Καυστήρες, φυσικό αέριο, πυρασφάλεια, μπασκέτες, φρεάτια, πρίζες, δέντρα, μονώσεις, στέγες και καμινάδες. Η λίστα περισσότερο παραπέμπει στις αρμοδιότητες μιας τεχνικής υπηρεσίας παρά στην καθημερινότητα ενός σχολικού διευθυντή. Κι όμως, νέο έγγραφο της Περιφερειακής Διεύθυνσης Εκπαίδευσης Αττικής ζητά από τις σχολικές μονάδες να κινηθούν για ένα ευρύ πλέγμα ελέγχων και στη συνέχεια να ενημερώσουν τη διοίκηση για την ολοκλήρωσή τους.
Το ζήτημα δεν είναι, ασφαλώς, αν πρέπει να ελέγχονται τα σχολικά κτίρια. Η ασφάλεια μαθητών και εργαζομένων είναι αδιαπραγμάτευτη. Το ερώτημα είναι αν η ευθύνη για τόσο σύνθετα τεχνικά ζητήματα μπορεί να καταλήγει, έστω και μέσα από την υποχρέωση συντονισμού και παρακολούθησης, στον διευθυντή μιας σχολικής μονάδας που ούτε τεχνική κατάρτιση διαθέτει ούτε συνεργεία και προϋπολογισμό ελέγχει.
Το ίδιο το έγγραφο αναφέρεται σε αρμόδιους και πιστοποιημένους τεχνικούς, αναγνωρίζοντας ουσιαστικά ότι ο διευθυντής δεν μπορεί να αποφανθεί για τη στατική επάρκεια μιας μπασκέτας, την ασφάλεια μιας εγκατάστασης φυσικού αερίου ή την κατάσταση μιας στέγης. Εκείνος, όμως, καλείται να κινήσει τη διαδικασία, να αναζητήσει τους αρμόδιους, να αποστείλει έγγραφα, να παρακολουθήσει αν έγιναν οι αυτοψίες και τελικά να ενημερώσει υπηρεσιακά ότι οι απαραίτητες ενέργειες πραγματοποιήθηκαν.
Από τον παιδαγωγικό συντονισμό στη διαχείριση των πάντων
Η νέα αυτή υποχρέωση προστίθεται σε έναν ρόλο που έχει ήδη αλλάξει δραματικά τα τελευταία χρόνια.
Οι διευθυντές καλούνται να διαχειρίζονται κενά εκπαιδευτικών, τοποθετήσεις και ωρολόγια προγράμματα, ψηφιακές πλατφόρμες, αξιολόγηση, σχέδια δράσης, στατιστικά στοιχεία, υπηρεσιακή αλληλογραφία, προθεσμίες, γονείς, ζητήματα μαθητικής συμπεριφοράς και προβλήματα υποδομών.
Ο Χρήστος Κάτσικας έχει αναδείξει επανειλημμένα αυτή τη διοικητική υπερφόρτωση, περιγράφοντας μια πραγματικότητα στην οποία ο διευθυντής μετατρέπεται σταδιακά από παιδαγωγικό συντονιστή σε «πολυεργαλείο» και «μάνατζερ» της σχολικής μονάδας, με ολοένα μεγαλύτερο μέρος του χρόνου του να απορροφάται από αναφορές, καταχωρίσεις, ελέγχους και διοικητικές απαιτήσεις.
Η ψηφιοποίηση, μάλιστα, δεν έχει πάντοτε απλοποιήσει αυτή την καθημερινότητα. Σε αρκετές περιπτώσεις έχει δημιουργήσει νέες πλατφόρμες, φόρμες και υποχρεώσεις τεκμηρίωσης, με αποτέλεσμα η διοικητική εργασία να μεταφέρεται ολοένα περισσότερο μέσα στο ίδιο το σχολείο.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η προσθήκη τεχνικών και κτιριακών υποχρεώσεων δεν είναι μια ακόμη μικρή λεπτομέρεια. Ενισχύει μια συνολικότερη μετατόπιση: όσο περισσότερες αρμοδιότητες κατεβαίνουν προς τη σχολική μονάδα, τόσο περισσότερο ο διευθυντής απομακρύνεται από τον παιδαγωγικό του ρόλο και μετατρέπεται σε διαχειριστή ενός πολυσύνθετου οργανισμού.
Όταν η ευθύνη κατεβαίνει προς τα κάτω
Το πρόβλημα γίνεται πιο καθαρό αν δει κανείς πώς λειτουργεί η διοικητική αλυσίδα.
Οι ανώτερες υπηρεσίες εκδίδουν οδηγίες, οι περιφερειακές δομές τις διαβιβάζουν, οι Διευθύνσεις Εκπαίδευσης τις προωθούν στα σχολεία και στο τέλος η σχολική μονάδα καλείται να βεβαιώσει ότι έλαβε τα απαραίτητα μέτρα.
Έτσι δημιουργείται ένα πλήρες ίχνος διοικητικής αλληλογραφίας. Υπάρχουν αριθμοί πρωτοκόλλου, email και υπηρεσιακές ενημερώσεις. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι λύθηκε και το πραγματικό πρόβλημα.
Μια επικίνδυνη στέγη χρειάζεται μηχανικό και συνεργείο. Μια βλάβη στον καυστήρα χρειάζεται εξειδικευμένο τεχνικό. Μια μπασκέτα που παρουσιάζει πρόβλημα χρειάζεται τεχνική αυτοψία και, αν απαιτείται, άμεση επέμβαση.
Ο διευθυντής μπορεί και πρέπει να επισημάνει τον κίνδυνο. Δεν μπορεί όμως να είναι ο τελικός εγγυητής μιας διαδικασίας την οποία δεν έχει τη θεσμική ή οικονομική δυνατότητα να ολοκληρώσει μόνος του.
Εδώ βρίσκεται και η ουσία της μετακύλισης ευθύνης: όσο πιο ασαφές είναι ποιος έχει την πραγματική αρμοδιότητα να αποκαταστήσει ένα πρόβλημα, τόσο μεγαλύτερος είναι ο κίνδυνος η ευθύνη να διαχυθεί μέχρι να καταλήξει στον τελευταίο κρίκο της αλυσίδας.
Και αυτός είναι συνήθως ο διευθυντής του σχολείου.
Οι παραιτήσεις δείχνουν το μέγεθος της πίεσης
Η πίεση που συνοδεύει τον συγκεκριμένο ρόλο δεν είναι θεωρητική.
Σύμφωνα με στοιχεία που παρουσίασε το ΑΠΥΣΠΕ Αττικής μέσα σε περίπου τρία χρόνια καταγράφηκαν στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση της Αττικής 287 παραιτήσεις διευθυντών σχολείων και προϊσταμένων νηπιαγωγείων.
Κανείς δεν μπορεί να αποδώσει όλες αυτές τις παραιτήσεις σε έναν μόνο λόγο. Ο αριθμός, ωστόσο, είναι αρκετά μεγάλος ώστε να εγείρει σοβαρό προβληματισμό για το πώς έχει εξελιχθεί η θέση του διευθυντή.
Πρόκειται για εκπαιδευτικούς που επέλεξαν να διεκδικήσουν μια θέση ευθύνης, γνωρίζοντας ότι συνοδεύεται από αυξημένες απαιτήσεις. Όταν όμως εκατοντάδες εγκαταλείπουν αυτή τη θέση πριν από τη λήξη της θητείας τους, είναι εύλογο να εξετάζεται αν το πρόβλημα δεν βρίσκεται μόνο στην προσωπική αντοχή, αλλά και στον τρόπο με τον οποίο έχει διογκωθεί το ίδιο το καθηκοντολόγιο.
Ποιος μένει τελικά για το σχολείο;
Η μεγαλύτερη απώλεια από αυτή τη διαρκή διοικητική διεύρυνση δεν μετριέται μόνο σε ώρες εργασίας.
Μετριέται στον χρόνο που δεν μένει για το ίδιο το σχολείο.
Ο διευθυντής είναι εκείνος που πρέπει να στηρίξει έναν νέο εκπαιδευτικό, να διαχειριστεί μια δύσκολη τάξη, να συζητήσει με έναν γονέα, να παρέμβει σε μια σύγκρουση, να συντονίσει τον Σύλλογο Διδασκόντων και να έχει συνολική εικόνα της παιδαγωγικής λειτουργίας της μονάδας.
Όσο περισσότερος χρόνος καταναλώνεται σε πλατφόρμες, προθεσμίες, τεχνικούς ελέγχους και διαδικασίες τεκμηρίωσης, τόσο λιγότερος απομένει για αυτά που αποτελούν τον πυρήνα της εκπαιδευτικής ζωής.
Και αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο παράδοξο: ο άνθρωπος στον οποίο ανατίθενται συνεχώς νέες αρμοδιότητες με στόχο να λειτουργεί καλύτερα το σχολείο κινδυνεύει, εξαιτίας ακριβώς αυτών των αρμοδιοτήτων, να μην έχει πλέον τον απαιτούμενο χρόνο για να ασχοληθεί ουσιαστικά με τη λειτουργία του.
Η ασφάλεια χρειάζεται δομές, όχι διαβίβαση ευθύνης
Η λύση δεν είναι να αφαιρεθεί από τον διευθυντή κάθε ευθύνη για όσα συμβαίνουν στον χώρο του σχολείου. Είναι αυτονόητο ότι πρέπει να επισημαίνει κινδύνους, να ενημερώνει τις αρμόδιες υπηρεσίες και να ζητά άμεση παρέμβαση.
Από εκεί και πέρα, όμως, απαιτείται ξεκάθαρος θεσμικός μηχανισμός: συγκεκριμένη τεχνική υπηρεσία, αρμόδιος μηχανικός, διαθέσιμη χρηματοδότηση, συνεργείο και δεσμευτικό χρονοδιάγραμμα αποκατάστασης.
Η ασφάλεια ενός σχολικού κτιρίου δεν μπορεί να εξαρτάται από το πόσο επίμονα θα τηλεφωνεί ένας διευθυντής ή πόσα υπηρεσιακά email θα στείλει.
Ούτε μπορεί ο ίδιος να μετατρέπεται σε εργολάβο ενός κτιρίου που δεν διαχειρίζεται τεχνικά και οικονομικά.
Γιατί όταν ένας διευθυντής καλείται να είναι ταυτόχρονα παιδαγωγός, διοικητικός, διαχειριστής προσωπικού, υπεύθυνος πλατφορμών, συντονιστής κρίσεων και επόπτης τεχνικών εργασιών, το ζήτημα παύει να είναι αν «αντέχει» ο ίδιος.
Το ερώτημα γίνεται αν ένα δημόσιο σχολείο μπορεί να λειτουργήσει πραγματικά καλά όταν ο άνθρωπος που το διευθύνει καλείται να ασχολείται με τα πάντα.