Υποτίθεται ότι ένας πολίτης, ένας μαθητής, ένας γονέας ή ένας εργαζόμενος που καταγγέλλει ένα σοβαρό περιστατικό απευθύνεται στη Διοίκηση επειδή πιστεύει ότι κάποιος ανώτερος και αμερόληπτος μηχανισμός θα εξετάσει όσα αναφέρει. Τι συμβαίνει όμως όταν η καταγγελία, αντί να ελεγχθεί ανεξάρτητα, επιστρέφει ουσιαστικά στα ίδια πρόσωπα ή στο ίδιο υπηρεσιακό περιβάλλον που αφορά; Τότε η προστασία του καταγγέλλοντος μπορεί εύκολα να μετατραπεί σε έκθεσή του απέναντι σε εκείνους από τους οποίους ζήτησε να προστατευθεί.
Υπάρχει μια αντίφαση στη λειτουργία της δημόσιας διοίκησης που αξίζει να συζητηθεί πολύ περισσότερο. Ένας άνθρωπος αποφασίζει να μιλήσει για εύνοια, πιέσεις, απειλές, αυθαιρεσίες, κακή διοίκηση ή άλλες σοβαρές συμπεριφορές. Δεν απευθύνεται στους ίδιους τους ανθρώπους για τους οποίους παραπονείται, αλλά σε μια ανώτερη αρχή, ακριβώς επειδή θεωρεί ότι το ζήτημα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί μέσα στο ίδιο περιβάλλον.
Κι όμως, αρκετές φορές η πρώτη κίνηση της διοικητικής μηχανής είναι η απλούστερη: διαβιβάζει την καταγγελία στην υπηρεσία την οποία αυτή αφορά και ζητά τις απόψεις της.
Τυπικά, αυτό μπορεί να εμφανίζεται ως μέρος της διοικητικής διαδικασίας. Ο καταγγελλόμενος ασφαλώς έχει δικαίωμα να δώσει εξηγήσεις. Άλλο όμως να ζητούνται οι εξηγήσεις του στο πλαίσιο μιας πραγματικά ανεξάρτητης διερεύνησης και άλλο ολόκληρη η υπόθεση να επιστρέφει στο περιβάλλον από το οποίο προέκυψε.
Εκεί αρχίζει το πρόβλημα.
Από καταγγέλλων, «πρόβλημα»
Ο άνθρωπος που έκανε την καταγγελία μπορεί ξαφνικά να διαπιστώσει ότι το περιεχόμενό της είναι γνωστό στους ανθρώπους με τους οποίους εξακολουθεί να εργάζεται, να συνεργάζεται ή –στην περίπτωση ενός μαθητή– να βρίσκεται καθημερινά στον ίδιο χώρο.
Από εκείνη τη στιγμή οι ισορροπίες αλλάζουν.
Το ερώτημα μπορεί σιγά σιγά να πάψει να είναι «τι συνέβη;» και να γίνει «γιατί το κατήγγειλε;». Αντί να εξετάζεται το καταγγελλόμενο περιστατικό, αρχίζει να εξετάζεται ο χαρακτήρας, η συμπεριφορά, τα κίνητρα ή ακόμη και η προσωπικότητα εκείνου που μίλησε.
Είναι ένας γνωστός μηχανισμός αντιστροφής των ρόλων: η καταγγελία υποχωρεί στο περιθώριο και ο καταγγέλλων περνά στο μικροσκόπιο.
Μπορεί να χαρακτηριστεί «δύσκολος», «υπερβολικός», «συγκρουσιακός», «προβληματικός». Μπορεί να αρχίσει να νιώθει ότι βρίσκεται απομονωμένος. Και τελικά, ακόμη και χωρίς καμία ανοιχτή απειλή, το μήνυμα προς τον ίδιο και προς όλους τους υπόλοιπους γίνεται απολύτως κατανοητό: όποιος μιλά, πληρώνει ένα τίμημα.
Στο σχολείο το πρόβλημα είναι ακόμη σοβαρότερο
Ας σκεφτούμε ιδιαίτερα την περίπτωση ενός μαθητή.
Ένα παιδί καταγγέλλει ένα περιστατικό στο σχολείο του επειδή θεωρεί ότι έχει υποστεί πίεση, άδικη μεταχείριση ή κάποια άλλη σοβαρή συμπεριφορά. Αν η αναφορά του καταλήξει αυτούσια στο ίδιο περιβάλλον και η διερεύνησή της γίνει αποκλειστικά από ανθρώπους που καθημερινά συνεργάζονται μεταξύ τους, ποια ακριβώς αίσθηση ασφάλειας μπορεί να έχει ο μαθητής;
Ακόμη και αν κανείς δεν του πει τίποτε ευθέως, εκείνος γνωρίζει πλέον ότι οι άνθρωποι τους οποίους κατήγγειλε ξέρουν πως μίλησε.
Αυτό από μόνο του μπορεί να λειτουργήσει αποτρεπτικά.
Και δεν αφορά μόνο τη συγκεκριμένη περίπτωση. Οι υπόλοιποι μαθητές παρακολουθούν. Οι εκπαιδευτικοί παρακολουθούν. Οι γονείς παρακολουθούν.
Ένα σύστημα στο οποίο ο καταγγέλλων αισθάνεται εκτεθειμένος διδάσκει τελικά ένα πολύ επικίνδυνο μάθημα: καλύτερα να μη μιλάς.
Η «συναδελφική αλληλεγγύη» έχει όρια
Η συναδελφικότητα είναι απαραίτητη σε κάθε χώρο εργασίας. Δεν μπορεί όμως να μετατρέπεται σε ασπίδα απέναντι στον έλεγχο.
Η πραγματική συναδελφική αλληλεγγύη δεν σημαίνει ότι προστατεύουμε έναν άνθρωπο επειδή είναι «δικός μας». Σημαίνει ότι προστατεύουμε το κύρος της υπηρεσίας, της σχολικής μονάδας ή του θεσμού ακριβώς επειδή δεν επιτρέπουμε σε σοβαρές καταγγελίες να θάβονται κάτω από προσωπικές σχέσεις και υπηρεσιακές ισορροπίες.
Κανείς δεν πρέπει να θεωρείται ένοχος επειδή καταγγέλθηκε. Αλλά και κανένας καταγγέλλων δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ένοχος επειδή τόλμησε να μιλήσει.
Αυτό είναι το δύσκολο σημείο της πραγματικής αμεροληψίας.
Η ανεξαρτησία της έρευνας προστατεύει και τις δύο πλευρές
Μια πραγματικά ανεξάρτητη διερεύνηση δεν προστατεύει μόνο τον καταγγέλλοντα. Προστατεύει και εκείνον που καταγγέλλεται.
Εάν μια υπόθεση εξετάζεται από πρόσωπα που δεν έχουν προσωπική, διοικητική ή υπηρεσιακή εμπλοκή, το αποτέλεσμα έχει μεγαλύτερη αξιοπιστία. Αν η καταγγελία αποδειχθεί αβάσιμη, ο καταγγελλόμενος δικαιώνεται μέσα από μια διαδικασία που δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί. Αν, αντιθέτως, προκύψουν πραγματικά προβλήματα, η διοίκηση έχει τη δυνατότητα να παρέμβει πριν αυτά διαιωνιστούν.
Το ζητούμενο λοιπόν δεν είναι να θεωρούμε αυτομάτως αληθινή κάθε καταγγελία.
Το ζητούμενο είναι να μπορεί να ερευνηθεί χωρίς φόβο, χωρίς πιέσεις και χωρίς εκείνος που την υποβάλλει να παραδίδεται ουσιαστικά στο περιβάλλον που καταγγέλλει.
Αν φοβάσαι να μιλήσεις, το σύστημα έχει ήδη αποτύχει
Κάθε οργανισμός –και πολύ περισσότερο ένας δημόσιος θεσμός– χρειάζεται ανθρώπους που να μπορούν να πουν ότι κάτι δεν λειτουργεί σωστά.
Η καταγγελία δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως εχθρική πράξη. Μπορεί να είναι λανθασμένη, υπερβολική ή ακόμη και αβάσιμη. Αυτό όμως πρέπει να προκύπτει από τη διερεύνησή της και όχι από την εξουδετέρωση εκείνου που την έκανε.
Γιατί το μεγαλύτερο πρόβλημα δεν είναι να υπάρχουν καταγγελίες.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι να δημιουργηθεί μια κοινωνία στην οποία οι άνθρωποι γνωρίζουν πως, αν καταγγείλουν κάτι, η καταγγελία τους μπορεί την επόμενη ημέρα να βρίσκεται στα χέρια εκείνων που κατήγγειλαν.
Τότε παύουμε να έχουμε μηχανισμό ελέγχου και αποκτούμε μηχανισμό σιωπής.
Και όταν ο πολίτης, ο εργαζόμενος ή ο μαθητής καταλήγει να σκέφτεται «καλύτερα να μη μιλήσω», το πρόβλημα δεν βρίσκεται πλέον μόνο σε μία υπηρεσία ή σε ένα σχολείο. Βρίσκεται στον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τη λογοδοσία.