβλέπεται προσαύξηση της σύνταξης λόγω των πρόσθετων εισφορών που είχαν καταβληθεί.
Ο e-ΕΦΚΑ επισημαίνει ότι ο παράλληλος χρόνος ο οποίος δεν χρησιμοποιείται για τη θεμελίωση λαμβάνεται υπόψη για την προσαύξηση του ποσού της σύνταξης βάσει του άρθρου 36Α του ν. 4387/2016, όπως αυτό προστέθηκε με τον ν. 4670/2020.
Πώς υπολογίζεται η προσαύξηση
Ο μηχανισμός της προσαύξησης έχει ιδιαίτερη σημασία για ασφαλισμένους με πολλά χρόνια ταυτόχρονης καταβολής εισφορών.
Για κάθε έτος για το οποίο έχει καταβληθεί πρόσθετη εισφορά προβλέπεται ετήσιο ποσοστό αναπλήρωσης 0,075% για κάθε μία ποσοστιαία μονάδα επιπλέον εισφοράς.
Για τον υπολογισμό λαμβάνεται υπόψη και η βάση πάνω στην οποία καταβλήθηκε η πρόσθετη ασφαλιστική εισφορά.
Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι το όφελος δεν είναι ένα ενιαίο σταθερό ποσό για όλους. Εξαρτάται, μεταξύ άλλων, από:
- τα χρόνια της παράλληλης ασφάλισης,
- το ύψος της πρόσθετης εισφοράς,
- τις αποδοχές ή τη βάση επί της οποίας υπολογίστηκαν οι εισφορές,
- το εάν ο συγκεκριμένος χρόνος χρησιμοποιείται ή όχι για τη θεμελίωση δικαιώματος σύνταξης.
Όσο μεγαλύτερο είναι το διάστημα για το οποίο καταβλήθηκαν πρόσθετες εισφορές, τόσο μεγαλύτερη μπορεί να είναι και η επίδρασή τους στο τελικό ποσό.
Το κρίσιμο όριο της 1ης Ιανουαρίου 2017
Η ημερομηνία-ορόσημο για την παράλληλη ασφάλιση είναι η 1η Ιανουαρίου 2017, όταν άρχισε η λειτουργία του ΕΦΚΑ.
Τα χρόνια πριν και μετά την ημερομηνία αυτή δεν αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο.
Για τον χρόνο έως τις 31 Δεκεμβρίου 2016 υπάρχουν οι διακριτοί ασφαλιστικοί χρόνοι στους πρώην φορείς, όπως ΙΚΑ, ΟΑΕΕ και άλλοι.
Από την 1η Ιανουαρίου 2017 και μετά, τα χρονικά διαστήματα για τα οποία έχουν καταβληθεί περισσότερες από μία ασφαλιστικές εισφορές στον e-ΕΦΚΑ αντιμετωπίζονται, για την κύρια σύνταξη, ως ένας ενιαίος χρόνος ασφάλισης. Αυτό διευκρινίζεται ρητά από τον e-ΕΦΚΑ.
Επομένως, δύο παράλληλες δραστηριότητες μέσα στο ίδιο έτος μετά το 2017 δεν σημαίνουν ότι ο ασφαλισμένος αποκτά δύο χρόνια ασφάλισης για το ίδιο δωδεκάμηνο.
Ο χρόνος μετρά μία φορά, ενώ οι κανόνες για τις εισφορές και τον συνταξιοδοτικό υπολογισμό εφαρμόζονται με βάση το νέο ενιαίο ασφαλιστικό πλαίσιο.
Τρεις διαφορετικές εκδοχές που μπορεί να εξετάσει ο e-ΕΦΚΑ
Σύμφωνα με τις οδηγίες του φορέα, όταν υπάρχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις σε περισσότερους πρώην ασφαλιστικούς φορείς, στον υπολογισμό μπορούν να εξεταστούν διαφορετικά σενάρια.
Ενδεικτικά:
- Μία εθνική και μία ανταποδοτική σύνταξη από τον έναν πρώην φορέα, με προσαύξηση για τον χρόνο του δεύτερου φορέα.
- Ο αντίστροφος υπολογισμός, δηλαδή αξιοποίηση του άλλου πρώην φορέα για την ανταποδοτική σύνταξη και προσαύξηση για τον πρώτο.
- Μία εθνική σύνταξη και δύο ανταποδοτικές συντάξεις, όταν πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις.
Ο e-ΕΦΚΑ προβλέπει ότι χορηγείται το συμφερότερο ποσό που προκύπτει από τους προβλεπόμενους υπολογισμούς.
Δεν αρκεί απλώς να υπάρχουν «δύο Ταμεία»
Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η παλαιότερη ασφάλιση σε δύο φορείς από μόνη της δεν αρκεί για να δημιουργήσει δύο αυτοτελείς συντάξεις.
Αυτό που πρέπει να ελεγχθεί στον ασφαλιστικό φάκελο είναι εάν υπάρχει επαρκής χρόνος για αυτοτελή θεμελίωση δικαιώματος σε κάθε πρώην Ταμείο.
Εάν υπάρχει, μπορεί να ενεργοποιηθεί ο μηχανισμός που οδηγεί ακόμη και σε μία εθνική σύνταξη και δύο ανταποδοτικά τμήματα.
Εάν δεν υπάρχει δεύτερο αυτοτελές δικαίωμα, οι πρόσθετες εισφορές που καταβλήθηκαν μέχρι το τέλος του 2016 μπορούν, υπό τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις, να ενισχύσουν το ποσό μέσω της προσαύξησης.
Τι πρέπει να ελέγξουν οι ασφαλισμένοι
Όσοι έχουν ιστορικό παράλληλης ασφάλισης, ιδιαίτερα σε συνδυασμούς όπως ΙΚΑ – ΟΑΕΕ, είναι χρήσιμο πριν από την αίτηση συνταξιοδότησης να γνωρίζουν με ακρίβεια:
- πόσος χρόνος έχει καταγραφεί σε κάθε πρώην φορέα έως το 2016,
- ποια διαστήματα ήταν πραγματικά παράλληλα,
- εάν υπάρχουν περίοδοι που δεν έχουν περαστεί σωστά στο ασφαλιστικό ιστορικό,
- εάν θεμελιώνεται αυτοτελές δικαίωμα σε περισσότερους από έναν φορείς,
- ποιες εισφορές έχουν καταβληθεί για τον παράλληλο χρόνο.
Η λεπτομέρεια αυτή μπορεί να είναι καθοριστική, καθώς δύο ασφαλισμένοι με τον ίδιο συνολικό αριθμό ετών εργασίας μπορεί να καταλήξουν σε διαφορετικό ποσό σύνταξης ανάλογα με το πότε, πού και με ποιο ύψος εισφορών ασφαλίστηκαν.