Νέα παρέμβαση για την υπόθεση των υποκλοπών και του Predator πραγματοποιεί ο δικηγόρος θυμάτων Ζαχαρίας Κεσσές, στρέφοντας αυτή τη φορά το ενδιαφέρον στις διαφορετικές εισαγγελικές κρίσεις που, κατά την άποψή του, έχουν διατυπωθεί κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης.
Ο κ. Κεσσές υποστηρίζει ότι οι αιτιολογίες που έχουν χρησιμοποιηθεί σε διαφορετικά στάδια της έρευνας δεν συμβαδίζουν μεταξύ τους και θέτει ένα βασικό ερώτημα: εάν υπήρχε πιθανότητα ορισμένα πρόσωπα να εμπλέκονται ποινικά στην υπόθεση και γι' αυτό δεν μπορούσαν να εξεταστούν ως μάρτυρες, γιατί δεν κλήθηκαν τότε να δώσουν εξηγήσεις ως ύποπτοι;
Με ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ο δικηγόρος χρησιμοποιεί ιδιαίτερα σκληρή γλώσσα, κάνοντας λόγο για «σκυταλοδρομία συγκάλυψης» και υποστηρίζοντας ότι οι διαφορετικές προσεγγίσεις καταλήγουν να αναιρούν η μία την άλλη.
Οι πέντε που δεν εξετάστηκαν ως μάρτυρες
Στο επίκεντρο της παρέμβασής του βρίσκονται οι Merom Harpaz, Einat Semama, Δημήτριος Ξυπτεράς, Ιωάννης Τουμπής και Ιωάννης Μπόλιαρης.
Όπως αναφέρει ο Ζαχαρίας Κεσσές, ο εισαγγελικός λειτουργός κ. Μπακέλας αποφάσισε να μην εξεταστούν τα συγκεκριμένα πρόσωπα ως μάρτυρες.
Κατά την παρουσίαση του σκεπτικού από τον δικηγόρο, η απόφαση συνδέεται με το ενδεχόμενο να προέκυπτε ποινική εμπλοκή τους στις πράξεις που διερευνώνται. Σε μια τέτοια περίπτωση, εάν είχαν προηγουμένως καταθέσει ενόρκως ως μάρτυρες και στη συνέχεια αποκτούσαν την ιδιότητα του κατηγορουμένου, οι καταθέσεις αυτές δεν θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν εναντίον τους.
Ακριβώς σε αυτό το σημείο ο κ. Κεσσές εντοπίζει την πρώτη αντίφαση.
Τι είχε συμβεί με άλλα πρόσωπα
Ο δικηγόρος αντιπαραβάλλει τη συγκεκριμένη αντιμετώπιση με εκείνη που, όπως αναφέρει, είχε ακολουθηθεί νωρίτερα στην ίδια υπόθεση από τον κ. Ζήση.
Σύμφωνα με τον κ. Κεσσέ, στο προηγούμενο στάδιο είχαν εξεταστεί ενόρκως ως μάρτυρες πρόσωπα τα οποία είχαν ήδη κατονομαστεί σε μήνυση θύματος του Predator, μεταξύ των οποίων ο Γρηγόρης Δημητριάδης, ο Παναγιώτης Κοντολέων και ο Αιμίλιος Κοσμίδης.
Όπως υποστηρίζει, η λογική που είχε εφαρμοστεί τότε ήταν διαφορετική: τα πρόσωπα μπορούσαν να εξεταστούν ως μάρτυρες και, εάν αργότερα προέκυπταν στοιχεία που οδηγούσαν σε ποινική δίωξη, οι προηγούμενες μαρτυρικές καταθέσεις τους απλώς δεν θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν εναντίον τους.
Επομένως, κατά τον δικηγόρο, προκύπτει το ερώτημα γιατί η ίδια δικονομική δυνατότητα δεν εφαρμόστηκε και στην περίπτωση των άλλων πέντε προσώπων.
Και μια τρίτη εισαγγελική κρίση
Η επιχειρηματολογία Κεσσέ δεν σταματά εκεί.
Ο ίδιος επικαλείται και προηγούμενη εισαγγελική κρίση του κ. Τζαβέλλα, η οποία αφορούσε τα ίδια πέντε πρόσωπα.
Σύμφωνα με όσα αναφέρει, εκείνη η κρίση είχε καταλήξει ότι δεν είχαν προκύψει αποδεικτικά στοιχεία ποινικής εμπλοκής τους, με αποτέλεσμα να θεωρηθεί ότι δεν υπήρχε λόγος ανάσυρσης της σχετικής δικογραφίας ως προς αυτά.
Εδώ ακριβώς ο δικηγόρος θεωρεί ότι δημιουργείται ένας κύκλος αντιφατικών αιτιολογιών.
Από τη μία πλευρά, υπήρξαν πρόσωπα που είχαν κατονομαστεί σε μήνυση και παρ' όλα αυτά εξετάστηκαν ως μάρτυρες.
Από την άλλη, για τους συγκεκριμένους πέντε είχε προηγουμένως κριθεί, σύμφωνα με τον ίδιο, ότι δεν είχαν προκύψει στοιχεία ποινικής εμπλοκής.
Και στη συνέχεια η μαρτυρική εξέτασή τους δεν πραγματοποιήθηκε ακριβώς λόγω του ενδεχομένου να προκύψει ποινική εμπλοκή τους.
Το ερώτημα Κεσσέ: Γιατί δεν εξετάστηκαν ως ύποπτοι;
Πάνω σε αυτή την αντίφαση οικοδομεί ο Ζαχαρίας Κεσσές το βασικό επιχείρημα της παρέμβασής του.
Εφόσον το ενδεχόμενο ποινικής εμπλοκής θεωρήθηκε αρκετά σημαντικό ώστε να αποκλειστεί η εξέταση των πέντε ως μαρτύρων, τότε, κατά τον ίδιο, γεννάται εύλογα το ερώτημα γιατί δεν ακολουθήθηκε η άλλη διαθέσιμη οδός: να κληθούν για εξηγήσεις ως ύποπτοι.
Ο δικηγόρος υποστηρίζει ότι η ίδια η αιτιολογία που χρησιμοποιήθηκε για να μη δοθούν οι μαρτυρικές καταθέσεις δημιουργεί τελικά ένα δικονομικό αδιέξοδο.
«Αυτό ακριβώς είναι το αδιέξοδο που δημιουργεί η δική του αιτιολογία», σημειώνει χαρακτηριστικά.
«Ο Ζήσης διαψεύδει τον Μπακέλα και ο Μπακέλας τον Τζαβέλλα»
Η παρέμβαση καταλήγει με ακόμη πιο αιχμηρό τρόπο.
Κατά τον Ζαχαρία Κεσσέ, οι διαφορετικές κρίσεις που έχουν διατυπωθεί στην πορεία της υπόθεσης οδηγούν στο συμπέρασμα ότι «ο Ζήσης διαψεύδει τον Μπακέλα και ο Μπακέλας τον Τζαβέλλα».
Ο δικηγόρος των θυμάτων δεν αντιμετωπίζει τις διαφοροποιήσεις αυτές ως απλές διαφορετικές νομικές προσεγγίσεις, αλλά τις εντάσσει στη συνολικότερη κριτική που ασκεί εδώ και καιρό για τον τρόπο διερεύνησης της υπόθεσης Predator, φτάνοντας να κάνει λόγο για «επιχειρηματολογία της συγκάλυψης».
Πρόκειται, βεβαίως, για τη δική του αξιολόγηση των εισαγγελικών χειρισμών. Το ζήτημα που θέτει, ωστόσο, είναι συγκεκριμένο: πώς είναι δυνατόν τα ίδια ή παρόμοια δικονομικά ζητήματα να αντιμετωπίζονται με διαφορετικό τρόπο στα επιμέρους στάδια μιας τόσο σοβαρής υπόθεσης;
Και κυρίως, εάν κάποιος δεν εξετάζεται ως μάρτυρας επειδή υπάρχει ενδεχόμενο να καταστεί κατηγορούμενος, τότε ποια πρέπει να είναι η επόμενη δικονομική κίνηση;
Αυτό είναι το ερώτημα που επαναφέρει ο Ζαχαρίας Κεσσές στο προσκήνιο, σε μια υπόθεση που εξακολουθεί να προκαλεί έντονη πολιτική και δικαστική αντιπαράθεση.