Με αφορμή την ανακοίνωση στις βάσεις εισαγωγής, η Υπουργός Παιδείας, Σοφία Ζαχαράκη, ξεδίπλωσε το στρατηγικό σχέδιο της κυβέρνησης για το σύνολο της εκπαίδευσης.
Σε συνέντευξή της στην εφημερίδα «Political», η Υπουργός Παιδείας, τονίζει ότι η ευθύνη της Πολιτείας δεν σταματά στην επιτυχία των πανελλαδικών, αλλά επεκτείνεται στη διασφάλιση ποιοτικών σπουδών, σύγχρονων υποδομών και ισχυρής κινητικότητας.
Παράλληλα, στέλνει ξεκάθαρο μήνυμα για τη συνταγματική αναθεώρηση του άρθρου 16 και τη λειτουργία των μη κρατικών πανεπιστημίων, επισημαίνοντας ότι αυτή η επιλογή δεν μειώνει την κρατική στήριξη στα δημόσια ΑΕΙ, τα οποία ενισχύονται με πάνω από 1,5 δισ. ευρώ και χρηματοδοτήσεις-ρεκόρ για φοιτητικές εστίες και υποδομές.
Αναφερόμενη δε στο δημόσιο σχολείο, υπερασπίζεται τους 5.487 νέους μόνιμους διορισμούς, τις ριζικές ανακαινίσεις σχολείων και την αναγκαιότητα της αξιολόγησης, τονίζοντας πως η ακινησία δεν μπορεί να βαφτίζεται υπεράσπιση της εκπαίδευσης.
Η συνέντευξη της υπουργού Παιδείας, Σοφίας Ζαχαράκη
Κυρία υπουργέ, ανακοινώθηκαν οι βάσεις εισαγωγής και χιλιάδες νέοι άνθρωποι ανοίγουν ένα νέο κεφάλαιο στη ζωή τους. Ποια είναι η πολιτική σας δέσμευση απέναντι σε αυτά τα παιδιά; Αρκεί σήμερα η εισαγωγή σε ένα πανεπιστήμιο ή οφείλει το κράτος να εξασφαλίζει ότι οι σπουδές θα έχουν ποιότητα, αντίκρισμα στην αγορά εργασίας και πραγματική προοπτική κοινωνικής ανόδου;
Η εισαγωγή στο πανεπιστήμιο αποτελεί μια μεγάλη προσωπική και οικογενειακή επιτυχία. Δεν είναι, όμως, το τέλος της ευθύνης της Πολιτείας. Είναι η αρχή της. Οφείλουμε να εξασφαλίσουμε ότι κάθε φοιτητής και κάθε φοιτήτρια θα έχουν πρόσβαση σε ποιοτικές σπουδές, σύγχρονες υποδομές, φοιτητική μέριμνα, έρευνα και ουσιαστικές προοπτικές μετά το πτυχίο. Για εμένα, η Παιδεία είναι ο ισχυρότερος μηχανισμός κοινωνικής κινητικότητας. Η οικονομική κατάσταση ή ο τόπος κατοικίας μιας οικογένειας δεν πρέπει να καθορίζουν τα όρια των ονείρων ενός παιδιού.
Από τη στιγμή που ένας νέος ή μια νέα περνά την πύλη του πανεπιστημίου, η ευθύνη της Πολιτείας είναι να του προσφέρει ένα περιβάλλον που θα του επιτρέπει να εξελιχθεί και να αξιοποιήσει πλήρως τις δυνατότητές του. Αυτό σημαίνει διαρκή ενίσχυση της δημόσιας χρηματοδότησης των πανεπιστημίων, σύγχρονες υποδομές και ποιοτικούς χώρους μάθησης: σύγχρονα εργαστήρια, βιβλιοθήκες και αμφιθέατρα, αλλά και καλύτερους χώρους φοιτητικής ζωής, όπως φοιτητικές εστίες και εστιατόρια.
Σημαίνει ακόμη πανεπιστήμια περισσότερο εξωστρεφή, με ισχυρότερη σύνδεση με την έρευνα, την καινοτομία και την παραγωγή. Ενισχύουμε τη διασύνδεση με την αγορά, ώστε οι φοιτητές να έχουν περισσότερες ευκαιρίες πρακτικής άσκησης, επαγγελματικής εμπειρίας και ουσιαστικής σύνδεσης με την αγορά εργασίας ήδη από τα χρόνια των σπουδών τους.
Όμως η ευθύνη μας δεν σταματά ούτε στην αποφοίτηση. Η κυβέρνηση έχει καταφέρει τα τελευταία χρόνια να μειώσει σημαντικά την ανεργία συνολικά, αλλά και την ανεργία των νέων και των γυναικών, ενώ η προσέλκυση νέων επενδύσεων δημιουργεί ολοένα περισσότερες καλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας υψηλής εξειδίκευσης. Αυτό είναι το πραγματικό αντίκρισμα της εκπαιδευτικής πολιτικής: τα παιδιά που αποφοιτούν από τα ελληνικά πανεπιστήμια να μπορούν να μείνουν, να δημιουργήσουν και να προοδεύσουν στη χώρα μας, χωρίς να θεωρούν ότι η επιτυχία περνά υποχρεωτικά μέσα από τη μετανάστευση.
Tαυτόχρονα, εργαζόμαστε ώστε τα πανεπιστήμιά μας να είναι χώροι γνώσης, ελευθερίας, δημιουργίας και ασφάλειας. Οι χώροι των πανεπιστημίων ανήκουν στους φοιτητές, στους καθηγητές και στην ακαδημαϊκή ζωή. Η νομιμότητα και η ασφάλεια δεν περιορίζουν την ελευθερία· την προστατεύουν.
Η δέσμευσή μας είναι καθαρή: καλύτερο δημόσιο σχολείο, ισχυρό δημόσιο πανεπιστήμιο και περισσότερες αξιόπιστες εκπαιδευτικές διαδρομές. Θέλουμε οι νέοι μας να επιλέγουν την Ελλάδα όχι μόνο για να σπουδάσουν, αλλά και για να ερευνήσουν, να καινοτομήσουν, να εργαστούν και να δημιουργήσουν τη ζωή τους εδώ. Γιατί η μεγαλύτερη επιτυχία μιας εκπαιδευτικής πολιτικής είναι όταν η γνώση μετατρέπεται σε ευκαιρία και η ευκαιρία σε προοπτική για τον τόπο μας.
- Η αναθεώρηση του άρθρου 16 αποτελεί μία από τις σημαντικότερες πολιτικές και ιδεολογικές μάχες της επόμενης περιόδου. Πιστεύετε ότι μπορεί να διαμορφωθεί η αναγκαία συναίνεση ή φοβάστε ότι θα επικρατήσει ξανά η κομματική σκοπιμότητα; Και τι απαντάτε σε όσους παρουσιάζουν τα μη κρατικά πανεπιστήμια ως απειλή για τη δημόσια εκπαίδευση;
Η αναθεώρηση του άρθρου 16 δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως μία ακόμη κομματική αντιπαράθεση. Θα καθορίσει το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα σπουδάζει, θα ερευνά και θα εργάζεται μια ολόκληρη γενιά. Απαιτεί, επομένως, σοβαρότητα, θεσμική ευθύνη και ορίζοντα που υπερβαίνει τη διάρκεια μιας κυβέρνησης. Εδώ και χρόνια λειτουργούν στην Ελλάδα εκπαιδευτικοί φορείς που συνεργάζονται με πανεπιστήμια του εξωτερικού και οι τίτλοι που απονέμονται από τα τελευταία παράγουν επαγγελματικά δικαιώματα βάσει του ευρωπαϊκού Δικαίου.
Από το 2024 η χώρα μας διαθέτει, πλέον, θεσμικό πλαίσιο για την εγκατάσταση και τη λειτουργία μη κερδοσκοπικών παραρτημάτων αλλοδαπών πανεπιστημίων, υπό τη μορφή Νομικών Προσώπων Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης, το οποίο κρίθηκε συμβατό με το Σύνταγμα και το ενωσιακό Δίκαιο.
Η απόφαση αυτή αναδεικνύει με σαφήνεια το επόμενο θεσμικό βήμα. Αυτό που εξακολουθεί να λείπει είναι μία ρητή, γενική και διαχρονική συνταγματική βάση, η οποία θα επιτρέπει στην ελληνική Πολιτεία να οργανώσει συνολικά τη μη κρατική ανώτατη εκπαίδευση, με ενιαίους κανόνες, αυστηρή πιστοποίηση, ακαδημαϊκή αυτοδιοίκηση, διαφάνεια, δημόσια λογοδοσία και ουσιαστική προστασία των φοιτητών.
Συγχρόνως βλέπουμε κορυφαία πανεπιστήμια του εξωτερικού να επιλέγουν τη χώρα μας για συνεργασίες και ακαδημαϊκή παρουσία. Αυτό αποδεικνύει ότι η Ελλάδα μπορεί να εξελιχθεί σε έναν ισχυρό περιφερειακό κόμβο εκπαίδευσης, έρευνας και καινοτομίας για τη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Η αναθεώρηση του άρθρου 16 μπορεί να ολοκληρώσει θεσμικά αυτήν τη μεγάλη αλλαγή, προς όφελος των Ελλήνων φοιτητών, της οικονομίας και της διεθνούς θέσης της χώρας. Και θέλω να είμαι απολύτως σαφής: Η ενίσχυση της διεθνοποίησης της ανώτατης εκπαίδευσης δεν γίνεται σε βάρος του δημόσιου πανεπιστημίου. Γίνεται μαζί με το δημόσιο πανεπιστήμιο, το οποίο συνεχίζουμε να χρηματοδοτούμε, να αναβαθμίζουμε και να ενισχύουμε. Όσοι στο παρελθόν αναγνώρισαν ότι η σημερινή απαγόρευση έχει ξεπεραστεί από την πραγματικότητα καλούνται να επιλέξουν αν θα υπηρετήσουν αυτήν τη διαπίστωση ή αν θα υποχωρήσουν μπροστά στην κομματική σκοπιμότητα. Η συναίνεση σε μια ώριμη αλλαγή δεν είναι υποχώρηση. Είναι θεσμική συνέπεια και ευθύνη απέναντι στη χώρα.
- Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η λειτουργία μη κρατικών πανεπιστημίων δεν θα γίνει εις βάρος των δημόσιων ΑΕΙ. Την ίδια στιγμή, τα πανεπιστήμια αντιμετωπίζουν ανάγκες σε υποδομές, φοιτητική στέγη και προσωπικό. Ποιο είναι το σχέδιό σας ώστε το δημόσιο πανεπιστήμιο να μη μείνει απλώς όρθιο, αλλά να πρωταγωνιστήσει στο νέο περιβάλλον;
Δεν ζητούμε από το δημόσιο πανεπιστήμιο απλώς να προσαρμοστεί. Θέλουμε να γίνει ακόμη πιο ισχυρό, πιο εξωστρεφές, πιο ανταγωνιστικό διεθνώς και πιο ελκυστικό για τους Έλληνες και ξένους φοιτητές. Το στηρίζουμε ώστε να πρωταγωνιστήσει. Και αυτό αποδεικνύεται με συγκεκριμένους πόρους. Από το 2019 μέχρι σήμερα έχει κινητοποιηθεί περισσότερο από 1,5 δισ. ευρώ για την ενίσχυση των ελληνικών πανεπιστημίων μέσα από εθνικούς πόρους, το Ταμείο Ανάκαμψης και κυρίως τα προγράμματα του ΕΣΠΑ και του ΠΔΕ. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη δημόσια επένδυση των τελευταίων δεκαετιών στην ανώτατη εκπαίδευση. Ενεργοποιήσαμε νέο πρόγραμμα 115,85 εκατ. ευρώ για συντηρήσεις και επισκευές των υποδομών των πανεπιστημίων και της ΑΣΠΑΙΤΕ για την περίοδο 2026-2030. Παράλληλα, οι λειτουργικές επιχορηγήσεις των ΑΕΙ έχουν αυξηθεί από 109,4 εκατ. ευρώ το 2020 σε 133,15 εκατ. ευρώ το 2026, δηλαδή κατά 21,7%.
Ξεχωριστή προτεραιότητα αποτελεί η φοιτητική στέγαση. Για πρώτη φορά εφαρμόζουμε ένα ολοκληρωμένο εθνικό σχέδιο που συνδυάζει την κατασκευή νέων φοιτητικών εστιών, την ανακαίνιση των υφιστάμενων, την ενεργειακή αναβάθμιση των εγκαταστάσεων και την πλήρη αξιοποίηση κάθε διαθέσιμης κλίνης. Για εμάς, η πρόσβαση στις σπουδές δεν μπορεί να εξαρτάται από το εισόδημα ή τον τόπο κατοικίας μιας οικογένειας. Ο στόχος μας είναι η δημιουργία 10.000 επιπλέον κλινών μέσα στην επόμενη πενταετία, με νέες εστίες μέσω ΣΔΙΤ και πλήρη αξιοποίηση των υπαρχουσών εγκαταστάσεων.
Το Πάντειο Πανεπιστήμιο, για παράδειγμα, αποκτά για πρώτη φορά δική του εστία: ένα έργο 13,6 εκατ. ευρώ, με 196 κλίνες σε 96 δωμάτια, ενώ ακολουθεί διαγωνισμός περίπου 1,2 εκατ. ευρώ για τον πλήρη εξοπλισμό της. Δεν πρόκειται για έναν αφηρημένο σχεδιασμό. Πρόκειται για ένα έργο που αλλάζει την καθημερινότητα των φοιτητών και διευρύνει στην πράξη την πρόσβαση στις σπουδές.
Παράλληλα, έχουν προβλεφθεί 226,36 εκατ. ευρώ μέσω του Κοινωνικού Κλιματικού Ταμείου για την ενεργειακή αναβάθμιση 17 εστιών, ενώ μέσα από τα προγράμματα του ΕΣΠΑ χρηματοδοτούνται σημαντικές παρεμβάσεις αναβάθμισης πανεπιστημιακών υποδομών σε ολόκληρη τη χώρα. Η δωρεά των τεσσάρων συστημικών τραπεζών, συνολικού ύψους 160 εκατ. ευρώ, θα χρηματοδοτήσει παρεμβάσεις σε κτίρια, αμφιθέατρα, εστίες και κοινόχρηστους χώρους του ΕΚΠΑ, του ΑΠΘ και του ΕΜΠ.
Ταυτόχρονα, επενδύουμε στη διεθνοποίηση των ελληνικών πανεπιστημίων, στην ανάπτυξη ξενόγλωσσων και κοινών προγραμμάτων σπουδών, στην προσέλκυση διεθνών συνεργασιών και στην ενίσχυση της ερευνητικής δραστηριότητας. Θέλουμε τα ελληνικά πανεπιστήμια να ανταγωνίζονται επάξια τα καλύτερα ιδρύματα της Ευρώπης και να αποτελέσουν μοχλό ανάπτυξης για τη χώρα.
Η δυνατότητα λειτουργίας μη κρατικών πανεπιστημίων δεν μειώνει ούτε κατά ένα ευρώ την υποχρέωση της Πολιτείας απέναντι στα δημόσια ΑΕΙ. Αντίθετα, μας υποχρεώνει να τα κάνουμε ακόμη καλύτερα. Το δημόσιο πανεπιστήμιο παραμένει ο βασικός εγγυητής της ισότιμης πρόσβασης, της έρευνας και της κοινωνικής κινητικότητας.
- Ανακοινώσατε χιλιάδες νέους μόνιμους διορισμούς εκπαιδευτικών, ενώ προχωρούν παρεμβάσεις για την αναβάθμιση των σχολείων. Μπορεί, όμως, να αλλάξει πραγματικά το δημόσιο σχολείο μόνο με περισσότερους πόρους και προσωπικό, χωρίς αξιολόγηση, λογοδοσία και μέτρηση του εκπαιδευτικού αποτελέσματος; Μέχρι πού είστε αποφασισμένη να συγκρουστείτε με τις αντιστάσεις;
Ανακοινώσαμε την τελική κατανομή 5.487 νέων μόνιμων διορισμών για το σχολικό έτος 2026-2027. Πρόκειται για 2.403 εκπαιδευτικούς στη Γενική Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση, 910 τη Γενική Δευτεροβάθμια, 92 στα Μουσικά Σχολεία, 1.612 στην Ειδική Αγωγή και 470 μέλη Ειδικού Εκπαιδευτικού και Ειδικού Βοηθητικού Προσωπικού. Οι αριθμοί αυτοί δείχνουν μια σαφή πολιτική επιλογή: περισσότερη σταθερότητα στα σχολεία και ουσιαστική ενίσχυση της Ειδικής Αγωγής. Παράλληλα, μέσω του προγράμματος «Μαριέττα Γιαννάκου» έχουν ήδη ανακαινιστεί ή ανακαινίζονται 670 σχολεία σε ολόκληρη τη χώρα.
Όμως η αλλαγή στο δημόσιο σχολείο δεν εξαντλείται ούτε στους διορισμούς ούτε στις κτιριακές παρεμβάσεις. Αξιοποιώντας κυρίως τους πόρους του ΕΣΠΑ, υλοποιούμε τη μεγαλύτερη αναβάθμιση του εκπαιδευτικού περιβάλλοντος των τελευταίων ετών. Διαδραστικοί πίνακες, εργαστήρια φυσικών επιστημών, εξοπλισμός μουσικής και εικαστικών, αθλητικός εξοπλισμός, σχολικοί κήποι, γωνιές δημιουργίας, lockers, απινιδωτές και δεκάδες ακόμη παρεμβάσεις δεν είναι απλώς προμήθειες. Είναι επένδυση στις εμπειρίες που ζει καθημερινά το παιδί μέσα στο δημόσιο σχολείο.
Το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο της εκπαίδευσης. Από τον Σεπτέμβριο του 2027 ολοκληρώνεται η εφαρμογή των νέων Προγραμμάτων Σπουδών και των νέων σχολικών βιβλίων, ώστε οι μαθητές να διδάσκονται με σύγχρονο εκπαιδευτικό υλικό, περισσότερο βιωματικό, με έμφαση στις δεξιότητες, στην κριτική σκέψη, στον ψηφιακό εγγραμματισμό και τη σύνδεση της γνώσης με τη ζωή.
Όμως οι διορισμοί και οι υποδομές, όσο αναγκαίοι και αν είναι, δεν αρκούν από μόνοι τους. Χρειαζόμαστε αξιολόγηση, ανατροφοδότηση, επιμόρφωση και μέτρηση του αποτελέσματος. Η αξιολόγηση δεν είναι τιμωρία. Είναι εργαλείο βελτίωσης και ευθύνης απέναντι στους μαθητές και στους ίδιους τους εκπαιδευτικούς.
Γι' αυτό προχωρούμε παράλληλα και στον Εθνικό Διάλογο για το νέο Εθνικό Απολυτήριο. Στόχος μας είναι ένα λύκειο που θα αναβαθμίζει τη συνολική εκπαιδευτική πορεία του μαθητή, θα ενισχύει την αυτονομία του σχολείου και θα συνδέεται ουσιαστικότερα με την πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Πρόκειται για μια μεταρρύθμιση που αφορά την επόμενη δεκαετία της ελληνικής εκπαίδευσης. Πιστεύω στον διάλογο με την εκπαιδευτική κοινότητα. Δεν πιστεύω, όμως, ότι η ακινησία μπορεί να βαφτίζεται υπεράσπιση του δημόσιου σχολείου. Όταν μια αλλαγή υπηρετεί το δικαίωμα των παιδιών σε καλύτερη εκπαίδευση, η Πολιτεία οφείλει να την προχωρά με διάλογο αλλά και με αποφασιστικότητα.