«Η προσφορά ισχύει για όλους, ανεξαρτήτου ηλικίας».
«Οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να συμμετάσχουν ανεξαρτήτου φύλου».
«Το μέτρο αφορά όλους τους εργαζομένους, ανεξαρτήτου ειδικότητας».
Οι φράσεις αυτές ακούγονται τόσο συχνά, ώστε δύσκολα πλέον προκαλούν εντύπωση. Κι όμως, στον προσεγμένο λόγο υπάρχει πρόβλημα.
Όταν θέλουμε να πούμε ότι κάτι ισχύει χωρίς να εξαρτάται από έναν συγκεκριμένο παράγοντα, ο καθιερωμένος τύπος είναι «ανεξαρτήτως» ή, απλούστερα, «ανεξάρτητα από».
Επομένως:
ανεξαρτήτως ηλικίας
ανεξαρτήτως φύλου
ανεξαρτήτως επαγγέλματος
ανεξαρτήτως αποτελέσματος
ή, στη φυσικότερη καθημερινή νεοελληνική:
ανεξάρτητα από την ηλικία
ανεξάρτητα από το φύλο
ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα.
Το Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής καταγράφει πράγματι τόσο το «ανεξάρτητα» όσο και τον λόγιο τύπο «ανεξαρτήτως» ως επιρρήματα, με τη σημασία ότι κάτι συμβαίνει χωρίς σχέση εξάρτησης, δέσμευσης ή επίδρασης από κάτι άλλο.
Από πού προκύπτει το «ανεξαρτήτου»;
Εδώ βρίσκεται η παγίδα.
Το «ανεξαρτήτου» δεν είναι κάποια ανύπαρκτη λέξη. Είναι κανονικός γραμματικός τύπος του επιθέτου «ανεξάρτητος» — συγκεκριμένα, γενική ενικού.
Μπορούμε, για παράδειγμα, να μιλήσουμε για:
τη λειτουργία ανεξαρτήτου οργανισμού
ή, σε λόγιο ύφος, για κάτι που ανήκει ή αναφέρεται σε ανεξάρτητο φορέα, θεσμό κ.λπ.
Στην περίπτωση όμως του «ανεξαρτήτως ηλικίας» δεν θέλουμε να χαρακτηρίσουμε την ηλικία ως «ανεξάρτητη». Θέλουμε να πούμε ότι κάτι συμβαίνει χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η ηλικία.
Χρειαζόμαστε επομένως επίρρημα και όχι επίθετο.
Και το επίρρημα είναι ανεξαρτήτως.
Ένα απλό τεστ για να μην το ξεχνάμε
Υπάρχει ένας πολύ εύκολος τρόπος να ελέγξουμε κάθε τέτοια φράση.
Αν μπορούμε να αντικαταστήσουμε τη λέξη με το:
«ανεξάρτητα από...»
τότε χρειαζόμαστε το «ανεξαρτήτως».
Για παράδειγμα:
«Η είσοδος επιτρέπεται σε όλους ανεξαρτήτως ηλικίας».
Τι εννοούμε;
«Η είσοδος επιτρέπεται σε όλους ανεξάρτητα από την ηλικία τους».
Άρα: ανεξαρτήτως ηλικίας.
Το ίδιο ισχύει στο «ανεξαρτήτως φύλου», αφού σημαίνει «ανεξάρτητα από το φύλο», και στο «ανεξαρτήτως αποτελέσματος», αφού σημαίνει «ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα».
Γιατί κάνουμε τόσο συχνά το λάθος;
Πιθανότατα επειδή το «ανεξαρτήτως» ανήκει σε ένα περισσότερο λόγιο ύφος και συνδυάζεται συχνά με γενική.
Ακούμε:
«ανεξαρτήτως ηλικίας».
Και επειδή ακολουθεί γενική, το γλωσσικό μας αισθητήριο μπορεί να παρασύρεται και να μετατρέπει και την προηγούμενη λέξη σε γενική:
«ανεξαρτήτου ηλικίας».
Η φράση μάλιστα αποκτά μια επίσημη, σχεδόν διοικητική χροιά και ακριβώς γι' αυτό μοιάζει σωστή.
Είναι ένα από εκείνα τα γλωσσικά λάθη που δεν ακούγονται «λάθος».
Αντίθετα, ακούγονται συχνά πιο επίσημα από τον σωστό τύπο — και ίσως γι' αυτό επιβιώνουν τόσο εύκολα.
Το επίσημο ύφος δεν είναι πάντοτε και σωστό
Το φαινόμενο είναι ενδιαφέρον και για έναν ακόμη λόγο.
Πολλές φορές, όταν προσπαθούμε να μιλήσουμε ή να γράψουμε πιο επίσημα, χρησιμοποιούμε τύπους που θεωρούμε ότι προσδίδουν κύρος στη φράση. Έτσι δημιουργούνται εκφράσεις που μεταδίδονται από στόμα σε στόμα, περνούν σε ανακοινώσεις, διαφημίσεις, τηλεοπτικό λόγο και αναρτήσεις και τελικά παγιώνονται στο αυτί μας.
Όσο περισσότερο ακούμε κάτι, τόσο περισσότερο αρχίζουμε να πιστεύουμε ότι είναι σωστό.
Η συχνότητα όμως μιας έκφρασης δεν αποτελεί από μόνη της γραμματικό κανόνα.
Στην προκειμένη περίπτωση τα πράγματα είναι αρκετά απλά.
Αν θέλουμε πιο λόγιο ύφος, γράφουμε:
«ανεξαρτήτως ηλικίας».
Αν θέλουμε πιο απλή και σύγχρονη διατύπωση, γράφουμε:
«ανεξάρτητα από την ηλικία».
Το «ανεξαρτήτου ηλικίας» μπορεί να ακούγεται επίσημο και οικείο από την πολλή χρήση.
Αλλά καμιά φορά η γλώσσα μάς στήνει ακριβώς αυτή την παγίδα: το λάθος που ακούμε συνέχεια καταλήγει να μας φαίνεται σωστότερο από το σωστό.