Την αντίθεσή του στην προωθούμενη αναθεώρηση του άρθρου 16 του Συντάγματος εκφράζει ο Σύλλογος Διδασκόντων Θετικών Επιστημών του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών (ΕΚΠΑ).
Σε εκτενή ανακοίνωσή του, υποστηρίζει ότι η δημόσια ανώτατη εκπαίδευση αποτελεί θεμελιώδη πυλώνα της δημοκρατίας, της κοινωνικής ισότητας και της επιστημονικής προόδου, ενώ ζητά την κατάργηση του θεσμικού πλαισίου για τα μη κρατικά πανεπιστήμια, την ενίσχυση της δημόσιας χρηματοδότησης και την προστασία της ακαδημαϊκής ελευθερίας.
Ολόκληρη η ανακοίνωση:
Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας προωθεί προς ψήφιση εν μέσω θέρους τις διατάξεις που ανοίγουν τον δρόμο της αναθεώρησης του Συντάγματος στην επόμενη αναθεωρητική Βουλή. Ανάμεσα στις προτεινόμενες αλλαγές περιλαμβάνεται η αναθεώρηση του άρθρου 16 του Συντάγματος. Είναι γνωστό πως στον πυρήνα της νεοφιλελεύθερης πολιτικής στην Ανώτατη Εκπαίδευση βρίσκεται η λειτουργία ιδιωτικών πανεπιστημίων. Όμως με την στήριξη της πλειοψηφίας της ολομέλειας του ΣτΕ (απόφασή 284/2026), ο νόμος 5094/2024 για την ίδρυση ΝΠΠΕ κρίθηκε συνταγματικός και η ρητή διατύπωση του Συντάγματος «H σύσταση ανώτατων σχολών από ιδιώτες απαγορεύεται» ερμηνεύτηκε ως «επιτρέπεται» στο πλαίσιο του ευρωενωσιακού δικαίου. Γιατί λοιπόν προωθείται με τέτοια εμμονή η αναθεώρηση του άρθρου 16; (Σε παράρτημα δίνουμε το πλήρες κείμενο του άρθρου.)
Κατά την γνώμη μας, η ανώτατη εκπαίδευση αποτελεί έναν από τους ακρογωνιαίους λίθους μιας σύγχρονης και δημοκρατικής κοινωνίας. Η συζήτηση περί του χαρακτήρα της, δημόσιου ή ιδιωτικού, δεν είναι απλώς μια οικονομική ή διαχειριστική διαφωνία, αλλά μια θεμελιώδης ιδεολογική επιλογή που καθορίζει το είδος της κοινωνίας που επιθυμούμε να οικοδομήσουμε. Η υπεράσπιση της δημόσιας τριτοβάθμιας εκπαίδευσης δεν είναι νοσταλγική προσήλωση στο παρελθόν, αλλά συνειδητή στρατηγική για ένα βιώσιμο και δίκαιο μέλλον.
Πρώτον, η ανώτατη εκπαίδευση συνιστά ύψιστο κοινωνικό αγαθό και αναφαίρετο δικαίωμα, όχι εμπόρευμα. Η μετατροπή της γνώσης σε προϊόν προς αγοραπωλησία υπονομεύει την ίδια τη φύση της. Όταν η πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση εξαρτάται μόνο από την οικονομική δυνατότητα του καθενός, αναπαράγονται και εμβαθύνονται οι οικονομικές ανισότητες. Το δημόσιο πανεπιστήμιο, με την καθολική και ισότιμη πρόσβαση, λειτουργεί ως ο κύριος μηχανισμός κοινωνικής κινητικότητας, δίνοντας τη δυνατότητα σε κάθε ταλαντούχο νέο, ανεξαρτήτως οικονομικής επιφάνειας, να διεκδικήσει μια καλύτερη θέση στην κοινωνία. Η αρχή της ισότητας δεν είναι διακοσμητική, αλλά λειτουργική για την κοινωνική συνοχή. Σε αυτή την κατεύθυνση χρειάζεται σοβαρή επένδυση στη φοιτητική μέριμνα, επένδυση που θα αποδώσει στο πολλαπλάσιο.
Δεύτερον, η διασφάλιση της δημόσιας χρηματοδότησης είναι ζήτημα κοινωνικής δικαιοσύνης και στρατηγικής αυτονομίας. Το κράτος, ως φορέας του δημοσίου συμφέροντος, οφείλει να διαθέτει τους απαραίτητους πόρους ώστε το πανεπιστήμιο να λειτουργεί χωρίς να επιβαρύνει άμεσα τους φοιτητές. Η επιχειρηματολογία περί «ιδιωτικής συμμετοχής» μέσω διδάκτρων δεν είναι απλώς άδικη, αλλά και αναποτελεσματική, καθώς αποθαρρύνει φοιτητές από χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα να ακολουθήσουν πανεπιστημιακές σπουδές. Επιπλέον, είναι βαθιά προκλητική η προσπάθεια εξίσωσης της διάθεσης κρατικών πόρων προς τα δημόσια πανεπιστήμια με αυτή προς τα ιδιωτικά εκπαιδευτήρια. Τα δημόσια πανεπιστήμια, ήδη επιφορτισμένα με την κοινωνική αποστολή τους, δεν μπορούν να συγκριθούν με ιδιωτικές επιχειρήσεις που στόχο έχουν την αποκόμιση κέρδους. Η όποια εξίσωση δεν συνιστά ισότητα, αλλά αθέμιτο ανταγωνισμό σε βάρος του δημόσιου φορέα, νομιμοποιώντας στην ουσία την εμπορευματοποίηση της γνώσης.
Τρίτον, η έρευνα εντός των δημόσιων πανεπιστημίων οφείλει να διέπεται από την αρχή της ακαδημαϊκής ελευθερίας, η οποία δεν είναι πολυτέλεια αλλά εγγύηση μακροπρόθεσμης προόδου. Όταν η έρευνα υποτάσσεται στις άμεσες και πρόσκαιρες ανάγκες της αγοράς ή χειρότερα, στηρίζει συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές όπως αυτές της πολεμικής βιομηχανίας, τότε καταστρατηγείται η ίδια η έννοια της επιστήμης. Η ιστορία απέδειξε ότι οι μεγαλύτερες ανακαλύψεις γεννήθηκαν από τη βασική έρευνα, η αξία της οποίας είναι μη μετρήσιμη σε βραχυπρόθεσμα οικονομικά μεγέθη. Η ακαδημαϊκή ελευθερία είναι η ελάχιστη προϋπόθεση ώστε οι ερευνητές να αναζητούν την αλήθεια και την καινοτομία χωρίς λογοκρισία ή a priori κατεύθυνση, λειτουργώντας ως ασπίδα απέναντι σε κάθε μορφή σκοπιμότητας. Ένα πανεπιστήμιο που ερευνά μόνο ό,τι φέρνει άμεσο κέρδος παύει να είναι πανεπιστήμιο και μετατρέπεται σε εταιρικό εργαστήριο.
Τέλος, ο ρόλος του πανεπιστημιακού καθηγητή ως δημόσιου λειτουργού είναι θεμελιώδης για τη διαφύλαξη του αγαθού της παιδείας. Η αντίληψη του εκπαιδευτικού ως υπαλλήλου επιχείρησης που οφείλει να αυξάνει το κέρδος αποδίδει στον ρόλο του μια κυνική χρησιμοθηρική λογική. Οι καθηγητές δεν διαχειρίζονται κεφάλαια, αλλά διαπλάθουν ανθρώπινες υπάρξεις και μεταδίδουν γνώση. Αποτελούν λειτουργούς του δημοσίου συμφέροντος, διασφαλίζοντας την ακεραιότητα του εκπαιδευτικού έργου και την αντικειμενικότητα της κρίσης τους, μακριά από την πίεση των ποσοστών κερδοφορίας ή των προσωπικών οικονομικών κινήτρων.
Για όλους τους παραπάνω λόγους, αγωνιζόμαστε ενάντια στη Συνταγματική αναθεώρηση και διεκδικούμε:
- Να μην αναθεωρηθεί το άρθρο 16 του Συντάγματος.
- Να καταργηθεί ο νόμος για τα ιδιωτικά «πανεπιστήμια».
- Να καταργηθούν οι αντιεκπαιδευτικές νομοθετικές παρεμβάσεις που υποβαθμίζουν το δημόσιο πανεπιστήμιο και έχουν εγκαθιδρύσει ένα ολιγαρχικό σύστημα διοίκησης που ανέχεται μόνο το χειροκρότημα στις «άνωθεν» πρωτοβουλίες.
- Η Πολιτεία να επιτελέσει το Συνταγματικό της καθήκον προσφέροντας τους απαραίτητους πόρους για τη λειτουργία και ενίσχυση των Δημόσιων Πανεπιστημίων και να μην προσπαθεί να τα μετατρέψει σε κολέγια που θα εμπορεύονται πτυχία ξενόγλωσσων και ελληνόγλωσσων προγραμμάτων σπουδών.
- Ενίσχυση με διαφανείς διαδικασίες της βασικής έρευνας.
Συντασσόμαστε με τους πρωτοβάθμιους Συλλόγους που έχουν ήδη εκφράσει την θέση τους για το κομβικό αυτό ζήτημα και καλούμε την ΠΟΣΔΕΠ να αναλάβει δράσεις και πρωτοβουλίες ενημέρωσης της κοινωνίας στο πλαίσιο του αντίστοιχου σαφέστατου ψηφίσματος του 17ου Συνεδρίου για τη μη αναθεώρηση του άρθρου 16.
Η δημόσια τριτοβάθμια εκπαίδευση δεν είναι μια δαπανηρή και ξεπερασμένη μορφή ανώτατης παιδείας, αλλά μια επένδυση στη δημοκρατία, την ισότητα και την πολιτισμική αυτοτέλεια μιας χώρας. Η διαφύλαξη του δημόσιου χαρακτήρα του Πανεπιστημίου και της Παιδείας γενικότερα αποτελεί πράξη αντίστασης στη ρηχότητα και την κοινοτοπία. Αποτελεί πράξη υπεράσπισης της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Η γνώση αυξάνεται όταν μοιράζεται και το κράτος οφείλει να είναι ο βασικός θεματοφύλακας αυτής της ανεκτίμητης παρακαταθήκης και όχι να επιδιώκει παντοιοτρόπως την περιχαράκωσή της, αποβλέποντας στη δημιουργία πειθήνιων πολιτών.
Δημήτρης Φασουλιώτης, Πρόεδρος
Σταύρος Κολλιόπουλος, Γραμματέας
Ακολουθεί παράρτημα με το πλήρες κείμενο του άρθρου 16.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ: Το συνταγματικό κείμενο
Το άρθρο περιέχεται στο MEPOΣ ΔEYTEPO - Aτομικά και κοινωνικά δικαιώματα
'Αρθρο 16: (Παιδεία, τέχνη, επιστήμη)
1. H τέχνη και η επιστήμη, η έρευνα και η διδασκαλία είναι ελεύθερες η ανάπτυξη και η προαγωγή τους αποτελεί υποχρέωση του Kράτους. H ακαδημαϊκή ελευθερία και η ελευθερία της διδασκαλίας δεν απαλλάσσουν από το καθήκον της υπακοής στο Σύνταγμα.
2. H παιδεία αποτελεί βασική αποστολή του Kράτους και έχει σκοπό την ηθική, πνευματική, επαγγελματική και φυσική αγωγή των Eλλήνων, την ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης και τη διάπλασή τους σε ελεύθερους και υπεύθυνους πολίτες.
3. Tα έτη υποχρεωτικής φοίτησης δεν μπορεί να είναι λιγότερα από εννέα.
4. Όλοι οι Έλληνες έχουν δικαίωμα δωρεάν παιδείας, σε όλες τις βαθμίδες της, στα κρατικά εκπαιδευτήρια. Tο Kράτος ενισχύει τους σπουδαστές που διακρίνονται, καθώς και αυτούς που έχουν ανάγκη από βοήθεια ή ειδική προστασία, ανάλογα με τις ικανότητές τους.
5. H ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται αποκλειστικά από ιδρύματα που αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με πλήρη αυτοδιοίκηση. Tα ιδρύματα αυτά τελούν υπό την εποπτεία του Kράτους, έχουν δικαίωμα να ενισχύονται οικονομικά από αυτό και λειτουργούν σύμφωνα με τους νόμους που αφορούν τους οργανισμούς τους. Συγχώνευση ή κατάτμηση ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων μπορεί να γίνει και κατά παρέκκλιση από κάθε αντίθετη διάταξη, όπως νόμος ορίζει.
Eιδικός νόμος ορίζει όσα αφορούν τους φοιτητικούς συλλόγους και τη συμμετοχή των σπουδαστών σ' αυτούς.
6. Oι καθηγητές των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων είναι δημόσιοι λειτουργοί. Tο υπόλοιπο διδακτικό προσωπικό τους επιτελεί επίσης δημόσιο λειτούργημα, με τις προϋποθέσεις που νόμος ορίζει. Tα σχετικά με την κατάσταση όλων αυτών των προσώπων καθορίζονται από τους οργανισμούς των οικείων ιδρυμάτων.
Oι καθηγητές των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων δεν μπορούν να παυθούν προτού λήξει σύμφωνα με το νόμο ο χρόνος υπηρεσίας τους παρά μόνο με τις ουσιαστικές προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 88 παράγραφος 4 και ύστερα από απόφαση συμβουλίου που αποτελείται κατά πλειοψηφία από ανώτατους δικαστικούς λειτουργούς, όπως νόμος ορίζει.
Nόμος ορίζει το όριο της ηλικίας των καθηγητών των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων· εωσότου εκδοθεί ο νόμος αυτός οι καθηγητές που υπηρετούν αποχωρούν αυτοδικαίως μόλις λήξει το ακαδημαϊκό έτος μέσα στο οποίο συμπληρώνουν το εξηκοστό έβδομο έτος της ηλικίας τους.
7. H επαγγελματική και κάθε άλλη ειδική εκπαίδευση παρέχεται από το Kράτος και με σχολές ανώτερης βαθμίδας για χρονικό διάστημα όχι μεγαλύτερο από τρία χρόνια, όπως προβλέπεται ειδικότερα από το νόμο, που ορίζει και τα επαγγελματικά δικαιώματα όσων αποφοιτούν από τις σχολές αυτές.
8. Nόμος ορίζει τις προϋποθέσεις και τους όρους χορήγησης άδειας για την ίδρυση και λειτουργία εκπαιδευτηρίων που δεν ανήκουν στο Kράτος, τα σχετικά με την εποπτεία που ασκείται πάνω σ' αυτά, καθώς και την υπηρεσιακή κατάσταση του διδακτικού προσωπικού τους.
H σύσταση ανώτατων σχολών από ιδιώτες απαγορεύεται.
9. O αθλητισμός τελεί υπό την προστασία και την ανώτατη εποπτεία του Kράτους.
Tο Kράτος επιχορηγεί και ελέγχει τις ενώσεις των αθλητικών σωματείων κάθε είδους, όπως νόμος ορίζει. Nόμος ορίζει επίσης τη διάθεση των ενισχύσεων που παρέχονται κάθε φορά στις επιχορηγούμενες ενώσεις σύμφωνα με τον προορισμό τους.