Είναι ίσως μία από τις φράσεις που ακούει συχνότερα ένας εκπαιδευτικός, ακόμη κι όταν κανείς δεν τη λέει δυνατά. Υπάρχει στο ωρολόγιο πρόγραμμα, στις οδηγίες, στις εξετάσεις που πλησιάζουν, στα κεφάλαια που πρέπει να έχουν ολοκληρωθεί μέχρι μια συγκεκριμένη ημερομηνία, στην αγωνία μήπως το τμήμα «μείνει πίσω» σε σχέση με τα υπόλοιπα. Και κάπως έτσι, πριν ακόμη μπει στην τάξη, ο δάσκαλος ή ο καθηγητής γνωρίζει τι πρέπει να κάνει: να προχωρήσει.
Μόνο που το μάθημα δεν γίνεται ποτέ σε άδεια αίθουσα.
Απέναντί του βρίσκονται είκοσι ή είκοσι πέντε διαφορετικοί άνθρωποι, με διαφορετικές δυνατότητες, διαφορετικές ταχύτητες, διαφορετικά σπίτια, φόβους, χαρές και προβλήματα. Και από τη στιγμή που κλείνει η πόρτα της τάξης, αρχίζει ένας μικρός, αόρατος πόλεμος ανάμεσα σε όσα προβλέπει το σύστημα και σε όσα συμβαίνουν πραγματικά μπροστά του.
Ο εκπαιδευτικός εξηγεί κάτι και ένας μαθητής σηκώνει διστακτικά το χέρι.
«Δεν το κατάλαβα».
Κοιτάζει το ρολόι. Έχουν μείνει είκοσι λεπτά. Πρέπει να ολοκληρώσει το επόμενο μέρος, να λύσει δύο ασκήσεις, να δώσει εργασία για το σπίτι.
Η μία φωνή λέει: «Το εξήγησες ήδη. Προχώρα».
Η άλλη λέει: «Ξαναπές το».
Και εκεί μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα πρέπει να πάρει μια απόφαση που κανείς δεν θα καταγράψει σε καμία έκθεση αξιολόγησης. Αν προχωρήσει, μπορεί να προλάβει το μάθημα. Αν σταματήσει, μπορεί να κερδίσει έναν μαθητή που διαφορετικά θα χαθεί λίγο περισσότερο.
Συνήθως ξαναλέει το ίδιο πράγμα με άλλες λέξεις.
Και μένει πίσω.
Η ύλη δεν γνωρίζει ότι ένα παιδί σήμερα δεν είναι καλά
Λίγο πιο δίπλα κάθεται ένας μαθητής που τις προηγούμενες ημέρες γελούσε, συμμετείχε, έκανε ερωτήσεις. Σήμερα κοιτάζει συνεχώς το θρανίο.
Το βιβλίο δεν το γνωρίζει.
Το πρόγραμμα δεν το γνωρίζει.
Η ύλη σίγουρα δεν το γνωρίζει.
Ο εκπαιδευτικός όμως το βλέπει.
Θα μπορούσε να συνεχίσει κανονικά. Δεν είναι δική του δουλειά να λύσει όλα τα προβλήματα του κόσμου και δεν μπορεί φυσικά να μετατρέπεται κάθε σχολική ώρα σε συνεδρία ψυχολογικής υποστήριξης. Κι όμως, γνωρίζει ότι πολλές φορές ένα απλό «είσαι καλά;» στο τέλος της ώρας μπορεί να έχει μεγαλύτερη σημασία για ένα παιδί από οτιδήποτε γράφτηκε εκείνη την ημέρα στον πίνακα.
Και κάπως έτσι, μέσα στο μάθημα, ο εκπαιδευτικός παρακολουθεί δύο πράγματα ταυτόχρονα: αυτό που διδάσκει και αυτούς στους οποίους το διδάσκει.
Το δεύτερο είναι πάντα δυσκολότερο.
«Πρέπει να υπάρχει πειθαρχία»
Ένα παιδί μιλάει. Ένα άλλο ζωγραφίζει. Ένα τρίτο γελάει την ώρα που δεν πρέπει.
Ο κανόνας είναι απαραίτητος. Χωρίς όρια καμία τάξη δεν μπορεί να λειτουργήσει.
Όμως η εμπειρία μαθαίνει στον εκπαιδευτικό κάτι που δεν χωρά εύκολα στους κανονισμούς: ότι ίδια συμπεριφορά δεν σημαίνει πάντα ίδια αιτία.
Κάποιος μιλά επειδή βαριέται. Κάποιος άλλος επειδή δεν μπορεί να συγκεντρωθεί. Ένα παιδί ζωγραφίζει επειδή αδιαφορεί, ενώ ένα άλλο μπορεί να σχεδιάζει στο τετράδιό του ακριβώς για να μπορέσει να ακούσει καλύτερα. Υπάρχουν μαθητές που χρειάζονται μια αυστηρή παρατήρηση και άλλοι που μπορεί να κλείσουν εντελώς στον εαυτό τους από την ίδια ακριβώς παρατήρηση.
Και τότε ο εκπαιδευτικός πρέπει να κάνει κάτι εξαιρετικά δύσκολο: να εφαρμόσει κανόνες χωρίς να ξεχάσει ότι μπροστά του δεν υπάρχουν όμοιες μονάδες.
Γιατί άλλο ισότητα και άλλο δικαιοσύνη.
Το μεγαλύτερο δίλημμα: Να τελειώσω ή να μάθουν;
Το εκπαιδευτικό σύστημα έχει μια φυσική ανάγκη να μετρά. Πόση ύλη καλύφθηκε, πόσες ώρες έγιναν, ποια κεφάλαια ολοκληρώθηκαν, τι βαθμούς έγραψαν οι μαθητές.
Η μάθηση όμως δεν ακολουθεί πάντα το ίδιο χρονοδιάγραμμα.
Μπορεί μια τάξη να χρειάζεται δύο ώρες για κάτι που είχε προγραμματιστεί να διδαχθεί σε μία. Μπορεί μια συζήτηση να ανοίξει ξαφνικά και να αποδειχθεί πολύ πιο σημαντική από την επόμενη σελίδα του βιβλίου. Μπορεί ένας μαθητής να κάνει μια ερώτηση που να οδηγήσει ολόκληρο το τμήμα σε ένα μονοπάτι που ο εκπαιδευτικός δεν είχε σχεδιάσει καθόλου.
Τι κάνει τότε;
«Προχώρα στην ύλη», λέει το πρόγραμμα.
«Μείνε λίγο ακόμη εδώ», λέει η τάξη.
Και ένας καλός εκπαιδευτικός γνωρίζει ότι το να έχει τελειώσει ολόκληρο το βιβλίο δεν σημαίνει απαραίτητα ότι έχει διδάξει ολόκληρο το βιβλίο.
Μερικές φορές σημαίνει απλώς ότι το διάβασε γρήγορα μπροστά σε παιδιά.
Όλα όσα δεν καταγράφονται
Στο τέλος της ημέρας κανείς δεν θα μετρήσει πόσες φορές χρειάστηκε να αλλάξει το σχέδιο του μαθήματος, πόσες μικρές κρίσεις αντιμετώπισε χωρίς καν να γίνουν αντιληπτές, πόσες φορές αποφάσισε να μην κάνει μια αυστηρή παρατήρηση, να δώσει μία ακόμη ευκαιρία, να εξηγήσει κάτι για τέταρτη φορά ή να μείνει δύο λεπτά παραπάνω για να ακούσει έναν μαθητή.
Δεν υπάρχει δείκτης για το παιδί που για πρώτη φορά τόλμησε να σηκώσει το χέρι.
Δεν υπάρχει βαθμός για τον μαθητή που μέχρι χθες έλεγε «δεν μπορώ» και σήμερα είπε «νομίζω ότι το κατάλαβα».
Δεν υπάρχει κουτάκι σε κάποια πλατφόρμα για τη στιγμή που ένας εκπαιδευτικός κατάφερε απλώς να κάνει ένα παιδί να αισθανθεί ότι ανήκει μέσα στην τάξη.
Κι όμως, εκεί βρίσκεται ένα μεγάλο μέρος της δουλειάς του.
Όταν λοιπόν χτυπά το κουδούνι, μπορεί πράγματι να μην έχει «προχωρήσει» όσο προέβλεπε το σχέδιο. Μπορεί να χρωστά μια άσκηση ή μια παράγραφο για την επόμενη ώρα.
Αλλά ίσως εκείνη την ημέρα κατάφερε κάτι σημαντικότερο.
Να μη μείνει πίσω ένα παιδί.
Και αυτός είναι ο αόρατος πόλεμος που δίνει καθημερινά ο εκπαιδευτικός: να υπηρετήσει το πρόγραμμα χωρίς να υπηρετεί τυφλά την ύλη, να τηρήσει τους κανόνες χωρίς να χάσει τον άνθρωπο και να θυμάται, μέσα σε όλα τα «πρέπει», ότι ο πραγματικός λόγος που υπάρχει το σχολείο δεν είναι για να τελειώνει βιβλία, αλλά για να μορφώνει παιδιά.
Με στοιχεία από ένα άρθρο του φυσικού Δημήτρη Τσιριγώτη