Υπάρχει μια σκοτεινή αλήθεια που κανείς δεν τολμά να πει δυνατά για τις Πανελλαδικές: το πρόβλημα δεν είναι μόνο τα λάθη. Είναι ποιος έχει το δικαίωμα να κρίνει ποιοι αξίζουν να προχωρήσουν.
Κάθε χρόνο χιλιάδες μαθητές παλεύουν για μια θέση σε μια σχολή. Διαβάζουν ατελείωτες ώρες, στερούνται, πιέζονται και αγωνιούν. Και στο τέλος η προσπάθειά τους καταλήγει στα χέρια ενός συστήματος που απαιτεί τελειότητα από τους μαθητές, χωρίς να μπορεί να εγγυηθεί τη δική του.
Το πιο ανησυχητικό όμως είναι κάτι άλλο.
Όταν η πρωτοτυπία βαθμολογείται αυστηρότερα από την παπαγαλία, όταν η κριτική σκέψη αντιμετωπίζεται ως απόκλιση και όταν η τυποποιημένη απάντηση επιβραβεύεται περισσότερο από την ουσιαστική κατανόηση, γεννιέται ένα εύλογο ερώτημα:
Μήπως κάποιοι αξιολογητές δεν ενοχλούνται από το λάθος;
Μήπως ενοχλούνται από την υπεροχή;
Μήπως αυτό που πραγματικά δεν αντέχουν είναι να βρεθούν απέναντι σε έναν νέο άνθρωπο πιο ευφυή, πιο δημιουργικό και πιο ικανό από τους ίδιους;
Γιατί σε κάθε υγιή κοινωνία η αριστεία αναγνωρίζεται.
Στην Ελλάδα, πολλές φορές μοιάζει να αντιμετωπίζεται ως πρόκληση.
Σαν να υπάρχει ένα αόρατο ταβάνι που λέει στον μαθητή: «Μην ξεφύγεις πολύ. Μην σκεφτείς διαφορετικά. Μην είσαι καλύτερος από αυτό που το σύστημα μπορεί να καταλάβει.»
Και κάπως έτσι η μετριότητα αποκτά το πιο επικίνδυνο προνόμιο: το δικαίωμα να αποφασίζει για το μέλλον των καλύτερων.
Το τραγικό δεν είναι ότι υπάρχουν κακοί βαθμολογητές. Σε κάθε επάγγελμα υπάρχουν.
Το τραγικό είναι ότι το σύστημα εξακολουθεί να τους αντιμετωπίζει ως αλάθητους.
Ότι μια υποκειμενική κρίση βαφτίζεται αντικειμενική αξιολόγηση.
Ότι η προσωπική εντύπωση παρουσιάζεται ως επιστημονική μέτρηση.
Και τελικά, ότι η τύχη ενός μαθητή μπορεί να εξαρτηθεί από το ποιος κρατά το κόκκινο στυλό.
Και όσο αυτό συνεχίζεται, η ιδέα ότι οι βαθμολογητές (όσο κι αν παρουσιάζονται ως «αξιολογητές της γνώσης») πρέπει κάποια στιγμή να αποχωρήσουν από το κέντρο της διαδικασίας και να αντικατασταθούν από συστήματα αντικειμενικής, ψυχρής και συνεπούς αξιολόγησης — ακόμη και από ρομπότ — παύει να μοιάζει με πρόκληση και αρχίζει να μοιάζει με λογική εξέλιξη. Όχι επειδή οι άνθρωποι δεν έχουν αξία, αλλά επειδή η κόκκινη μελάνη της ανθρώπινης κρίσης αποδεικνύεται συχνά πιο αυθαίρετη απ’ όσο θέλουμε να παραδεχτούμε.
Καμία κοινωνία δεν προχωρά όταν η αριστεία χρειάζεται την άδεια της μετριότητας για να αναγνωριστεί.
Και καμία χώρα δεν μπορεί να μιλά για αξιοκρατία όταν επιτρέπει στους μέτριους να λειτουργούν ως φύλακες της πύλης απέναντι στους καλύτερους.
Κανένα σύστημα δεν είναι πραγματικά δίκαιο, όταν η τύχη των καλύτερων εξαρτάται από την κρίση εκείνων που δεν κρίνονται ποτέ.
Εξάλλου στο τέλος, συχνά δεν προχωρούν οι ικανότεροι, αλλά εκείνοι που το σύστημα μπορεί πιο εύκολα να “ανεχτεί” .