Η λέξη «σερί» ετυμολογικά προέρχεται από το λατινικό ρήμα serere που σημαίνει «συνάπτω, πλέκω, συνδέω», το οποίο χρησιμοποιήθηκε στη γαλλική γλώσσα για τη λέξη «serie» που σημαίνει «σειρά».
Η λέξη «σερί» αποδίδεται στα ελληνικά ως η συνέχεια, η διαδοχή. Δηλαδή χρησιμοποιείται για να μεταφέρει τις έννοιες στη σειρά, κατά σειρά, συνέχεια χωρίς διακοπή.
Παραδείγματα:
- Πέτυχε δέκα νίκες σερί.
- Παίρνει σερί τη μια δουλειά μετά την άλλη.
- Το σερί των νικών μιας ομάδας στο πρωτάθλημα είναι…
Όλες οι σημαντικές και έκτακτες ειδήσεις σήμερα
Κλειστά σχολεία αύριο Δευτέρα 12/1 λόγω κακοκαιρίας
Πώς λέγεται το «βίντεο» στα ελληνικά;
Επιστροφή ενοικίου: Ποιοι εκπαιδευτικοί εισπράττουν έως 2.850 ευρώ χωρίς αίτηση
Λογαριασμοί ρεύματος 2026: Πώς θα πάρετε έκπτωση έως 70% με μία αίτηση
Λεωνίδας Βουρλιώτης