Το υπό διαμόρφωση κυβερνητικό πακέτο εξαγγελιών για τη ΔΕΘ εμφανίζει την εικόνα μιας εκτεταμένης φορολογικής παρέμβασης με βάθος χρόνου, εντούτοις συνοδεύεται από αστερίσκους, χρονικές μεταθέσεις και μέτρα αμφίβολης άμεσης απόδοσης. Στο επίκεντρο βρίσκεται η πρόθεση της κυβέρνησης να θεσπίσει ένα «μπόνους συνέπειας» για το τεκμαρτό εισόδημα των ελεύθερων επαγγελματιών, περιορίζοντας σταδιακά το τεκμήριο για τους συνεπείς φορολογούμενους.
Ωστόσο, η κίνηση αυτή ερμηνεύεται ως μερική αναδίπλωση από το υφιστάμενο σύστημα που η ίδια επέβαλε, ενώ ο σχεδιασμός ενός νέου αλγορίθμου με σύνθετα κριτήρια εγκυμονεί τον κίνδυνο δημιουργίας ενός ακόμη πιο περίπλοκου φορολογικού μηχανισμού.
Όσον αφορά τη ρευστότητα των επαγγελματιών και των επιχειρήσεων, εξετάζεται η μείωση της προκαταβολής φόρου (από το 55% σε επίπεδα κάτω του 40% για τους επαγγελματίες και από το 80% στο 50%-55% για τα νομικά πρόσωπα), μέτρο που παρέχει βραχυπρόθεσμη ταμειακή ανακούφιση χωρίς μόνιμη μείωση της φορολογικής υποχρέωσης. Παράλληλα, η κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος αποτελεί ουσιαστική ελάφρυνση ύψους 240 εκατ. ευρώ, αν και αναδεικνύει την πολιτική αντίφαση της παρουσίασης ως «γενναιόδωρης παροχής» ενός μέτρου που επιβάρυνε επί χρόνια την αγορά. Την ίδια στιγμή, η μείωση του εταιρικού συντελεστή στο 20% μετατίθεται για την επόμενη τετραετία, ενώ η μείωση των εργοδοτικών εισφορών κατά 170 εκατ. ευρώ δεν εγγυάται αυτόματα νέες θέσεις εργασίας ή αυξήσεις μισθών.
Στον τομέα της κοινωνικής πολιτικής και της στεγαστικής κρίσης, οι παρεμβάσεις κρίνονται ως περιορισμένης αποτελεσματικότητας απέναντι στο μόνιμο κύμα ακρίβειας. Για τους συνταξιούχους, η πιθανή αύξηση του εφάπαξ βοηθήματος μεταφράζεται σε μόλις οκτώ ευρώ τον μήνα σε ετήσια βάση, προσφέροντας μια πρόσκαιρη ένεση έναντι των δομικών ανατιμήσεων. Στο στεγαστικό, ένα πιθανό πρόγραμμα «Σπίτι μου 3» ενισχύει τη ζήτηση αλλά κινδυνεύει να πιέσει περαιτέρω τις τιμές εφόσον δεν αυξηθεί παράλληλα η προσφορά ακινήτων, με τις νέες μειώσεις στη φορολογία ενοικίων να παραπέμπονται για το 2028.
Τέλος, οι εξαγγελίες για τον πρωτογενή τομέα και τις υποδομές εστιάζουν κυρίως σε διοικητικές βελτιώσεις και μακροπρόθεσμες επενδύσεις. Οι ταχύτερες αποζημιώσεις και η ίδρυση Ταμείου Αγροτικής Επιχειρηματικότητας προσφέρουν βελτίωση των διαδικασιών και δυνατότητες δανειοδότησης, οι οποίες όμως δεν συνιστούν νέα εισοδηματική ενίσχυση.
Αντίστοιχα, το πακέτο άνω του 1 δισ. ευρώ για ενεργειακές υποδομές έως το 2028 διαθέτει αναπτυξιακή σημασία για τα δίκτυα και τις διασυνδέσεις, χωρίς όμως να παρέχει άμεση ελάφρυνση στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς που επιβαρύνονται σήμερα από το αυξημένο κόστος διαβίωσης.