Έντονο προβληματισμό προκαλεί διεθνώς η εικόνα που παρουσιάζουν οι γνώσεις και οι βασικές δεξιότητες των νεοεισερχόμενων φοιτητών, καθώς ολοένα περισσότερα πανεπιστήμια διαπιστώνουν ότι σημαντικό ποσοστό των πρωτοετών αδυνατεί να ανταποκριθεί ακόμη και στις στοιχειώδεις ακαδημαϊκές απαιτήσεις.
Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα εκτενούς ανάλυσης του περιοδικού The Economist, η οποία, αξιοποιώντας διεθνή ερευνητικά δεδομένα, καταγράφει μια σταθερή επιδείνωση των επιδόσεων σε γλωσσικό γραμματισμό και μαθηματικές δεξιότητες στις περισσότερες ανεπτυγμένες χώρες.
Η ανησυχία δεν περιορίζεται πλέον σε μεμονωμένες εκτιμήσεις πανεπιστημιακών. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, περισσότεροι από 1.800 καθηγητές μαθηματικών και φυσικών επιστημών του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας προειδοποίησαν, με ανοικτή επιστολή τους, ότι ολοένα και περισσότεροι πρωτοετείς αδυνατούν να παρακολουθήσουν ακόμη και τα εισαγωγικά μαθήματα, ενώ σε ορισμένα τμήματα του Μπέρκλεϊ το 20%-30% των φοιτητών εμφανίζει σοβαρές ελλείψεις στις βασικές γνώσεις, αναγκάζοντας τους διδάσκοντες να επιστρέφουν σε ύλη που διδάσκεται στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση.
Τα στοιχεία του ΟΟΣΑ αποτυπώνουν την υποχώρηση
Η εικόνα επιβεβαιώνεται και από την τελευταία διεθνή έρευνα δεξιοτήτων ενηλίκων του ΟΟΣΑ (Survey of Adult Skills), η οποία αξιολογεί την κατανόηση κειμένου και τις αριθμητικές δεξιότητες χιλιάδων πολιτών.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζει ο Economist, περίπου το 8% των φοιτητών στις ανεπτυγμένες οικονομίες εμφανίζει επιδόσεις στην κατανόηση κειμένου αντίστοιχες με εκείνες μαθητών του δημοτικού σχολείου, ενώ αντίστοιχα χαμηλές επιδόσεις καταγράφονται και στον αριθμητικό γραμματισμό. Σε σύγκριση με την προηγούμενη δεκαετία, οι επιδόσεις εμφανίζουν σαφή επιδείνωση.
Μεγάλες αποκλίσεις μεταξύ των χωρών
Η εικόνα διαφέρει αισθητά από χώρα σε χώρα. Η Εσθονία συγκαταλέγεται στις χώρες με τις καλύτερες επιδόσεις, καθώς μόλις ένα μικρό ποσοστό φοιτητών εμφανίζει σοβαρά μαθησιακά κενά.
Στον αντίποδα βρίσκονται χώρες όπως η Πολωνία και η Χιλή, όπου σημαντικό ποσοστό των φοιτητών καταγράφει χαμηλές επιδόσεις είτε στην κατανόηση κειμένου είτε στα μαθηματικά.
Ιδιαίτερα ανησυχητική χαρακτηρίζεται η κατάσταση στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου το ποσοστό των φοιτητών με πολύ χαμηλό επίπεδο γραμματισμού έχει αυξηθεί σημαντικά μέσα σε μία δεκαετία, ενώ σχεδόν ένας στους πέντε εμφανίζει σοβαρές αδυναμίες στα μαθηματικά. Αντίθετα, το Ηνωμένο Βασίλειο παρουσιάζει καλύτερη εικόνα, με τις επιδόσεις να καταγράφουν ανοδική πορεία.
Η πανδημία επιδείνωσε μια ήδη υπάρχουσα τάση
Η περίοδος της πανδημίας και η πολύμηνη τηλεκπαίδευση επιβάρυναν ακόμη περισσότερο την κατάσταση. Ωστόσο, όπως επισημαίνει το περιοδικό, η κάμψη των επιδόσεων είχε ξεκινήσει αρκετά χρόνια πριν από την Covid-19.
Οι αναλυτές αποδίδουν την εξέλιξη σε συνδυασμό παραγόντων, όπως οι αλλαγές στα εκπαιδευτικά προγράμματα, οι διαφορετικές κοινωνικές και δημογραφικές συνθήκες, αλλά και οι μεταβολές στις καθημερινές συνήθειες των νέων.
Λιγότερη ανάγνωση, περισσότερες οθόνες
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στον τρόπο με τον οποίο οι ψηφιακές συνήθειες επηρεάζουν τη μάθηση. Παρότι οι ειδικοί εμφανίζονται επιφυλακτικοί απέναντι σε ακραίες θεωρίες για τις επιπτώσεις των κοινωνικών δικτύων, συμφωνούν ότι οι νέοι αφιερώνουν ολοένα λιγότερο χρόνο στην ανάγνωση βιβλίων.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, για παράδειγμα, το ποσοστό των παιδιών που δηλώνουν ότι διαβάζουν βιβλία για προσωπική ευχαρίστηση έχει μειωθεί αισθητά τις τελευταίες δεκαετίες, ενώ αντίστοιχη πτώση στις δεξιότητες κατανόησης σύνθετων κειμένων καταγράφεται πλέον και στους ενήλικες.
Χαμηλότερος πήχης στις εισαγωγές και στις αξιολογήσεις
Η ανάλυση του Economist επισημαίνει ότι ευθύνη για την κατάσταση αποδίδεται και στα ίδια τα πανεπιστήμια.
Σε αρκετές χώρες έχουν περιοριστεί οι απαιτήσεις εισαγωγής, είτε με την κατάργηση εξετάσεων είτε με πιο ευέλικτες διαδικασίες επιλογής, καθώς πολλά ιδρύματα επιχειρούν να αντιμετωπίσουν τη μείωση του αριθμού των νέων λόγω δημογραφικών εξελίξεων.
Την ίδια στιγμή, παρατηρείται σημαντικός «πληθωρισμός» στις σχολικές αλλά και στις πανεπιστημιακές βαθμολογίες, γεγονός που, σύμφωνα με πανεπιστημιακούς, δυσκολεύει την πραγματική αποτίμηση των γνώσεων των φοιτητών και αποδυναμώνει την αξιοπιστία των τίτλων σπουδών.
Η τεχνητή νοημοσύνη δημιουργεί νέα δεδομένα
Στο ήδη σύνθετο τοπίο προστίθεται πλέον και η ευρεία χρήση εργαλείων τεχνητής νοημοσύνης.
Έρευνες που επικαλείται το περιοδικό δείχνουν ότι η συντριπτική πλειονότητα των φοιτητών χρησιμοποιεί πλέον εφαρμογές AI για την εκπόνηση εργασιών, ενώ αυξάνεται αισθητά και το ποσοστό όσων παραδέχονται ότι ενσωματώνουν αυτούσιο περιεχόμενο που παράγεται από τέτοια συστήματα.
Σε ορισμένα αμερικανικά πανεπιστήμια έχει ήδη διαπιστωθεί σημαντική αύξηση των άριστων βαθμολογιών σε μαθήματα όπου η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να συντάξει εύκολα κείμενα ή προγραμματιστικό κώδικα, γεγονός που εντείνει τη συζήτηση για τον τρόπο αξιολόγησης των φοιτητών στη νέα ψηφιακή εποχή.
Το μεγάλο δίλημμα για τα πανεπιστήμια
Το κεντρικό ερώτημα που θέτει ο Economist δεν αφορά μόνο το επίπεδο προετοιμασίας των σημερινών φοιτητών, αλλά και το κατά πόσο τα πανεπιστήμια θα επιμείνουν στη διατήρηση υψηλών ακαδημαϊκών προδιαγραφών ή θα προσαρμόσουν τις απαιτήσεις τους στις νέες συνθήκες.
Η ανάλυση καταλήγει ότι η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να αποτελέσει ένα πολύτιμο εκπαιδευτικό εργαλείο, δεν μπορεί όμως να υποκαταστήσει τις θεμελιώδεις δεξιότητες γραμματισμού, κριτικής σκέψης και μαθηματικής αντίληψης, οι οποίες εξακολουθούν να αποτελούν τη βάση κάθε πανεπιστημιακής εκπαίδευσης.