Από πού προέρχεται;
Το "κουλ" αποτελεί εξελληνισμένη απόδοση της αγγλικής λέξης cool, η οποία έχει αρκετές διαφορετικές σημασίες, ανάλογα με το πλαίσιο στο οποίο χρησιμοποιείται.
Στα ελληνικά, όταν αναφερόμαστε σε έναν άνθρωπο ως "κουλ", συνήθως εννοούμε ότι είναι ψύχραιμος, ήρεμος και χαλαρός, χωρίς να αγχώνεται ή να αντιδρά υπερβολικά.
Η αγγλική λέξη, ωστόσο, δεν περιορίζεται μόνο σε αυτή τη σημασία. Ως επίθετο μπορεί να σημαίνει δροσερός, ενώ ως ρήμα χρησιμοποιείται με την έννοια του κρυώνω, ηρεμώ ή κατευνάζω. Ως ουσιαστικό μπορεί να αποδώσει την έννοια της ψυχραιμίας.
Ανάλογη σημασία έχουν και οι εκφράσεις cool down και cool off, οι οποίες μπορούν να αποδοθούν ως "ηρεμώ", "κατευνάζω", "δροσίζομαι" ή "κρυώνω", ανάλογα με τα συμφραζόμενα.
Έτσι, όταν λέμε σήμερα στα ελληνικά ότι κάποιος είναι "κουλ", ουσιαστικά περιγράφουμε έναν άνθρωπο άνετο, ήρεμο και ψύχραιμο.