Η λέξη «σερί» ετυμολογικά προέρχεται από το λατινικό ρήμα serere που σημαίνει «συνάπτω, πλέκω, συνδέω», το οποίο χρησιμοποιήθηκε στη γαλλική γλώσσα για τη λέξη «serie» που σημαίνει «σειρά».
Η λέξη «σερί» αποδίδεται στα ελληνικά ως η συνέχεια, η διαδοχή. Δηλαδή χρησιμοποιείται για να μεταφέρει τις έννοιες στη σειρά, κατά σειρά, συνέχεια χωρίς διακοπή.
Παραδείγματα:
- Πέτυχε δέκα νίκες σερί.
- Παίρνει σερί τη μια δουλειά μετά την άλλη.
- Το σερί των νικών μιας ομάδας στο πρωτάθλημα είναι…
Όλες οι σημαντικές και έκτακτες ειδήσεις σήμερα
Τέλος τα παλιά διπλώματα: Τι αλλάζει για όλους τους οδηγούς
Διορισμοί εκπαιδευτικών 2026: Το ΦΕΚ με τα νέα πτυχία που «ξεκλειδώνουν» 10.000 μόνιμες θέσεις
Λεωνίδας Βουρλιώτης