Υπάρχουν λέξεις που έχουν γίνει τόσο οικείες στην καθημερινή μας ομιλία, ώστε συχνά ξεχνάμε ότι προέρχονται από άλλες γλώσσες. Μία από αυτές είναι το «ρισκάρω», ένα ρήμα που χρησιμοποιούμε όταν κάποιος επιλέγει να κάνει κάτι παρά την πιθανότητα να υπάρξει αρνητική εξέλιξη.
Η λέξη έχει περάσει στα ελληνικά από την ιταλική λέξη ** rischio **, που σημαίνει «κίνδυνος» ή «ρίσκο», και με τα χρόνια ενσωματώθηκε πλήρως στον προφορικό και καθημερινό λόγο.
Πώς λέγεται στα ελληνικά;
Η ελληνική απόδοση του «ρισκάρω» είναι «διακινδυνεύω».
Το ρήμα «διακινδυνεύω» χρησιμοποιείται όταν κάποιος επιχειρεί κάτι γνωρίζοντας ότι υπάρχει κίνδυνος ή αβεβαιότητα για το αποτέλεσμα.
Για παράδειγμα:
- «Ρισκάρω να χάσω τη δουλειά μου» → «Διακινδυνεύω να χάσω τη δουλειά μου».
- «Ρίσκαρε και τελικά τα κατάφερε» → «Διακινδύνευσε και τελικά τα κατάφερε»