Πώς μάθαμε τη μητρική μας γλώσσα;
Κανείς δεν κάθισε δίπλα μας όταν ήμασταν δύο ετών για να μας εξηγήσει τι είναι υποκείμενο και αντικείμενο, πώς κλίνεται ένα ρήμα ή ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στον ενεστώτα και στον αόριστο.
Ακούγαμε.
Μιμούμασταν.
Παίζαμε.
Ζητούσαμε νερό, φαγητό και παιχνίδια. Ακούγαμε παραμύθια και τραγούδια. Κάναμε λάθη, μας απαντούσαν, ξαναδοκιμάζαμε και κάποια στιγμή αρχίσαμε να χρησιμοποιούμε έναν εξαιρετικά πολύπλοκο γλωσσικό κώδικα χωρίς να γνωρίζουμε καν ότι υπάρχουν «γραμματικοί κανόνες».
Πρώτα μάθαμε να μιλάμε και πολύ αργότερα μάθαμε γιατί μιλάμε έτσι.
Κάτι αντίστοιχο μπορεί να συμβεί όταν ένα πολύ μικρό παιδί εκτίθεται συστηματικά και με φυσικό τρόπο σε μια δεύτερη γλώσσα.
Δεν τη βιώνει απαραίτητα ως ένα σχολικό μάθημα που πρέπει να απομνημονεύσει. Μπορεί να τη συνδέσει με ανθρώπους, δραστηριότητες, παιχνίδια, τραγούδια, ιστορίες και πραγματικές ανάγκες επικοινωνίας.
Και εδώ βρίσκεται ίσως η μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο «διδάσκω μια ξένη γλώσσα» και στο «μεγαλώνω ένα παιδί μέσα σε δύο γλώσσες».
Ποια είναι η καλύτερη ηλικία;
Αν το ερώτημα είναι πότε μπορεί να αρχίσει η φυσική επαφή με μια δεύτερη γλώσσα, η απάντηση είναι: ακόμη και από τη βρεφική και νηπιακή ηλικία.
Τα πρώτα χρόνια της ζωής αποτελούν μια εξαιρετικά έντονη περίοδο γλωσσικής ανάπτυξης. Ο παιδικός εγκέφαλος είναι ιδιαίτερα δεκτικός στα γλωσσικά ερεθίσματα και η πρώιμη έκθεση φαίνεται να προσφέρει σημαντικό πλεονέκτημα, ιδιαίτερα στην αντίληψη και παραγωγή των ήχων μιας γλώσσας.
Αυτό δεν σημαίνει ότι υπάρχει μια μαγική ημερομηνία – για παράδειγμα τα δεύτερα γενέθλια – μετά την οποία χάθηκε η ευκαιρία.
Ούτε σημαίνει ότι όποιος ξεκινήσει στα 10, στα 20 ή στα 40 δεν μπορεί να μάθει εξαιρετικά καλά μια νέα γλώσσα.
Η επιστημονική συζήτηση για την περίφημη «κρίσιμη περίοδο» είναι πολύ πιο σύνθετη. Μεγάλη μελέτη εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων, για παράδειγμα, έδειξε ότι η ικανότητα εκμάθησης της γραμματικής παραμένει υψηλή για πολύ μεγαλύτερο χρονικό διάστημα απ' όσο συχνά πιστεύουμε, αν και όσοι επιδιώκουν τελικά επίπεδο αντίστοιχο ενός φυσικού ομιλητή ευνοούνται σημαντικά από την έναρξη στην παιδική ηλικία.
Άρα το μήνυμα δεν πρέπει να είναι «τώρα ή ποτέ».
Πρέπει να είναι «όσο νωρίτερα και φυσικότερα, τόσο περισσότερες ευκαιρίες».
Στα δύο χρόνια δεν χρειάζεται «μάθημα αγγλικών»
Και εδώ βρίσκεται το σημείο στο οποίο συχνά κάνουμε το μεγαλύτερο λάθος.
Ακούμε ότι είναι καλό ένα παιδί να αρχίζει νωρίς μια δεύτερη γλώσσα και μεταφέρουμε στο δίχρονο το μοντέλο διδασκαλίας ενός δεκάχρονου.
Κάρτες λέξεων. Ασκήσεις. Επανάληψη. «Πώς λέγεται αυτό στα αγγλικά;». Διόρθωση. Αποστήθιση.
Αλλά ένα παιδί δύο ή τριών ετών δεν χρειάζεται να του εξηγήσουμε ότι κάνει... μάθημα.
Χρειάζεται να παίξει.
Να ακούσει ένα τραγούδι και να το τραγουδήσει.
Να δει ένα σκυλάκι και να ακούσει τη λέξη dog μέσα σε μια πραγματική κατάσταση.
Να ζητήσει ένα παιχνίδι.
Να ακούσει μια μικρή ιστορία.
Να παίξει κρυφτό χρησιμοποιώντας απλές λέξεις και εκφράσεις.
Να συνδέσει δηλαδή τη γλώσσα όχι με την υποχρέωση να δώσει τη σωστή απάντηση, αλλά με κάτι που θέλει να κάνει.
Γιατί τα παιδιά δεν μαθαίνουν μόνο λέξεις.
Μαθαίνουν τι μπορούν να κάνουν με τις λέξεις.
Η γραμματική υπάρχει – απλώς το παιδί δεν τη γνωρίζει ως «γραμματική»
Ένα παιδί που αποκτά μια γλώσσα φυσικά δεν μιλά χωρίς γραμματική.
Το αντίθετο.
Σταδιακά κατακτά ένα εξαιρετικά σύνθετο γραμματικό σύστημα. Απλώς δεν το μαθαίνει αρχικά μέσα από μεταγλωσσικές εξηγήσεις.
Ένα ελληνόπουλο μπορεί να χρησιμοποιεί σωστά πολλούς τύπους ρημάτων χωρίς να γνωρίζει τι σημαίνουν οι όροι «χρόνος», «έγκλιση» ή «συζυγία».
Έτσι μπορεί να λειτουργήσει σε σημαντικό βαθμό και η πολύ πρώιμη δεύτερη γλώσσα.
Το παιδί ακούει επανειλημμένα γλωσσικά μοτίβα και αρχίζει να τα χρησιμοποιεί. Δεν σκέφτεται κάθε φορά:
«Ποιος είναι ο κανόνας;»
Η γλώσσα αρχίζει να του ακούγεται σωστή.
Και αυτό είναι ένα τεράστιο πλεονέκτημα της πρώιμης, πλούσιας έκθεσης.
Το μεγάλο πλεονέκτημα της προφοράς
Υπάρχει μάλιστα ένας τομέας στον οποίο η ηλικία φαίνεται να έχει ιδιαίτερη σημασία: οι ήχοι της γλώσσας.
Τα βρέφη ξεκινούν τη ζωή τους με εντυπωσιακή ευαισθησία στις διαφορές μεταξύ των ήχων της ανθρώπινης ομιλίας. Καθώς μεγαλώνουν και εκτίθενται κυρίως στη γλώσσα του περιβάλλοντός τους, ο εγκέφαλος εξειδικεύεται στα ηχητικά μοτίβα που ακούει συστηματικά.
Γι' αυτό ένα παιδί που ακούει από πολύ νωρίς δύο γλώσσες έχει την ευκαιρία να εξοικειωθεί με δύο διαφορετικά φωνολογικά συστήματα.
Δεν προσπαθεί αργότερα να «μεταφράσει» έναν άγνωστο ήχο μέσα από τους ήχους της ελληνικής.
Τον έχει ακούσει από μικρό.
Τον έχει αποθηκεύσει.
Τον έχει μιμηθεί χιλιάδες φορές.
Μία ώρα την εβδομάδα δεν είναι το ίδιο με τη δίγλωσση καθημερινότητα
Εδώ όμως χρειάζεται μια σημαντική διευκρίνιση.
Το γεγονός ότι ένα παιδί ξεκίνησε «αγγλικά στα δύο» δεν σημαίνει από μόνο του ότι θα γίνει δίγλωσσο ή ότι η δεύτερη γλώσσα θα λειτουργήσει ακριβώς όπως η μητρική του.
Δεν μετρά μόνο το πότε ξεκίνησε. Μετρά πόσο, πώς και γιατί χρησιμοποιεί τη γλώσσα.
Άλλο ένα παιδί που ακούει αγγλικά για μία ώρα την εβδομάδα σε ένα οργανωμένο μάθημα και άλλο ένα παιδί που καθημερινά παίζει, μιλά, ακούει ιστορίες και επικοινωνεί επί ώρες με ανθρώπους που χρησιμοποιούν αγγλικά.
Η ηλικία ανοίγει ένα μεγάλο παράθυρο ευκαιρίας.
Η ποιότητα και η ποσότητα της έκθεσης είναι αυτές που καθορίζουν πόσο θα αξιοποιηθεί.
«Μα δεν θα μπερδευτεί με δύο γλώσσες;»
Είναι ένας από τους πιο επίμονους φόβους των γονέων.
Ένα μικρό παιδί μπορεί πράγματι να χρησιμοποιήσει στην ίδια πρόταση λέξεις από δύο γλώσσες. Αυτό όμως δεν σημαίνει από μόνο του ότι βρίσκεται σε σύγχυση.
Η έρευνα για την πρώιμη διγλωσσία δείχνει ότι τα παιδιά μπορούν να μεγαλώνουν επιτυχώς με περισσότερες από μία γλώσσες. Η ανάμειξη γλωσσών αποτελεί φυσιολογικό χαρακτηριστικό πολλών δίγλωσσων περιβαλλόντων και τα παιδιά σταδιακά μαθαίνουν πότε, πού και με ποιον χρησιμοποιείται κάθε γλώσσα.
Το κρίσιμο είναι να υπάρχει πλούσια, σταθερή και ουσιαστική επικοινωνία.
Κάντε τη γλώσσα χρήσιμη και το παιδί θα θελήσει να τη χρησιμοποιήσει
Ίσως τελικά κάνουμε λάθος όταν ρωτάμε μόνο:
«Σε ποια ηλικία πρέπει να ξεκινήσει αγγλικά;»
Η καλύτερη ερώτηση είναι:
«Τι εμπειρίες μπορούμε να δημιουργήσουμε ώστε το παιδί να θέλει να επικοινωνήσει σε αυτή τη γλώσσα;»
Γιατί εκεί βρίσκεται ο πραγματικός κινητήρας της μάθησης.
Αν η ξένη γλώσσα σημαίνει κάθε φορά «κάτσε στην καρέκλα, άνοιξε το βιβλίο και απάντησε σωστά», μπορεί πολύ γρήγορα να γίνει υποχρέωση.
Αν σημαίνει παιχνίδι, τραγούδι, ιστορία, γέλιο, φίλους, επικοινωνία και ανακάλυψη, συμβαίνει κάτι εντελώς διαφορετικό:
το παιδί ξεχνά ότι μαθαίνει.
Και ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη δύναμη της πρώιμης γλωσσικής εκπαίδευσης.
Όχι να μεταφέρουμε το σχολείο στα δύο χρόνια.
Αλλά να εκμεταλλευτούμε εκείνη τη μοναδική περίοδο της ζωής κατά την οποία ένα παιδί μπορεί να κατακτά έναν ολόκληρο γλωσσικό κόσμο χωρίς να ρωτήσει ούτε μία φορά:
«Αυτό θα πέσει στο τεστ;»