Οι πρόσφατες αποφάσεις Διοικητικών Εφετείων, με τις οποίες ακυρώθηκαν οι καθαιρέσεις προϊσταμένων Νηπιαγωγείων λόγω της συμμετοχής τους στην απεργία – αποχή από την αξιολόγηση, αποτελεί μία ακόμη δικαστική εξέλιξη που επαναφέρει στο προσκήνιο τη διαμάχη γύρω από την εφαρμογή του συστήματος αξιολόγησης στην εκπαίδευση.
Οι συγκεκριμένες αποφάσεις προστίθενται σε σειρά δικαστικών κρίσεων που δικαιώνουν προϊσταμένες Νηπιαγωγείων, κρίνοντας μη νόμιμες τις πράξεις καθαίρεσής τους, και αναμένεται να επηρεάσουν τη συζήτηση τόσο για τις διοικητικές πρακτικές όσο και για τα δικαιώματα των εκπαιδευτικών που συμμετείχαν στην απεργία – αποχή.
«Αισθάνομαι δικαιωμένη»: Η πρώτη δήλωση της Ελένης Παπαχριστοδούλου μετά την ακύρωση της καθαίρεσής της από το Διοικητικό Εφετείο
Την πρώτη της δημόσια δήλωση έκανε η νηπιαγωγός και πρώην προϊσταμένη του 6ου Νηπιαγωγείου Κορωπίου, Ελένη Παπαχριστοδούλου, μετά την απόφαση του Διοικητικού Εφετείου που ακύρωσε την καθαίρεσή της από τη θέση ευθύνης, στην οποία είχε οδηγηθεί λόγω της συμμετοχής της στην απεργία – αποχή από τη διαδικασία αξιολόγησης.
Η εκπαιδευτικός χαρακτηρίζει την απόφαση του δικαστηρίου ως μια σημαντική δικαίωση, όχι μόνο προσωπική αλλά και συλλογική, αποδίδοντάς την στον αγώνα των εκπαιδευτικών που επέλεξαν να αντισταθούν, όπως αναφέρει, στις απειλές πειθαρχικών διώξεων και καθαιρέσεων.
Αναλυτικά η δήλωσή της:
«Δεν μπορώ να περιγράψω πόσο χαρούμενη και δικαιωμένη αισθάνθηκα όταν, μετά από αρκετό χρόνο αναμονής, το Δικαστήριο αποφάσισε ότι η καθαίρεσή μου από τη θέση της Προϊσταμένης του 6ου Νηπιαγωγείου Κορωπίου είναι άκυρη.
Η απόφαση αυτή δικαιώνει όχι μόνο εμένα, αλλά και πολλούς ακόμη συναδέλφους, καθώς αποτελεί αποτέλεσμα ενός συλλογικού αγώνα: του αγώνα όλων των εκπαιδευτικών που δεν υποχωρήσαμε μπροστά στις απειλές των πειθαρχικών διώξεων και των καθαιρέσεων και που παλέψαμε –και θα συνεχίσουμε να παλεύουμε– ενάντια στην αξιολόγηση.
Οι εκπαιδευτικοί που συμμετείχαμε στην απεργία – αποχή από την αξιολόγηση και επιλέξαμε να αναλάβουμε το κόστος αυτής της στάσης, αντιληφθήκαμε έγκαιρα τους κινδύνους που, κατά τη γνώμη μας, συνεπάγεται η εφαρμογή της και αρνηθήκαμε να συνεργαστούμε με τα στελέχη του υπουργείου σε μια διαδικασία που θεωρούμε ότι οδηγεί στην υποβάθμιση της δημόσιας εκπαίδευσης.
Για μένα ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι ότι η αξιολόγηση μπορεί να οδηγήσει στη διαμόρφωση εκπαιδευτικών που δεν θα τολμούν να εκφράζουν τη γνώμη τους, να ασκούν κριτική στα κακώς κείμενα, να αντιδρούν απέναντι στην αδικία και θα λειτουργούν υπό τον διαρκή φόβο των συνεπειών της αξιολόγησης.
Εμείς που αγαπάμε τα σχολεία μας, που έχουμε αφιερώσει σε αυτά αμέτρητες ώρες προσωπικού χρόνου, ενέργειας και ακόμη και δικούς μας οικονομικούς πόρους, εμείς που καθημερινά προσπαθούμε να στηρίξουμε τους μαθητές μας ώστε να έχουν έναν αξιοπρεπή χώρο μάθησης, παρά την έλλειψη πόρων, τη συνεχή αύξηση της γραφειοκρατίας και τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουμε, δεν πρόκειται να αποδεχθούμε σιωπηλά πρακτικές που έρχονται σε αντίθεση με τις αξίες που έχουμε διδαχθεί και που προσπαθούμε καθημερινά να μεταδώσουμε στα παιδιά: την ισότητα, την αλληλεγγύη και τη δικαιοσύνη.»