Σε διάψευση της μείωσης του ορίου που ενεργοποιεί αναβαθμολόγηση γραπτών στο μάθημα της Νεοελληνικής Γλώσσας και Λογοτεχνίας προχώρησε από τη Βουλή ο υφυπουργός Παιδείας, Κώστας Βλάσης.
Απαντώντας σε σχετική επίκαιρη ερώτηση, ο κ. Βλάσης ξεκαθάρισε ότι οποιαδήποτε αποσπασματική παρέμβαση εν μέσω της διεξαγωγής του Εθνικού Διαλόγου για το νέο Λύκειο και το Εθνικό Απολυτήριο θα ήταν θεσμικά επίφοβη.
Το ζήτημα ανακινήθηκε έπειτα από παρέμβαση της βουλευτού της Ελληνικής Λύσης, Μαρίας Αθανασίου, η οποία μετέφερε το πάγιο αίτημα εκπαιδευτικών ενώσεων και γονέων για περιορισμό της επιτρεπόμενης απόκλισης μεταξύ των δύο πρώτων βαθμολογητών από τις 12 στις 5 μονάδες στην εκατοντάβαθμη κλίμακα.
Όπως υποστήριξε η βουλευτής, η υφιστάμενη ρύθμιση, η οποία θεσπίστηκε το 1983, μεταφράζεται σε διαφορά 2,4 μονάδων στην εικοσάβαθμη κλίμακα, γεγονός που μπορεί να στερήσει την εισαγωγή υποψηφίων σε σχολές υψηλής ζήτησης, όπως οι Ιατρικές Σχολές και οι Νομικές Σχολές.
Οι κίνδυνοι για «τρίτο υποχρεωτικό γύρο» και οι καθυστερήσεις στα αποτελέσματα
Από την πλευρά του, ο υφυπουργός Παιδείας υπεραμύνθηκε του υφιστάμενου πλαισίου, χαρακτηρίζοντάς το ως μια «δοκιμασμένη δικλείδα ασφαλείας» που λειτουργεί αποτελεσματικά επί 43 έτη. Εξήγησε ότι αν το όριο μειωνόταν στις 5 μονάδες, τότε τα γραπτά θα οδηγούνταν στον αναβαθμολογητή ακόμη και για μια ελάχιστη απόκλιση της τάξης των 1,1 μονάδων στην εικοσάβαθμη κλίμακα.
Κάτι τέτοιο, σύμφωνα με τον κ. Βλάση, θα προκαλούσε κατακόρυφη αύξηση των προς αναβαθμολόγηση γραπτών, ακυρώνοντας στην πράξη την αξία της διπλής ανεξάρτητης διόρθωσης και μετατρέποντας τη διαδικασία σε έναν «τρίτο υποχρεωτικό γύρο». Παράλληλα, έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου για τις σοβαρές πρακτικές επιπτώσεις, καθώς ο τεράστιος όγκος των υπό επανεξέταση γραπτών θα καθυστερούσε σημαντικά την έκδοση αποτελεσμάτων Πανελλαδικών, παρατείνοντας την αγωνία των υποψηφίων και δυσχεραίνοντας τον προγραμματισμό των οικογενειών για τη συμπλήρωση του μηχανογραφικού δελτίου και την εύρεση φοιτητικής στέγης.
Σύμφωνα με τα στατιστικά Πανελλαδικών που παρουσίασε ο υφυπουργός, στις φετινές εξετάσεις στο μάθημα της Γλώσσας συμμετείχαν 74.854 υποψήφιοι. Εξ αυτών, το 84,27% βαθμολογήθηκε πάνω από τη βάση (από 10 έως 20), το 15,73% βρέθηκε κάτω από τη βάση, ενώ το ποσοστό των γραπτών που τελικά οδηγήθηκε σε αναβαθμολόγηση ανήλθε στο 9,41%. Το νούμερο αυτό, όπως τόνισε, αποδεικνύει ότι το σύστημα δεν έχει καταρρεύσει, αλλά εντοπίζει με ακρίβεια τις ουσιώδεις αποκλίσεις.
Πανελλαδικές εξετάσεις: Στον Εθνικό Διάλογο οι ερωτήσεις κλειστού τύπου (SAT)
Η συζήτηση επεκτάθηκε και στην προοπτική ριζικής αναδιάρθρωσης του μοντέλου των εξετάσεων. Η κυρία Αθανασίου πρότεινε την υιοθέτηση διεθνών προτύπων (όπως το SAT στις ΗΠΑ ή τα A-Levels στη Βρετανία), θέμα που έχει αναδείξει και το alfavita.gr μέσω της σειράς Vidcast, με τη δομή των θεμάτων να αποτελείται κατά 70% από ερωτήσεις πολλαπλής επιλογής (κλειστού τύπου) και κατά 30% από ψηφιακά αναδιαμορφωμένα θέματα ανάπτυξης.
Ο κ. Βλάσης χαρακτήρισε την πρόταση «ενδιαφέρουσα και φιλόδοξη», ωστόσο διευκρίνισε ότι μια τέτοια αλλαγή δεν μπορεί να ιδωθεί αποσπασματικά, καθώς συνδέεται άρρηκτα με τα προγράμματα σπουδών, τον τρόπο διδασκαλίας, την αξιολόγηση των μαθητών και τις αναγκαίες ψηφιακές υποδομές. Κατέληξε, δε, αναφέροντας ότι όλες οι τεκμηριωμένες προτάσεις των φορέων και των κομμάτων θα εξεταστούν συνολικά και οργανωμένα στο πλαίσιο του εν εξελίξει Εθνικού Διαλόγου.
Ολόκληρος ο διάλογος στη Βουλή
ΜΑΡΙΑ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ: Ευχαριστώ, κύριε Πρόεδρε.
Κύριε Υπουργέ, πάγιο αίτημα των ενώσεων εκπαιδευτικών και των γονέων αποτελεί η μείωση του ορίου των δώδεκα μονάδων μεταξύ των δύο βαθμολογικών στις πανελλαδικές εξετάσεις. Σύμφωνα με τη διαδικασία, ο τρίτος βαθμολογητής (αναβαθμολογητής) επιστρατεύεται στις Πανελλήνιες Εξετάσεις, όταν η διαφορά βαθμολογίας μεταξύ του πρώτου and του δεύτερου διορθωτή είναι μεγαλύτερη από δώδεκα μονάδες στην κλίμακα του 0-100. Η ρύθμιση για την είσοδο του τρίτου βαθμολογητή, λόγω διαφοράς άνω των δώδεκα μονάδων, ισχύει από το 1983 με τον ν. 1351, δηλαδή εδώ και σαράντα τρία, κύριε Υπουργέ. Αν και η επιστήμη της εκπαιδευτικής αξιολόγησης θεωρεί διεθνώς ότι μία απόκλιση της τάξης του 10%-12% σε θέματα ανοικτού τύπου είναι στατιστικά φυσιολογική και αναμενόμενη, ειδικά στο μάθημα της Γλώσσας, λόγω της φύσης του αντικειμένου, για τις σχολές υψηλής ζήτησης, όπως είναι η Ιατρική και η Νομική ή για τις υψηλόβαθμες σχολές του Πολυτεχνείου, ακόμα και το 1/10 του μορίου μπορεί να κρίνει την εισαγωγή. Οπότε, μία διαφορά δώδεκα μονάδων, δηλαδή 2,4 μονάδες στην εικοσάβαθμη κλίμακα, φαντάζει τεράστια και άδικη για τον υποψήφιο. Ίσως μία διαφορά πέντε μονάδων να είναι δυνατόν να ανταποκριθεί περισσότερο ορθά στην αντικειμενική βαθμολόγηση του μαθήματος της Γλώσσας, γεγονός που καθιστά αναγκαία τη θεσμοθέτησή της.
Ερωτάσθε λοιπόν, κύριε Υπουργέ, τα εξής: Πρώτον, προτίθεστε με στόχο τη διασφάλιση της αντικειμενικότητας και της ισότιμης μεταχείρισης να προβείτε στη μείωση του ισχύοντος ανώτερου επιτρεπτού ορίου διαφοράς μεταξύ πρώτου και δεύτερου βαθμολογητή από τις δώδεκα στις πέντε μονάδες για όσο χρονικό διάστημα θα διαρκέσει το σύστημα των Πανελλαδικών εξετάσεων; Δεύτερον, προτίθεστε να εκσυγχρονίσετε το σύστημα των Πανελλαδικών Εξετάσεων για όσο χρονικό διάστημα θα διαρκέσει και θα αποτελεί τον επίσημο τρόπο εισαγωγής στα Δημόσια Ελληνικά Πανεπιστήμια με κατανομή κατά 70% σε πολλαπλής επιλογής -κλειστού τύπου- και κατά 30% σε ψηφιακά αναδιαμορφωμένα θέματα ανάπτυξης -ανοιχτού τύπου-, όπως εφαρμόζεται ήδη σε πολλά διεθνή συστήματα σχετικών εξετάσεων, όπως για παράδειγμα στο SAT στις ΗΠΑ και το A-Levels στη Βρετανία;
Σας ευχαριστώ.
ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ (Γεώργιος Γεωργαντάς): Ευχαριστούμε, κυρία συνάδελφε.
Παρακαλώ, κύριε Υπουργέ, έχετε τον λόγο για την απάντησή σας.
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΒΛΑΣΗΣ (Υφυπουργός Παιείδας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού): Ευχαριστώ, κύριε Πρόεδρε.
Κυρία συνάδελφε, σας ευχαριστώ για την ερώτησή σας, γιατί μας δίνει την ευκαιρία να συζητήσουμε ένα εξαιρετικά ευαίσθητο ζήτημα που αφορά την αξιοπιστία των πανελλαδικών εξετάσεων, όπως βέβαια και την αγωνία χιλιάδων παιδιών και οικογενειών.
Θα ξεκινήσω από ένα στοιχείο το οποίο αναφέρατε κι εσείς στην πρωτολογία σας, ότι το συγκεκριμένο σύστημα εφαρμόζεται εδώ και σαράντα τρία χρόνια. Βέβαια, η μακροχρόνια εφαρμογή μιας τέτοιας ρύθμισης δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί και να επανεξεταστεί. Όμως, δεν μπορεί και να περνά απαρατήρητο το γεγονός ότι η συγκεκριμένη δικλείδα διατηρήθηκε μέσα από αλλεπάλληλες κυβερνητικές περιόδους, διαφορετικά συστήματα πρόσβασης και μέσα από δομικές αλλαγές και σημαντικές κοινωνικές και οικονομικές μεταβολές, πράγμα που αποδεικνύει ότι πρόκειται για έναν σταθερό μηχανισμό ο οποίος, όπως και να το κάνουμε, έχει δοκιμαστεί στην πράξη.
Το πνεύμα της ρύθμισης, λοιπόν, δεν είναι να οδηγούμε συλλήβδην όλα αυτά τα γραπτά σε μια τρίτη κρίση, αλλά να ενεργοποιείται η αναβαθμολόγηση όταν καταγράφονται ουσιώδεις αποκλίσεις μεταξύ των δύο ανεξάρτητων βαθμολογητών, όταν δηλαδή υπάρχει η πιθανότητα ένας βαθμολογητής να έχει παραβλέψει και κάποιος άλλος να έχει υπερεκτιμήσει κάποιο στοιχείο του γραπτού. Η αναβαθμολόγηση, λοιπόν, αποτελεί μια δικλείδα ασφαλείας και όχι έναν τρίτο υποχρεωτικό γύρο βαθμολόγησης για το σύνολο σχεδόν όλων των γραπτών.
Παράλληλα, πρέπει να εξετάζουμε το ζήτημα δυναμικά και όχι σαν να μην έχει αλλάξει τίποτα στο ίδιο το μάθημα. Όταν η εξέταση της γλώσσας στην οποία αναφερθήκατε στηριζόταν περισσότερο στην ελεύθερη ανάπτυξη, τα ποσοστά των αναβαθμολογήσεων ήταν σημαντικά υψηλότερα και πολλές φορές έφταναν στο 15%.
Η σταδιακή τώρα δόμηση των θεμάτων και η αποσαφήνιση των οδηγιών βαθμολόγησης νομίζω ότι έχουν οδηγήσει, κάτι που δεν το αμφισβητεί κανείς, στη βελτίωση αυτής της εικόνας. Μάλιστα, στις φετινές εξετάσεις στη νεοελληνική γλώσσα και λογοτεχνία εξετάστηκαν εβδομήντα τέσσερις χιλιάδες οκτακόσιοι πενήντα τέσσερις υποψήφιοι και το 84,27% βαθμολογήθηκε μεταξύ του 10 και του 20 και το 15,73% ήταν κάτω από τη βάση. Από το σύνολο τώρα των γραπτών, το 9,41% οδηγήθηκε σε αναβαθμολόγηση.
Το ποσοστό, λοιπόν, αυτό και λαμβανομένης υπ’ όψιν και της ιδιαίτερης φύσης που έχει το συγκεκριμένο μάθημα δεν αποτυπώνει, νομίζω, ένα σύστημα που έχει καταρρεύσει. Αντιθέτως, δείχνει ότι η υφιστάμενη δικλείδα ενεργοποιείται και εντοπίζει τις περιπτώσεις σημαντικής βαθμολογικής απόκλισης. Βεβαίως δεν πρέπει να αγνοούμε και τη χρονική συγκυρία, ότι βρισκόμαστε ήδη εν μέσω ενός οργανωμένου εθνικού διαλόγου τόσο για το λύκειο όσο και για το εθνικό απολυτήριο, ο οποίος εξετάζει συνολικά την αξιολόγηση των μαθητών, όπως και τη μελλοντική, βέβαια, αρχιτεκτονική του συστήματος. Δεν θα ήταν, λοιπόν, θεσμικά ασφαλές να μεταβάλουμε αποσπασματικά μία κρίσιμη παράμετρο ενός διαχρονικά αξιόπιστου συστήματος σε ένα μεταβατικό χρονικό διάστημα και πριν ολοκληρωθεί η συνολική συζήτηση.
Βέβαια, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υποστηρίζουμε πως υπάρχουν πράγματα τα οποία πρέπει και μπορούν να αλλάξουν. Υποστηρίζουμε απλά ότι όλες αυτές οι αλλαγές σε ένα τόσο ευαίσθητο πεδίο πρέπει να γίνονται συνολικά, τεκμηριωμένα και σίγουρα χωρίς αιφνιδιασμούς.
ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ (Γεώργιος Γεωργαντάς): Ευχαριστούμε, κύριε Υπουργέ. Ευχαριστούμε, κυρία συνάδελφε.
Παρακαλώ, κύριε Υπουργέ, έχετε τον λόγο.
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΒΛΑΣΗΣ (Υφυπουργός Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού): Κυρία συνάδελφε, άκουσα με προσοχή όσα θέσατε και σας καλώ να δούμε τώρα τι θα σήμαινε στην πράξη η μείωση του ορίου από τις δώδεκα στις πέντε μονάδες, όπως εσείς προτείνατε. Σήμερα ένα γραπτό οδηγείται σε έναν τρίτο βαθμολογητή, όταν η απόκλιση μεταξύ των δύο πρώτων βαθμολογητών υπερβαίνει τις δώδεκα μονάδες στην εκατοντάβαθμη κλίμακα.
Με την πρότασή σας τώρα θα οδηγείται σε αναβαθμολόγηση όταν η διαφορά υπερβαίνει τις πέντε μονάδες, δηλαδή όταν οι δύο βαθμολογητές αποκλίνουν μεταξύ τους κατά κάτι περισσότερο από μία μονάδα στην εικοσάβαθμη κλίμακα. Δηλαδή με 1,1 μονάδα το γραπτό πάει για αναβαθμολόγηση, αυτό μας λέτε. Εύλογα, λοιπόν, τα γραπτά που θα παραπέμπονται, όπως καταλαβαίνετε, σε τρίτο βαθμολογητή και ειδικά στη Γλώσσα, θα αυξηθούν κατακόρυφα. Τι σημαίνει αυτό, όμως; Ας μπούμε στη θέση του βαθμολογητή. Η συστηματική αναπομπή μεγάλου αριθμού γραπτών σε τρίτο βαθμολογητή, θα αποδυνάμωνε στην πράξη τον θεσμικό ρόλο της διπλής ανεξάρτητης βαθμολόγησης. Θα δημιουργούσε την εντύπωση ότι η κρίση των δύο βαθμολογητών είναι προσωρινή και ότι ακόμα και μια περιορισμένη και φυσιολογική αναμενόμενη, θα έλεγα, απόκλιση αρκεί για να τεθεί υπό αμφισβήτηση.
Πρέπει, επίσης, να αναλογιστούμε και τις πρακτικές συνέπειες για τα ίδια τα παιδιά, για τις οικογένειές τους. Πολλαπλάσιες αναβαθμολογήσεις σημαίνουν περισσότερο χρόνο για την ολοκλήρωση της διαδικασίας και σαφώς μεγαλύτερη καθυστέρηση ως προς την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων. Και ο χρόνος αυτός, τουλάχιστον για εμάς που είμαστε γονείς, δεν είναι αδιάφορος, είναι χρόνος αγωνίας για τον υποψήφιο, είναι χρόνος που απαιτείται για τη μελέτη και τη συμπλήρωση του μηχανογραφικού, είναι χρόνος μέσα στον οποίο μια οικογένεια πρέπει να λάβει σοβαρές αποφάσεις για τη στέγαση, τη μετακίνηση, τη μελλοντική φοίτηση ενός παιδιού, ιδίως όταν πρόκειται να σπουδάσει μακριά από τον τόπο κατοικίας του.
Αλλά ας δεχτούμε, για χάριν της συζήτησης, ότι ο χρόνος αναμονής είναι θέμα δευτερεύον μπροστά στην επιδίωξη της δικαιότερης βαθμολόγησης. Λύνεται, πιστεύετε πράγματι, το πρόβλημα με τη μείωση του ορίου στις πέντε μονάδες; Καταργείται η πιθανότητα διαφορετικής εκπαιδευτικής κρίσης; Εξασφαλίζεται ότι ο τρίτος βαθμολογητής θα αποδώσει τον μοναδικό και απολύτως ορθό βαθμό ή απλώς μεταβάλλεται το σημείο στο οποίο εισέρχεται μια τρίτη κρίση στη διαδικασία και κυρίως θα εξαλειφθεί έτσι οριακός ανταγωνισμός για τις σχολές υψηλής ζήτησης ή απλώς θα συγκεντρωθούν ακόμη περισσότεροι υποψήφιοι σε ένα πολύ στενό βαθμολογικό εύρος; Δεν νομίζω, κυρία συνάδελφε, ότι θα αρθεί οποιαδήποτε αδικία με απλή μείωση των μονάδων.
Ως προς το δεύτερο τώρα ερώτημά σας, η πρόταση για έναν συνδυασμό θεμάτων κλειστού και ανοικτού τύπου είναι ενδιαφέρουσα και φιλόδοξη και οφείλω να το πω. Δεν μπορεί, όμως, να εξεταστεί αποκομμένη από το πρόγραμμα σπουδών, τον τρόπο διδασκαλίας, από τη σχετική αξιολόγηση, την επιμόρφωση των εκπαιδευτικών και τις αναγκαίες ψηφιακές υποδομές, γιατί όπως καταλαβαίνετε αυτές οι εξετάσεις δεν είναι μία αυτόνομη διαδικασία.
Γι’ αυτόν τον λόγο βρισκόμαστε στον εθνικό διάλογο, εκεί θα τεθούν όλα τα δεδομένα, οι διεθνείς πρακτικές, οι προτάσεις άλλων κομμάτων, εκπαιδευτικών φορέων και θα έχουμε την ευκαιρία, λοιπόν, να συζητήσουμε και την πρότασή σας, η οποία σαφώς και έχει ενδιαφέρον και οργανωμένα και συνολικά και με την πληρότητα που χρειάζεται και απαιτεί μια τέτοια σημαντική μεταρρύθμιση.