Για δεκαετίες, οι Έλληνες μεγάλωναν με μία υπόσχεση. Ότι αν διαβάσεις, εργαστείς σκληρά, αποκτήσεις γνώσεις και επιμείνεις στους στόχους σου, κάποια στιγμή θα ανταμειφθείς. Ένα άτυπο «ελληνικό όνειρο», αντίστοιχο με το περίφημο «αμερικανικό όνειρο», που υποσχόταν πως η προσωπική προσπάθεια μπορεί να οδηγήσει σε κοινωνική και οικονομική άνοδο.
Σήμερα, όμως, όλο και περισσότεροι νέοι διαπιστώνουν ότι αυτή η υπόσχεση μοιάζει να καταρρέει.
Η πραγματικότητα της ελληνικής αγοράς εργασίας δείχνει ότι η αξία ενός εργαζομένου δεν κρίνεται πάντα από τις γνώσεις, την παραγωγικότητα ή την ποιότητα της δουλειάς του. Πολύ συχνά, μεγαλύτερο ρόλο παίζουν οι γνωριμίες, οι δημόσιες σχέσεις, το κοινωνικό δίκτυο ή η δυνατότητα πρόσβασης στους «σωστούς ανθρώπους». Έτσι δημιουργείται η αίσθηση ότι η αξιοκρατία αποτελεί περισσότερο εξαίρεση παρά κανόνα.
Δεν είναι τυχαίο ότι αρκετές επιστημονικές έρευνες επισημαίνουν πως η κοινωνική κινητικότητα στην Ελλάδα εξακολουθεί να επηρεάζεται σημαντικά από το οικογενειακό και κοινωνικό υπόβαθρο. Παρότι η εκπαίδευση εξακολουθεί να αποτελεί έναν σημαντικό μηχανισμό εξέλιξης, οι κοινωνικές ανισότητες δεν εξαφανίζονται. Αντίθετα, πολλές φορές αναπαράγονται μέσα από το ίδιο το εκπαιδευτικό και επαγγελματικό σύστημα.
Η οικονομική κρίση της προηγούμενης δεκαετίας έκανε ακόμη πιο εμφανές το πρόβλημα. Οι νέοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με χαμηλούς μισθούς, επισφαλείς μορφές εργασίας και περιορισμένες ευκαιρίες επαγγελματικής εξέλιξης. Ακόμη και όσοι διαθέτουν πανεπιστημιακούς τίτλους και υψηλή εξειδίκευση δυσκολεύονται να βρουν εργασία που να ανταποκρίνεται στα προσόντα τους, γεγονός που ενισχύει την απογοήτευση και οδηγεί χιλιάδες νέους στη μετανάστευση.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο οικονομικό. Είναι βαθιά κοινωνικό.
Όταν ένας νέος βλέπει ότι ένας λιγότερο καταρτισμένος συνάδελφος προάγεται επειδή διαθέτει καλύτερες διασυνδέσεις, το μήνυμα που λαμβάνει είναι ξεκάθαρο: η προσπάθεια δεν αρκεί. Όταν η επαγγελματική εξέλιξη εξαρτάται περισσότερο από το ποιον γνωρίζεις παρά από το τι μπορείς να προσφέρεις, τότε η εμπιστοσύνη στους θεσμούς και στην έννοια της αξιοκρατίας αρχίζει να διαβρώνεται.
Η Ελλάδα κουβαλά ιστορικά το βάρος του πελατειακού συστήματος, ενός φαινομένου που έχει μελετηθεί εκτενώς τόσο από Έλληνες όσο και από ξένους ερευνητές. Οι πελατειακές σχέσεις και η διαπλοκή δεν επηρεάζουν μόνο την πολιτική. Δημιουργούν μια κουλτούρα όπου οι προσωπικές γνωριμίες αποκτούν συχνά μεγαλύτερη αξία από την αντικειμενική αξιολόγηση των ικανοτήτων.
Το αποτέλεσμα είναι ένας φαύλος κύκλος. Όσοι διαθέτουν κοινωνικό κεφάλαιο αποκτούν περισσότερες ευκαιρίες, ενώ όσοι βασίζονται αποκλειστικά στις γνώσεις και στην εργασία τους χρειάζεται να καταβάλουν πολλαπλάσια προσπάθεια για να πετύχουν το ίδιο αποτέλεσμα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κανείς δεν πετυχαίνει με την αξία του. Υπάρχουν χιλιάδες άνθρωποι που καταφέρνουν να διακριθούν χάρη στις ικανότητές τους. Ωστόσο, όταν οι εξαιρέσεις παρουσιάζονται ως ο κανόνας, αγνοείται ένα σημαντικό μέρος της πραγματικότητας. Η κοινωνική κινητικότητα δεν εξαρτάται μόνο από την ατομική προσπάθεια αλλά και από τις δομές μιας κοινωνίας, τις ευκαιρίες που προσφέρει και τους μηχανισμούς επιλογής που εφαρμόζει.
Το λεγόμενο «ελληνικό όνειρο» δεν πέθανε επειδή οι νέοι σταμάτησαν να προσπαθούν. Απειλείται επειδή πολλοί αισθάνονται ότι οι κανόνες του παιχνιδιού δεν είναι ίδιοι για όλους.
Και όσο η επιτυχία εξακολουθεί να εξαρτάται περισσότερο από τις γνωριμίες παρά από την αξία, τόσο περισσότεροι άνθρωποι θα χάνουν την πίστη τους στην προσπάθεια, θα εγκαταλείπουν τη χώρα αναζητώντας δικαιότερες συνθήκες ή θα συμβιβάζονται με πολύ λιγότερα από όσα πραγματικά μπορούν να πετύχουν.
Το πραγματικό ζητούμενο, λοιπόν, δεν είναι να πείσουμε τους νέους να δουλέψουν περισσότερο. Είναι να δημιουργήσουμε μια κοινωνία όπου η προσωπική προσπάθεια, η εμπειρία, η γνώση και η δημιουργικότητα θα ανταμείβονται πραγματικά. Γιατί μόνο τότε το «ελληνικό όνειρο» θα πάψει να είναι μια όμορφη ιδέα και θα μετατραπεί ξανά σε μια ρεαλιστική προοπτική.