Η κατάσταση του στόματος μπορεί να αποκαλύπτει περισσότερα για τη γενικότερη υγεία μας απ’ όσα νομίζουμε. Νέα μεγάλη επιστημονική ανασκόπηση, που συγκέντρωσε στοιχεία από περισσότερους από 300.000 ανθρώπους, δείχνει ότι η περιοδοντίτιδα συνδέεται με αυξημένη πιθανότητα εμφάνισης διαβήτη τύπου 2.
Η σχέση, μάλιστα, φαίνεται να είναι αμφίδρομη, καθώς και ο διαβήτης μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο σοβαρής νόσου των ούλων και απώλειας δοντιών.
Η περιοδοντίτιδα αποτελεί προχωρημένη μορφή νόσου των ούλων. Η χρόνια φλεγμονή μπορεί να προκαλέσει βλάβες στους ιστούς και στα οστά που στηρίζουν τα δόντια, με αποτέλεσμα τα ούλα να πρήζονται ή να αιμορραγούν και, σε πιο σοβαρές περιπτώσεις, τα δόντια να αποκτούν κινητικότητα ή να χάνονται.
Οι ερευνητές εξέτασαν 28 μακροχρόνιες μελέτες από 16 χώρες, ώστε να διερευνήσουν τη σχέση ανάμεσα στις δύο παθήσεις. Σε έξι από αυτές, στις οποίες συμμετείχαν περίπου 29.000 άνθρωποι και η παρακολούθηση διήρκεσε από πέντε έως 20 χρόνια, όσοι είχαν περιοδοντίτιδα εμφάνισαν 18% έως 25% συχνότερα νέο διαβήτη τύπου 2 σε σύγκριση με όσους δεν είχαν νόσο των ούλων.
Ακόμη μεγαλύτερη ήταν η διαφορά στους ανθρώπους που είχαν χάσει όλα τα δόντια τους, καθώς η συχνότητα νέας διάγνωσης διαβήτη ήταν περίπου 30% υψηλότερη.
Η εικόνα φαίνεται να αντιστρέφεται και από την άλλη πλευρά. Άτομα που είχαν ήδη διαβήτη στην αρχή των μελετών παρουσίαζαν αυξημένη πιθανότητα να εμφανίσουν αργότερα περιοδοντίτιδα ή να χάσουν δόντια.
Μία πιθανή εξήγηση βρίσκεται στη χρόνια φλεγμονή. Η περιοδοντίτιδα μπορεί να επιτρέψει σε βακτήρια και φλεγμονώδεις ουσίες να περάσουν στην κυκλοφορία του αίματος και να επηρεάσουν άλλες λειτουργίες του οργανισμού. Η φλεγμονή ενδέχεται να επηρεάζει και την απόκριση στην ινσουλίνη, η οποία αποτελεί βασικό μηχανισμό στον διαβήτη τύπου 2.
Παράλληλα, τα αυξημένα επίπεδα σακχάρου στο αίμα μπορούν να δυσκολέψουν την επούλωση των ιστών και να κάνουν τον οργανισμό πιο ευάλωτο σε λοιμώξεις και φλεγμονές των ούλων.
Οι επιστήμονες, ωστόσο, επισημαίνουν ότι η σχέση αυτή δεν αποδεικνύει πως η μία πάθηση προκαλεί την άλλη. Η ανασκόπηση βασίστηκε κυρίως σε μελέτες παρατήρησης, ενώ υπήρχαν διαφορές στον τρόπο με τον οποίο οι επιμέρους έρευνες αξιολόγησαν την περιοδοντίτιδα και άλλους παράγοντες.
Παρόλα αυτά, τα ευρήματα ενισχύουν την άποψη ότι η στοματική υγεία δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται αποκομμένα από τη γενικότερη υγεία. Η συχνή αιμορραγία, τα κόκκινα ή πρησμένα ούλα και η υποχώρηση των ούλων δεν σημαίνουν ότι κάποιος έχει διαβήτη, είναι όμως συμπτώματα που χρειάζονται έλεγχο από οδοντίατρο.
Για όσους έχουν ήδη διαγνωστεί με διαβήτη, ο τακτικός έλεγχος των ούλων και των δοντιών είναι επίσης σημαντικός. Η στενότερη συνεργασία οδοντιάτρων και γιατρών θα μπορούσε να συμβάλει στον έγκαιρο εντοπισμό ανθρώπων που διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο διαβήτη και στην καλύτερη πρόληψη.
Το στόμα δεν μπορεί να προβλέψει από μόνο του την πορεία της υγείας μας. Μπορεί, όμως, να εμφανίσει σημάδια που αξίζει να μην αγνοούμε.