Στο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών, η Υπουργός Παιδείας Σοφία Ζαχαράκη παρουσίασε το νέο αφήγημα της κυβέρνησης για την ανώτατη εκπαίδευση: η Ελλάδα ως «διεθνής εκπαιδευτικός κόμβος», διεθνοποίηση και συμπληρωματικότητα δημόσιων και μη κρατικών πανεπιστημίων. Η ανακοίνωση του Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων που ακολούθησε επιχειρεί να το στηρίξει. ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΘΡΗΣΚΕΥΜΑΤΩΝ & ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ - 26-04-26 Σοφία Ζαχαράκη: Δημόσια και μη κρατικά πανεπιστήμια, συμπληρωματικά και συνεργατικά, θα δώσουν την ευκαιρία στην Ελλάδα να καταστεί διεθνής εκπαιδευτικός κόμβος
Όμως τα στοιχεία στα οποία στηρίζεται το αφήγημα δεν περιγράφουν την πραγματικότητα των πανεπιστημίων, αλλά μια κατασκευασμένη εικόνα που διογκώνει επιλεκτικά μεγέθη και αποσιωπά τα κρίσιμα δεδομένα.
Κεντρικό παράδειγμα είναι η επίκληση αύξησης της χρηματοδότησης των πανεπιστημίων κατά 1,5 δισ. ευρώ από το 2019 μέχρι σήμερα. Το ποσό αυτό παρουσιάζεται ως ένδειξη ισχυρής ενίσχυσης της ανώτατης εκπαίδευσης. Στην πραγματικότητα, όμως, δεν αφορά ετήσια ή μόνιμη χρηματοδότηση των ιδρυμάτων. Πρόκειται για σωρευτικό άθροισμα διαφορετικών ροών —τακτικού προϋπολογισμού, ευρωπαϊκών κονδυλίων και επενδυτικών εργαλείων— σε βάθος ετών. Ένα μέγεθος που χρησιμοποιείται ως πολιτικό επιχείρημα, διογκώνοντας και παραμορφώνοντας την πραγματική εικόνα της χρηματοδότησης και δημιουργώντας την εντύπωση δυναμικής αύξησης που όμως δεν αποτυπώνεται με τον ίδιο τρόπο στους ετήσιους κρατικούς προϋπολογισμούς.
Αν στραφεί κανείς στα πραγματικά μεγέθη μέσα από τους επίσημους ετήσιους κρατικούς προϋπολογισμούς, η εικόνα είναι σαφώς διαφορετική. Οι δαπάνες για την τριτοβάθμια εκπαίδευση εμφανίζονται ονομαστικά αυξημένες σε απόλυτα ποσά, χωρίς όμως να μεταβάλλεται η πραγματική τους βαρύτητα. Γιατί το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν αυξάνονται, αλλά πώς εξελίσσονται σε σχέση με το συνολικό μέγεθος της οικονομίας.
Αποκαλυπτική είναι η εικόνα των δαπανών αυτών σε σχέση με το ΑΕΠ. Παρά την ονομαστική αύξηση των κονδυλίων, η θέση της ανώτατης εκπαίδευσης στον παραγόμενο πλούτο της χώρας παραμένει ουσιαστικά αμετάβλητη. Με βάση τα στοιχεία των κρατικών προϋπολογισμών, η συνολική δαπάνη για την τριτοβάθμια εκπαίδευση κινείται περίπου στο 0,55%–0,60% του ΑΕΠ τόσο στην αρχή της περιόδου όσο και σήμερα. Με άλλα λόγια, τα πανεπιστήμια δεν αποκτούν μεγαλύτερο μερίδιο από την οικονομία, αλλά η αύξηση των κονδυλίων απλώς ακολουθεί τη γενική μεγέθυνση, αφήνοντας αμετάβλητη την πολιτική επιλογή της χαμηλής προτεραιότητας.
Σε συνθήκες οικονομικής μεγέθυνσης (ενισχυμένης από ευρωπαϊκούς πόρους, όπως το Ταμείο Ανάκαμψης και το ΕΣΠΑ), η σταθερότητα των δαπανών ως ποσοστό του ΑΕΠ αποτυπώνει μια σαφή επιλογή: η ενίσχυση του κοινωνικού κράτους δεν βρίσκεται στον πυρήνα της οικονομικής πολιτικής της σημερινής κυβέρνησης.
Η εικόνα αυτή γίνεται ακόμη πιο βαριά όταν συνδεθεί με τη διεθνή σύγκριση. Σύμφωνα με στοιχεία του ΟΟΣΑ, η δημόσια δαπάνη ανά φοιτητή στην ανώτατη εκπαίδευση στην Ελλάδα ανέρχεται σε περίπου 4.500 δολάρια. Στη Γερμανία ξεπερνά τα 19.000, στη Γαλλία τα 14.000, ενώ στις σκανδιναβικές χώρες υπερβαίνει τα 24.000 δολάρια. Η Ελλάδα λειτουργεί, δηλαδή, με ένα κλάσμα των πόρων των χωρών με τις οποίες δηλώνει ότι θέλει να συγκριθεί. Δεν είναι απλώς μια υστέρηση, αλλά ένα μεγάλο χάσμα που καθορίζει εκ των προτέρων τα όρια του εκπαιδευτικού μας συστήματος.

(ΠΗΓΗ: ΟΟΣΑ)
Αυτό το χάσμα ακυρώνει στην πράξη το όποιο αφήγημα της «διεθνοποίησης» αρέσει στην Υπουργό. Οι χώρες που αποτελούν διεθνείς εκπαιδευτικούς πόλους δεν στηρίχθηκαν σε αποσπασματικές και ισχνές χρηματοδοτήσεις ή ευκαιριακά προγράμματα. Στηρίχθηκαν σε σταθερή, υψηλή δημόσια χρηματοδότηση / επένδυση, σε βάθος χρόνου. Χωρίς αυτή τη βάση, η «διεθνοποίηση» δεν είναι στρατηγική, αλλά μια επικοινωνιακή κατασκευή και θα μείνει ως τέτοια.
Σε ένα εκπαιδευτικό σύστημα σκοπίμως περιορισμένων πόρων, η είσοδος ιδιωτικών πανεπιστημίων δεν είναι ουδέτερη επιλογή: οδηγεί σε άμεσο ανταγωνισμό για φοιτητές, προσωπικό και χρηματοδότηση, υπονομεύοντας τη θέση του δημόσιου πανεπιστημίου. Η λεγόμενη «συμπληρωματικότητα» δεν είναι παρά ένας όρος που καλύπτει τη σταδιακή ιδιωτικοποίηση της ανώτατης εκπαίδευσης.
Παράλληλα, η έμφαση στη σύνδεση με την αγορά εργασίας αποκαλύπτει τον πυρήνα της επιλογής: η ανώτατη εκπαίδευση αντιμετωπίζεται κυρίως ως πεδίο οικονομικής αξιοποίησης. Προφανώς, η σύνδεση των σπουδών με την επαγγελματική προοπτική είναι απόλυτα αναγκαία. Όταν όμως γίνεται το μοναδικό κριτήριο, περιορίζει τον ρόλο του πανεπιστημίου και υποβαθμίζει την επιστημονική και μορφωτική του αποστολή.
Τα πανεπιστήμια που προσελκύουν διεθνώς φοιτητές δεν στηρίζονται μόνο στη σύνδεση με την αγορά, αλλά σε σταθερή και επαρκή χρηματοδότηση, μόνιμο προσωπικό και ισχυρή ακαδημαϊκή αυτονομία — προϋποθέσεις που εξασφαλίζουν ποιότητα και διεθνή απήχηση.
Η αντίφαση είναι εμφανής : από τη μία πλευρά, μια φιλόδοξη κυβερνητική ρητορική για μια Ελλάδα “διεθνή εκπαιδευτικό κόμβο”· από την άλλη, μια σαφής πολιτική επιλογή: η μη ουσιαστική ενίσχυση του δημόσιου πανεπιστημίου και η παράλληλη προώθηση ιδιωτικών μορφών εκπαίδευσης.
Όλες οι σημαντικές ειδήσεις
Αποκάλυψη alfavita.gr: Τροχαίο σοκ με ΚΤΕΛ γεμάτο φοιτητές - «Αποκοιμήθηκε ο οδηγός»
Αλλαγές κορυφής στην εκπαίδευση της Αττικής: Χηρεύουν 3 θέσεις "κλειδιά"