Η δημόσια συζήτηση για το Πολλαπλό Βιβλίο στη Μουσική Εκπαίδευση αναδεικνύει κρίσιμα ερωτήματα για τη διαδικασία, την αξιολόγηση και τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνονται τα τελικά «αποτελέσματα». Το παρόν κείμενο επιχειρεί μια τεκμηριωμένη αποτύπωση των γεγονότων και των συνθηκών που συστηματικά αποσιωπώνται πίσω από αυτοεπιβεβαιωτικές και αυτάρεσκες διατυπώσεις, όχι μόνο για λόγους αποκατάστασης της πραγματικότητας, αλλά κυρίως για λόγους επιστημονικής ευθύνης και σεβασμού προς το έργο που παρήχθη επί τρία έτη από ερευνητές και παιδαγωγούς της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης.
Διατυπώσεις ότι «δεν υπάρχει καμία πρόταση για την Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση» δεν αποτελούν απλώς υπεραπλουστευτικές κρίσεις. Συνιστούν ανακρίβειες που, μέσω της επαναληπτικής τους χρήσης, συγκροτούν ένα αφήγημα αποσιώπησης της πραγματικής έκτασης και ποιότητας της εργασίας που πραγματοποιήθηκε. Συγγραφικές ομάδες εργάστηκαν συστηματικά, ανέπτυξαν και τεκμηρίωσαν ολοκληρωμένες προτάσεις, οι οποίες δεν εντάχθηκαν στο Μητρώο, γεγονός που δεν ισοδυναμεί με ανυπαρξία, αλλά με αποτέλεσμα συγκεκριμένων όρων και επιλογών της διαδικασίας.
Σε σημαντικό αριθμό περιπτώσεων, τα σχόλια της αξιολόγησης παρουσίασαν αντιφατικότητα, ελλιπή επιστημονική τεκμηρίωση και ασύνδετη επιχειρηματολογία, υπονομεύοντας τη διαδικασία ανατροφοδότησης. Η διατύπωση ορισμένων παρατηρήσεων υπερέβαινε τα όρια της επιστημονικής κριτικής, προσεγγίζοντας λόγο απαξιωτικό προς το έργο των συναδέλφων. Υπό αυτές τις συνθήκες, το «αποτέλεσμα» δεν μπορεί να ερμηνευθεί ανεξάρτητα από τη λειτουργία της ίδιας της αξιολογικής διαδικασίας. Αντιθέτως, επιβάλλει την κριτική αποτίμηση τόσο του ρόλου των κριτών όσο και του θεσμικού πλαισίου που όρισε τα κριτήρια αξιολόγησης.
Ιδιαίτερα προβληματική είναι η επιμονή σε ένα αφήγημα που μετατρέπει ένα θεσμικό αποτέλεσμα, τη μη ένταξη προτάσεων, σε δήθεν αντικειμενική ανυπαρξία. Η διάκριση μεταξύ «δεν υπάρχουν» και «δεν εντάχθηκαν» δεν είναι γλωσσική λεπτομέρεια. Αποτελεί ζήτημα επιστημονικής ακρίβειας και δεοντολογίας. Παράλληλα, η μετατόπιση της ευθύνης προς τον ίδιο τον κλάδο, μέσω αναφορών σε εσωτερικές αδυναμίες, λειτουργεί ως αποπροσανατολισμός από τα ουσιώδη: τις θεσμικές συνθήκες και τους όρους συμμετοχής.
Το γεγονός ότι ολοκληρωμένες προτάσεις δεν εντάχθηκαν στο Μητρώο συνδέεται με ένα πλαίσιο που χαρακτηρίστηκε από ασάφεια, μεταβλητότητα και επισφάλεια. Ζητήματα πνευματικών δικαιωμάτων, κατανομής ευθυνών και θεσμικής κατοχύρωσης του έργου αποτέλεσαν καθοριστικούς παράγοντες για τη στάση πολλών ομάδων. Η μη συμμετοχή υπό αυτές τις συνθήκες δεν συνιστά αποτυχία, αλλά επιλογή ευθύνης.
Το ερώτημα που προκύπτει είναι εύλογο: γιατί αναπαράγεται ένα τέτοιο αφήγημα; Η απάντηση σχετίζεται με το ήθος του δημόσιου λόγου. Όταν διατυπώνονται απόλυτες κρίσεις που παρακάμπτουν κρίσιμα δεδομένα, και μάλιστα από πρόσωπα με γνώση της διαδικασίας, τότε ο λόγος καθίσταται δεοντολογικά προβληματικός. Η ακρίβεια και η πληρότητα δεν είναι επιλογές, είναι υποχρεώσεις.
Εξίσου προβληματική είναι η επίκληση διλημμάτων όπως «καλύτερα μέτρια βιβλία από καθόλου βιβλία». Η αποδοχή ενός χαμηλού ποιοτικού ορίου ως αναγκαίου συμβιβασμού υπονομεύει τη λογική της εκπαιδευτικής ποιότητας. Η εκπαίδευση δεν μπορεί να οργανώνεται στη βάση της έλλειψης, αλλά της ποιότητας, της συνέπειας και της θεσμικής εγγύησης.
Αντίστοιχα, η επίκληση «επιτυχημένων» παραδειγμάτων από άλλα γνωστικά αντικείμενα δεν μπορεί να λειτουργεί ως τεκμήριο ορθότητας της διαδικασίας. Τέτοιες συγκρίσεις, αποκομμένες από το πλαίσιο, λειτουργούν ως μηχανισμός αποσιώπησης των δομικών αδυναμιών. Κάθε γνωστικό αντικείμενο οφείλει να αξιολογείται με βάση τις δικές του συνθήκες και ιδιαιτερότητες.
Η εμπειρία της τριετίας ανέδειξε ένα πλαίσιο με ελλείψεις σαφήνειας, μεταβαλλόμενα κριτήρια και περιορισμένη διαφάνεια. Η ασυνέχεια στην αξιολόγηση, η αναδρομική μεταβολή απαιτήσεων και η απουσία σταθερού πλαισίου υπονόμευσαν τη δυνατότητα συνεπούς παιδαγωγικού σχεδιασμού. Σε αυτό το περιβάλλον, η αξιολόγηση έπαψε να λειτουργεί ως μηχανισμός βελτίωσης και μετατράπηκε σε παράγοντα αβεβαιότητας.
Η μουσική εκπαίδευση δεν μπορεί να αποτελεί πεδίο απλουστεύσεων ή επικοινωνιακών αφηγημάτων. Απαιτεί επιστημονική τεκμηρίωση, παιδαγωγική ευθύνη και θεσμική σοβαρότητα. Η απαξίωση της εργασίας συναδέλφων μέσω γενικεύσεων πλήττει συνολικά το κύρος του κλάδου.
Σε ένα πεδίο όπου η παιδαγωγική ευθύνη συναντά τη δημόσια πολιτική, η σιωπή και οι απλουστεύσεις δεν είναι ουδέτερες επιλογές, είναι μορφές συνενοχής. Η αποκατάσταση της αλήθειας και της επιστημονικής συνέπειας δεν αποτελεί πράξη αντιπαράθεσης, αλλά ελάχιστη προϋπόθεση σεβασμού προς την εκπαίδευση και προς όσους την υπηρετούν. Γιατί η ποιότητα της εκπαίδευσης δεν κρίνεται μόνο από τα παραγόμενα υλικά, αλλά και από τις διαδικασίες και τον λόγο που τα συνοδεύει. Χωρίς ακρίβεια, διαφάνεια και επιστημονική συνέπεια, καμία μεταρρύθμιση δεν μπορεί να θεωρηθεί ολοκληρωμένη.
* Maria Argyriou
Laboratory Teaching Staff, Applied Music Pedagogy
Department of Pre-School Education & Educational Design School of Humanities, University of The Aegean
Όλες οι σημαντικές και έκτακτες ειδήσεις σήμερα
Γιατί τα παράθυρα στις σχολικές αίθουσες μπαίνουν αριστερά των μαθητών