Πολύ εύστοχα ο εκπαιδευτικός Κωνσταντίνος Κολοβός σημείωνε σε προηγούμενο άρθρο του ότι το σχολείο του 2030 δεν χρειάζεται να το προβλέψουμε, γιατί τα παιδιά που θα κάθονται τότε στα θρανία του Δημοτικού έχουν ήδη γεννηθεί και, επομένως, για τις σχολικές χρονιές μέχρι και το 2029-2030 δεν απαιτούνται περίπλοκα δημογραφικά σενάρια, αλλά μια απλή αντιστοίχιση των καταγεγραμμένων γεννήσεων με τις ηλικίες φοίτησης.
Και αυτή η αντιστοίχιση δείχνει μια μεγάλη μεταβολή: ο μαθητικός πληθυσμός του Δημοτικού εκτιμάται ότι θα μειωθεί περίπου κατά 14% από το 2023-2024 έως το 2029-2030, γεγονός που σημαίνει ότι η αλλαγή δεν αφορά ένα μακρινό και αβέβαιο μέλλον, αλλά μια πραγματικότητα που έχει ήδη διαμορφωθεί.
Τα σχολεία πρώτα αδειάζουν και μετά κλείνουν
Η συρρίκνωση έχει ήδη ξεκινήσει, καθώς μεταξύ 2017-2018 και 2023-2024 οι μαθητές στα δημόσια Δημοτικά μειώθηκαν από 601.527 σε 515.269, δηλαδή κατά 14,3%, ενώ την ίδια περίοδο τα τμήματα μειώθηκαν κατά 8,1% και οι σχολικές μονάδες μόλις κατά 3,7%, από 4.328 σε 4.166.
Η διαφορά αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, γιατί δείχνει ότι το σχολικό δίκτυο δεν εξαφανίζεται με την ίδια ταχύτητα που μειώνονται οι μαθητές, αλλά αραιώνει, με το μέσο Δημοτικό να πέφτει από 139 σε 124 μαθητές, τμήματα να μικραίνουν, σχολεία να χάνουν οργανικές θέσεις και πολλές μονάδες να υποβιβάζονται προτού φτάσουν στη συγχώνευση ή στην κατάργηση.
Το σχολείο, δηλαδή, σπάνια κλείνει ξαφνικά· πρώτα χάνει παιδιά, ύστερα τμήματα και εκπαιδευτικούς και κάποια στιγμή τίθεται πλέον το ερώτημα αν μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί.
Δύο διαφορετικές Ελλάδες
Η εικόνα δεν είναι ίδια παντού, καθώς και οι 13 Περιφέρειες χάνουν μαθητές αλλά με εντελώς διαφορετικούς ρυθμούς, από περίπου 3% στο Νότιο Αιγαίο έως 37% στη Δυτική Μακεδονία στη δωδεκαετία 2017-2018 έως 2029-2030.
Οι διαφορές αποτυπώνονται και στο μέγεθος των τάξεων, αφού στη Φλώρινα αντιστοιχούν περίπου 12 μαθητές ανά τμήμα, ενώ στην Αθήνα ο αριθμός πλησιάζει τους 19, γεγονός που αποκαλύπτει δύο διαφορετικές γεωγραφίες της εκπαίδευσης: από τη μία μεγάλα αστικά σχολεία και από την άλλη νησιά, ορεινά χωριά και απομακρυσμένες περιοχές όπου ένα Δημοτικό μπορεί να λειτουργεί για ελάχιστα παιδιά.
Γιατί η Ελλάδα φαίνεται «πλούσια» σε δασκάλους
Η αναλογία μαθητών ανά εκπαιδευτικό στο ελληνικό Δημοτικό είναι περίπου 7,4, όταν ο μέσος όρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι 13,3, όμως ο αριθμός αυτός από μόνος του μπορεί να οδηγήσει σε λανθασμένα συμπεράσματα περί πλεονάζοντος προσωπικού.
Η Ελλάδα διαθέτει ένα μεγάλο και γεωγραφικά κατακερματισμένο σχολικό δίκτυο, καθώς από τα 4.501 Δημοτικά για τα οποία υπάρχουν σχετικά στοιχεία, 656 είναι επίσημα ολιγοθέσια, ενώ συνολικά 1.144 σχολικές μονάδες έχουν λιγότερους από 50 μαθητές και 652 λιγότερους από 25.
Ένα σχολείο οκτώ ή δεκαπέντε παιδιών εξακολουθεί να χρειάζεται εκπαιδευτικό, ενώ ένα νησί ή ένα απομακρυσμένο χωριό δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με το ίδιο μαθηματικό μοντέλο με την Αθήνα ή τη Θεσσαλονίκη, γιατί σε πολλές περιπτώσεις η ύπαρξη του μικρού σχολείου αποτελεί προϋπόθεση για να συνεχίσει να υπάρχει ζωή στην περιοχή.
Το δεύτερο μεγάλο κύμα έρχεται από την έδρα
Την ίδια στιγμή που μειώνονται οι μαθητές, γερνά και το εκπαιδευτικό προσωπικό, καθώς 20.801 από τους 77.598 εκπαιδευτικούς του Δημοτικού είναι ήδη άνω των 55 ετών, ενώ περίπου 18.000 βρίσκονται σήμερα στην ηλικιακή ομάδα 55-59 ετών.
Το πόσο γρήγορα μπορεί να αδειάσει αυτή η ομάδα φαίνεται από το πρόσφατο παρελθόν, αφού από όσους ήταν 55-59 ετών το 2018-2019, επτά στους δέκα είχαν αποχωρήσει πέντε χρόνια αργότερα, ενώ η σημερινή πολυπληθής ομάδα περνά σταδιακά το ηλικιακό όριο των 62 ετών μεταξύ 2027 και 2031.
Και το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι αποχωρεί μια μεγάλη γενιά, αλλά ότι πίσω της δεν ακολουθεί μια αντίστοιχα μεγάλη, καθώς η επόμενη ηλικιακή ομάδα είναι περίπου 40% μικρότερη και η μεθεπόμενη περίπου 60% μικρότερη, αποτυπώνοντας καθαρά τη δεκαετία 2010-2019 χωρίς μαζικούς μόνιμους διορισμούς.
Το πραγματικό ερώτημα για το 2030
Το παράδοξο, λοιπόν, είναι ότι την ίδια περίοδο που τα Δημοτικά θα χάνουν μαθητές, θα χάνουν και χιλιάδες έμπειρους εκπαιδευτικούς, χωρίς αυτό να σημαίνει αυτομάτως ότι θα περισσεύει προσωπικό, γιατί οι μαθητές δεν κατανέμονται ομοιόμορφα και τα μικρά, νησιωτικά ή απομακρυσμένα σχολεία εξακολουθούν να χρειάζονται στελέχωση ακόμη και όταν ο αριθμός των παιδιών μειώνεται.
Το μεγάλο ερώτημα για το 2030 δεν είναι λοιπόν μόνο πόσα παιδιά θα υπάρχουν, αλλά πού θα βρίσκονται, σε ποια σχολεία θα φοιτούν και ποιος θα τα διδάσκει, πόσες μονάδες θα υποβιβαστούν ή θα συγχωνευθούν και με ποιον τρόπο θα αντικατασταθεί μέσα σε λίγα χρόνια ένα μεγάλο κομμάτι της πιο έμπειρης γενιάς δασκάλων.
Το σχολείο του 2030 έχει ήδη αρχίσει να σχηματίζεται: τα παιδιά του έχουν γεννηθεί, οι εκπαιδευτικοί που θα αποχωρήσουν βρίσκονται ήδη στις τάξεις και τα μικρά σχολεία αδειάζουν ήδη. Το ζήτημα δεν είναι αν γνωρίζουμε τι έρχεται· το γνωρίζουμε. Το ερώτημα είναι αν θα προλάβουμε να οργανώσουμε το δημόσιο σχολείο για μια πραγματικότητα που αυτή τη φορά δεν χρειάζεται καν να προβλεφθεί.