Είναι εύκολο να τους χαρακτηρίσει κανείς «αδιάφορους».
Το δύσκολο είναι να αναρωτηθεί γιατί έγιναν έτσι.
Γιατί η σιωπή ενός μαθητή δεν σημαίνει πάντα ότι δεν ενδιαφέρεται. Πολύ συχνά σημαίνει ότι έχει ήδη πειστεί πως δεν έχει θέση στο παιχνίδι της μάθησης.
Η ψυχολογία αυτών των παιδιών θυμίζει εκείνη του παιδιού που, όταν μικροί χωριζόμασταν σε ομάδες για να παίξουμε μπάλα, έμενε τελευταίο να περιμένει ποιος θα το πάρει. Ύστερα από αρκετές τέτοιες εμπειρίες δεν χρειάζεται κανείς να του πει ότι δεν είναι αρκετά καλό. Το έχει ήδη καταλάβει μόνο του.
Κάπως έτσι λειτουργεί πολλές φορές και η σχολική τάξη.
Ο μαθητής αισθάνεται ότι υπάρχουν οι «καλοί», εκείνοι που απαντούν, που επιβραβεύονται, που συμμετέχουν και γύρω από τους οποίους περιστρέφεται συχνά το μάθημα, και από την άλλη υπάρχουν εκείνοι που απλώς κάθονται στις πίσω σειρές και περιμένουν να περάσει η ώρα.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν ο μαθητής πάψει να πιστεύει ότι μπορεί να περάσει από τη δεύτερη κατηγορία στην πρώτη.
Το «δεν θέλει» είναι συχνά η πιο εύκολη εξήγηση
Μια από τις μεγαλύτερες παγίδες στην εκπαίδευση είναι η εύκολη διάγνωση.
«Δεν διαβάζει γιατί βαριέται».
«Δεν συμμετέχει γιατί δεν ενδιαφέρεται».
«Δεν μπορεί να ακολουθήσει».
«Δεν το έχει».
Πίσω όμως από μια φαινομενική αδιαφορία μπορεί να βρίσκονται πολύ διαφορετικές πραγματικότητες.
Ένας μαθητής μπορεί πράγματι να αντιμετωπίζει σημαντικές μαθησιακές δυσκολίες. Ένας άλλος, όμως, μπορεί να έχει απλώς χάσει την πίστη στις ικανότητές του.
Και αυτή η δεύτερη περίπτωση είναι ιδιαίτερα σημαντική.
Πρόκειται για μαθητές που έχουν αποτύχει αρκετές φορές ώστε να πιστέψουν ότι η επόμενη προσπάθεια δεν έχει νόημα. Έχουν χαμηλές προσδοκίες από τον εαυτό τους και συχνά αισθάνονται ότι ανάλογα χαμηλές προσδοκίες έχουν και οι εκπαιδευτικοί ή ακόμη και η οικογένειά τους.
Η φράση που μπορεί να μη λένε ποτέ φωναχτά, αλλά επαναλαμβάνουν μέσα τους, είναι απλή:
«Δεν είμαι για αυτά».
Όταν αυτή η πεποίθηση εγκατασταθεί βαθιά, το παιδί σταματά να προσπαθεί όχι επειδή δεν θέλει να μάθει, αλλά επειδή θεωρεί ότι η προσπάθεια θα καταλήξει ξανά στην ίδια αποτυχία.
Ο μεγαλύτερος φόβος είναι η έκθεση
Για έναν μαθητή που έχει χαμηλή αυτοπεποίθηση, το να σηκώσει το χέρι μέσα στην τάξη δεν είναι μια απλή πράξη.
Είναι ρίσκο.
Σκέφτεται ότι μπορεί να κάνει λάθος, ότι οι συμμαθητές του μπορεί να γελάσουν, ότι ο καθηγητής μπορεί να τον διορθώσει απότομα ή να περάσει αμέσως στον επόμενο.
Κάθε απάντηση μοιάζει με δημόσια εξέταση.
Γι' αυτό και το πρώτο πράγμα που χρειάζεται να δημιουργήσει ο εκπαιδευτικός δεν είναι κίνητρο.
Είναι ασφάλεια.
Η τάξη πρέπει να γίνει ένας χώρος στον οποίο το λάθος δεν είναι ντροπή αλλά μέρος της διαδικασίας. Ο εκπαιδευτικός χρειάζεται να επαναλαμβάνει στην πράξη, και όχι μόνο στα λόγια, ότι η λανθασμένη απάντηση έχει αξία γιατί αποκαλύπτει τον τρόπο σκέψης και επιτρέπει να προχωρήσει η μάθηση.
Ο μαθητής που φοβάται δεν χρειάζεται να ακούσει απλώς ότι «δεν πειράζει αν κάνεις λάθος».
Χρειάζεται να το δει να συμβαίνει.
Να σπάσει ο μύθος του «έξυπνου» και του «αδύναμου»
Πολλοί μαθητές μεγαλώνουν με την πεποίθηση ότι η τάξη χωρίζεται σε αυτούς που «τα παίρνουν» και σε αυτούς που δεν τα καταφέρνουν.
Αν ένα παιδί τοποθετήσει νωρίς τον εαυτό του στη δεύτερη κατηγορία, τότε κάθε αποτυχία έρχεται να επιβεβαιώσει αυτό που ήδη πιστεύει.
Ο ρόλος του εκπαιδευτικού είναι να κλονίσει αυτή τη βεβαιότητα.
Όχι με κενές φράσεις όπως «όλοι είστε πανέξυπνοι», αλλά βοηθώντας τον μαθητή να αντιληφθεί ότι διαθέτει ικανότητες τις οποίες πιθανόν δεν έχει μάθει να αναγνωρίζει ως μαθησιακά εργαλεία.
Ένα παιδί που είναι καλό στο μπάσκετ, για παράδειγμα, χρησιμοποιεί αντίληψη του χώρου, γρήγορη λήψη αποφάσεων, συγκέντρωση, μνήμη, αυτοέλεγχο και ικανότητα πρόβλεψης.
Ένας εκπαιδευτικός μπορεί να του δείξει ότι αυτά δεν είναι «άσχετες» δεξιότητες.
Είναι αποδείξεις ότι το παιδί μπορεί να σκέφτεται σύνθετα, να μαθαίνει και να βελτιώνεται.
Το κρίσιμο είναι να μεταφερθεί στον μαθητή ένα διαφορετικό μήνυμα:
«Δεν έχεις αποδείξει ότι δεν μπορείς. Έχεις απλώς συνηθίσει να μην προσπαθείς σε αυτό το πεδίο».
Η πρώτη κίνηση πρέπει συχνά να γίνει από τον εκπαιδευτικό
Εδώ βρίσκεται ένα από τα μεγαλύτερα λάθη της σχολικής καθημερινότητας.
Ο εκπαιδευτικός περιμένει συχνά από τον μαθητή να κινητοποιηθεί μόνος του.
Να δείξει ενδιαφέρον.
Να σηκώσει το χέρι.
Να κάνει την πρώτη ερώτηση.
Όμως ένας μαθητής που έχει αποσυρθεί εδώ και χρόνια από τη μαθησιακή διαδικασία είναι εξαιρετικά δύσκολο να κάνει μόνος του το πρώτο βήμα.
Κάποιος πρέπει να τον τραβήξει ξανά μέσα στο παιχνίδι.
Αυτό μπορεί να σημαίνει ότι ο εκπαιδευτικός θα χρειαστεί να αλλάξει προσωρινά τις ισορροπίες της τάξης, να μη στηρίζεται πάντοτε στους τρεις ή τέσσερις μαθητές που απαντούν σε κάθε ερώτηση και να δημιουργήσει χώρο για εκείνους που μέχρι χθες ήταν σχεδόν αόρατοι.
Η πρώτη ρωγμή στο καβούκι δύσκολα θα γίνει μόνη της.
Συχνά πρέπει να την ανοίξει ο εκπαιδευτικός.
Πρώτα η σχέση και μετά η γνώση
Ένας μαθητής δύσκολα μαθαίνει από έναν άνθρωπο που πιστεύει ότι δεν ενδιαφέρεται γι’ αυτόν.
Γι' αυτό και η προσωπική σχέση δεν είναι πολυτέλεια ούτε «χαλαρότητα».
Είναι παιδαγωγικό εργαλείο.
Ένα «τι κάνεις;» στο διάλειμμα, ένα αστείο, μια κουβέντα για κάτι που ενδιαφέρει το παιδί, μια μικρή αναγνώριση μιας προσπάθειας που κανείς άλλος δεν πρόσεξε μπορούν να λειτουργήσουν πολύ πιο δυνατά από μια ακόμη παρατήρηση για το ότι «πρέπει να διαβάζει περισσότερο».
Ο μαθητής χρειάζεται πρώτα να αισθανθεί ότι ο εκπαιδευτικός τον βλέπει.
Και ύστερα μπορεί να αρχίσει να πιστεύει ότι ίσως αξίζει να τον ακούσει.
Μια μικρή επιτυχία τη φορά
Ο δρόμος της επανένταξης ενός αδιάφορου μαθητή στη μαθησιακή διαδικασία δεν αρχίζει με δύσκολες ερωτήσεις.
Αρχίζει με μια μικρή νίκη.
Ο εκπαιδευτικός μπορεί να δημιουργήσει μια ερώτηση στην οποία γνωρίζει ότι ο συγκεκριμένος μαθητής έχει σοβαρές πιθανότητες να απαντήσει.
Και αν εκείνος δεν σηκώσει το χέρι, μπορεί να του δώσει προσεκτικά τον λόγο.
Η πρώτη απάντηση μπορεί να είναι λάθος.
Και εδώ κρίνεται σχεδόν όλη η υπόθεση.
Εάν ο εκπαιδευτικός πει «όχι» και περάσει αμέσως στον επόμενο, ο μαθητής θα ακούσει μέσα του την παλιά φωνή:
«Καλά έκανα και δεν μιλούσα».
Αντίθετα, αν ο εκπαιδευτικός πιαστεί από το σωστό κομμάτι της απάντησης, δώσει μια μικρή βοήθεια και του επιτρέψει να ξαναπροσπαθήσει, τότε ο μαθητής μπορεί για πρώτη φορά να βιώσει κάτι που του έλειπε για πολύ καιρό:
την αίσθηση ότι η προσπάθεια έχει αποτέλεσμα.
Και η πρώτη σωστή απάντηση δεν πρέπει να περάσει αδιάφορα.
Χρειάζεται να αναγνωριστεί.
Όχι με τρόπο που να εκθέτει ή να γελοιοποιεί το παιδί, αλλά με έναν τόνο που να λέει ξεκάθαρα:
«Το περίμενα ότι μπορείς».
Όχι λύπηση – προσδοκία
Υπάρχει μία λεπτή αλλά κρίσιμη διαφορά.
Ο μαθητής δεν χρειάζεται έναν εκπαιδευτικό που τον λυπάται.
Χρειάζεται έναν εκπαιδευτικό που περιμένει πράγματα από αυτόν.
Το μήνυμα δεν πρέπει να είναι «μπράβο που κατάφερες έστω και αυτό».
Πρέπει να είναι:
«Είδες τι γίνεται όταν προσπαθείς; Περιμένω περισσότερα από σένα».
Η υψηλή προσδοκία, όταν συνοδεύεται από πραγματική υποστήριξη, μπορεί να γίνει τεράστιο κίνητρο.
Γιατί ξαφνικά ο μαθητής αντιλαμβάνεται ότι κάποιος θεωρεί πιθανό να τα καταφέρει.
Και πολλές φορές αρκεί ένας άνθρωπος να πιστέψει πρώτος για να αρχίσει σταδιακά να πιστεύει και το ίδιο το παιδί.
Όταν αρχίσει να αισθάνεται ότι «ανήκει», αλλάζουν πολλά
Η συμμετοχή γεννά νέα συμμετοχή.
Ένας μαθητής που θα απαντήσει μία φορά, ύστερα δύο και στη συνέχεια θα εισπράξει αναγνώριση για την προσπάθειά του αρχίζει σταδιακά να βλέπει διαφορετικά τον εαυτό του μέσα στην τάξη.
Το μάθημα παύει να είναι κάτι που αφορά τους άλλους.
Αρχίζει να τον αφορά και τον ίδιο.
Και αυτή η αλλαγή είναι πολύ πιο σημαντική από έναν βαθμό.
Γιατί το παιδί αποκτά ξανά την αίσθηση ότι αποτελεί μέλος της ομάδας.
Ότι υπάρχει χώρος και για εκείνο.
Ότι δεν είναι πλέον το παιδί που μένει τελευταίο όταν χωρίζονται οι ομάδες.
Και μια δύσκολη ερώτηση για το ίδιο το σχολείο
Ίσως, τελικά, πριν μιλήσουμε για «αδιάφορους μαθητές», πρέπει να κάνουμε και μια μικρή αυτοκριτική.
Μήπως σε ορισμένες περιπτώσεις η αδιαφορία δεν γεννιέται αποκλειστικά μέσα στον μαθητή, αλλά παράγεται και από ένα σχολείο που επί χρόνια δεν κατάφερε να τον εμπλέξει;
Μήπως κάποιοι μαθητές έπαψαν να συμμετέχουν επειδή έμαθαν ότι κανείς δεν περίμενε πραγματικά τη συμμετοχή τους;
Μήπως πίσω από το «δεν με νοιάζει» υπάρχει μερικές φορές ένα πολύ διαφορετικό μήνυμα:
«Έχω σταματήσει να πιστεύω ότι μπορώ»;
Αυτά τα παιδιά δεν χρειάζονται χαμηλότερες απαιτήσεις.
Χρειάζονται έναν διαφορετικό δρόμο για να φτάσουν σε αυτές.
Γιατί στο τέλος της ημέρας πρόκειται απλώς για παιδιά που ακόμη διαμορφώνουν την εικόνα που έχουν για τον εαυτό τους.
Και είναι πολύ δύσκολο για οποιονδήποτε άνθρωπο να πετύχει κάτι όταν κανένας γύρω του δεν πιστεύει ότι μπορεί.
Πόσο μάλλον όταν έχει πάψει να το πιστεύει και ο ίδιος.