Μία από τις πιο συνηθισμένες γλωσσικές αστοχίες έχει να κάνει με κάτι που χρησιμοποιούμε καθημερινά: τις ώρες. Το «τεσσεράμισι ώρες» έχει γίνει τόσο οικείο στο αυτί μας, ώστε το σωστό «τεσσερισήμισι» ακούγεται σε αρκετούς σχεδόν παράξενο.
«Περίμενα τεσσεράμισι ώρες».
«Το ταξίδι κράτησε τεσσεράμισι ώρες».
«Ήμασταν εκεί για τεσσεράμισι ώρες».
Το ακούμε καθημερινά και πιθανότατα το έχουμε πει και οι ίδιοι. Υπάρχει όμως μια μικρή γραμματική λεπτομέρεια που κάνει τη διαφορά: η λέξη «ώρα» είναι θηλυκού γένους και ο αριθμητικός προσδιορισμός πρέπει να συμφωνεί μαζί της.
Γι' αυτό λέμε τρεις ώρες, τέσσερις ώρες και, αντίστοιχα, τρεισήμισι και τεσσερισήμισι ώρες.
Το «τεσσεράμισι» ταιριάζει με ουδέτερα ουσιαστικά. Μπορούμε, για παράδειγμα, να πούμε τεσσεράμισι χρόνια, αφού λέμε «τέσσερα χρόνια». Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο με τις ώρες, αφού κανείς δεν θα έλεγε σε προσεγμένο λόγο «τέσσερα ώρες».
Η απλή λογική πίσω από τον κανόνα
Για να καταλάβουμε τι συμβαίνει, αρκεί να αφήσουμε για λίγο στην άκρη το «μισό».
Λέμε:
τέσσερις ώρες
αλλά
τέσσερα χρόνια.
Από αυτή τη διαφορά προκύπτουν και οι αντίστοιχοι σύνθετοι τύποι:
τεσσερισήμισι ώρες
αλλά
τεσσεράμισι χρόνια.
Το ίδιο συμβαίνει και με το τρία:
τρεις ώρες → τρεισήμισι ώρες
τρία χρόνια → τριάμισι χρόνια.
Δεν πρόκειται, λοιπόν, για κάποια εξεζητημένη εξαίρεση της ελληνικής γραμματικής. Είναι η ίδια συμφωνία γένους που χρησιμοποιούμε αυθόρμητα σε εκατοντάδες άλλες περιπτώσεις.
Γιατί όμως το «τεσσεράμισι ώρες» ακούγεται τόσο φυσικό;
Εδώ βρίσκεται το πραγματικά ενδιαφέρον μέρος της υπόθεσης.
Στην καθημερινή γλώσσα οι σύνθετοι αριθμητικοί τύποι συχνά αντιμετωπίζονται από τους ομιλητές σαν μία σταθερή λέξη. Το «τεσσεράμισι» αρχίζει έτσι να λειτουργεί σχεδόν σαν ένας αμετάβλητος αριθμός που τοποθετείται μπροστά από οποιοδήποτε ουσιαστικό.
Και όσο περισσότερο χρησιμοποιείται ένας τύπος, τόσο περισσότερο το αυτί εξοικειώνεται μαζί του.
Έτσι φτάνουμε σε ένα από τα ωραιότερα παράδοξα της γλώσσας: μια πολύ διαδεδομένη χρήση μπορεί να μας ακούγεται φυσικότερη από εκείνη που ακολουθεί την παραδοσιακή γραμματική συμφωνία.
Αυτός είναι και ο λόγος που τέτοιες αστοχίες δεν αποτελούν μέτρο μόρφωσης. Μπορεί να τις ακούσει κανείς από ανθρώπους με πλούσιο λεξιλόγιο, πανεπιστημιακή εκπαίδευση και εξαιρετική κατά τα άλλα χρήση της ελληνικής.
Η προφορική γλώσσα λειτουργεί κυρίως μέσα από τη συνήθεια και όχι μέσα από τη συνειδητή εφαρμογή κανόνων.
Το «μισή» που κρύβεται μέσα στη φράση
Υπάρχει ένας ακόμη εύκολος τρόπος να το θυμόμαστε.
Όταν λέμε ότι κάτι διήρκεσε τέσσερις και μισή ώρες, στην πραγματικότητα εννοούμε:
τέσσερις ώρες και μισή ώρα.
Η «μισή» αναφέρεται στην ώρα και γι' αυτό βρίσκεται επίσης στο θηλυκό γένος.
Αν μιλούσαμε για ένα ουδέτερο ουσιαστικό, η συμφωνία θα ήταν διαφορετική. Λέμε, για παράδειγμα, «δυόμισι λεπτά» ή «τεσσεράμισι χρόνια».
Η ίδια αρχή εμφανίζεται παντού στη γλώσσα μας:
τέσσερις ημέρες, αλλά τέσσερα βράδια,
τέσσερις εβδομάδες, αλλά τέσσερα Σαββατοκύριακα,
τέσσερις σελίδες, αλλά τέσσερα κεφάλαια.
Το γένος της λέξης που μετράμε είναι αυτό που καθορίζει τον τύπο.
Όταν η συνήθεια νικά τη γραμματική
Το «τεσσεράμισι ώρες» είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο εξελίσσεται η ζωντανή γλώσσα. Οι άνθρωποι δεν μιλούν έχοντας δίπλα τους ένα βιβλίο γραμματικής. Απλοποιούν τύπους, δημιουργούν αναλογίες και υιοθετούν εκφράσεις που ακούνε από τους άλλους.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε καθημερινή χρήση πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ένδειξη γλωσσικής ανεπάρκειας. Άλλο η φυσική εξέλιξη του προφορικού λόγου και άλλο ο προσεγμένος γραπτός λόγος, όπου εξακολουθούν να υπάρχουν συγκεκριμένες συμβάσεις.
Και ίσως αυτό είναι το πιο ενδιαφέρον σε τέτοιες μικρές γλωσσικές «παγίδες». Μας θυμίζουν ότι η γλώσσα δεν είναι μόνο κανόνες. Είναι και συνήθεια, μίμηση, εξέλιξη και ένας αδιάκοπος ανταγωνισμός ανάμεσα σε αυτό που μάθαμε ότι είναι σωστό και σε αυτό που ακούμε γύρω μας κάθε μέρα.
Στον προσεγμένο λόγο, πάντως, η ώρα παραμένει θηλυκή.
Και επομένως, αν η αναμονή είναι μεγάλη, μπορεί να μας εκνευρίσει διπλά — αλλά θα έχει διαρκέσει τεσσερισήμισι ώρες.