Το παρόν αφορά άρθρο γνώμης και δεν παίρνει θέση υπέρ ή κατά κανενός κόμματος. Δεν είναι κομματική τοποθέτηση και ούτε καταγγελία. Είναι ένα άρθρο γνώμης με τη ματιά ενός πολίτη αυτής της χώρας πάνω στην καθημερινότητά του, στους μισθούς, στις τιμές και στο πώς λαμβάνονται οι αποφάσεις που τον αφορούν άμεσα. Τα γεγονότα παρουσιάζονται όπως τεκμηριώνονται, ενώ τα συμπεράσματα είναι ερωτήματα και όχι ετυμηγορίες.
Η συζήτηση για την επιστροφή του 13ου και του 14ου μισθού στους δημοσίους υπαλλήλους επανέρχεται τακτικά στην επικαιρότητα. Αυτή τη φορά, όμως, οι επανειλημμένες τοποθετήσεις του υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Κυριάκου Πιερρακάκη, έδωσαν στη συζήτηση μια διαφορετική διάσταση. Διότι το ερώτημα δεν είναι πλέον μόνο εάν «υπάρχουν τα χρήματα». Ο ίδιος ο υπουργός έχει δηλώσει ρητά ότι, ακόμη και αν υπήρχαν, «δεν θα έπρεπε να είναι αυτή η προτεραιότητα». Το ουσιαστικό ερώτημα, επομένως, γίνεται: πού επιλέγει μια κυβέρνηση να διαθέσει τα χρήματα που υπάρχουν. Και από εκεί ξεκινά μια πολύ μεγαλύτερη συζήτηση, για τους μισθούς στον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα, για το ποιος πληρώνει κάθε κυβερνητική απόφαση, για τις προτεραιότητες του προϋπολογισμού και τελικά, για τον τρόπο με τον οποίο μια κοινοβουλευτική πλειοψηφία μετατρέπει την εκλογική της δύναμη σε πολιτική εξουσία.
Στη δημόσια συζήτηση κυκλοφορούν διαφορετικά νούμερα που αφορούν διαφορετικά σενάρια. Σύμφωνα με τον ίδιο τον Κυριάκο Πιερρακάκη, η επαναφορά μόνο του 13ου μισθού στους δημοσίους υπαλλήλους υπολογίζεται περίπου στα 1,35 δισ. ευρώ ετησίως, ο 13ος και ο 14ος μισθός μαζί στο Δημόσιο υπολογίζονται περίπου στα 2,7 δισ. ευρώ, ενώ αν προστεθούν και η 13η και 14η σύνταξη, ο συνολικός λογαριασμός φτάνει περίπου στα 7,8 έως 8 δισ. ευρώ. Αυτά είναι διαφορετικά σενάρια και δεν πρέπει να συγχέονται. Ένας 13ος μισθός στο Δημόσιο δεν κοστίζει 8 δισ. ευρώ, το ποσό των περίπου 8 δισ. αφορά την ταυτόχρονη επαναφορά δύο επιπλέον μισθών και δύο επιπλέον συντάξεων. Όταν, λοιπόν, ακούγεται ότι «ο 13ος και ο 14ος κοστίζουν 8 δισ.», απαιτείται διευκρίνιση, γιατί το ποσό αυτό δεν αφορά μόνο τους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων.
Ο Πιερρακάκης έχει αναφέρει ότι ο διαθέσιμος δημοσιονομικός χώρος για τις παρεμβάσεις που εξήγγειλε η κυβέρνηση ήταν περίπου 1,76 δισ. ευρώ. Με έναν 13ο μισθό κόστους 1,35 δισ., το μεγαλύτερο μέρος αυτού του χώρου θα κατευθυνόταν σε μία μόνο κατηγορία, τους δημοσίους υπαλλήλους. Η κυβέρνηση επέλεξε διαφορετικό δρόμο. Το επιχείρημά της είναι ότι προτιμά παρεμβάσεις που αφορούν περισσότερες κοινωνικές ομάδες, δημοσίους και ιδιωτικούς υπαλλήλους, ελεύθερους επαγγελματίες, συνταξιούχους, αγρότες, οικογένειες και άλλους φορολογουμένους. Ο ίδιος ο υπουργός έχει μάλιστα αντιπαραβάλει τα δύο ποσά, 1,35 δισ. που θα κόστιζε ο 13ος μισθός, έναντι περίπου 1 δισ. ευρώ παρεμβάσεων υπέρ των δημοσίων υπαλλήλων μέσα στο 2026, μέσω αυξήσεων, φορολογικών αλλαγών και ειδικών μισθολογικών παρεμβάσεων. Με τα δικά του λόγια: «Το κόστος από την εφαρμογή του 13ου μισθού θα ήταν 1,35 δισ. ευρώ κι εμείς δίνουμε 1 δισεκατομμύριο ευρώ». Αυτό είναι σημαντικό, γιατί η συζήτηση παύει να είναι απλώς «Υπάρχουν ή δεν υπάρχουν χρήματα;» και γίνεται «Ποιος πρέπει να τα πάρει και με ποιον τρόπο;» Αυτό πλέον είναι πρωτίστως πολιτική επιλογή.
Το κράτος έχει πραγματοποιήσει σημαντικές αυξήσεις του κατώτατου μισθού στον ιδιωτικό τομέα. Τον Φεβρουάριο του 2019 ο κατώτατος μισθός ήταν 650 ευρώ. Από την 1η Απριλίου 2026 βρίσκεται στα 920 ευρώ, η έκτη κατά σειρά αύξηση, με σωρευτική ονομαστική άνοδο περίπου 41,5%. Είναι ασφαλώς θετική εξέλιξη για έναν εργαζόμενο που αμείβεται με τον κατώτατο. Υπάρχει όμως μια θεμελιώδης διαφορά. Στον ιδιωτικό τομέα, η κυβέρνηση καθορίζει τον νόμιμο κατώτατο μισθό, αλλά τον αυξημένο μισθό τον καταβάλλει ο ιδιώτης εργοδότης. Όταν όμως αυξάνονται οι αποδοχές των δημοσίων υπαλλήλων ή επανέρχεται ένας επιπλέον μισθός, εργοδότης είναι το ίδιο το κράτος, και τότε η δαπάνη επιβαρύνει άμεσα τον κρατικό προϋπολογισμό. Αυτό δημιουργεί ένα εύλογο πολιτικό ερώτημα: είναι ευκολότερο για μια κυβέρνηση να εμφανίζεται γενναιόδωρη όταν ένα σημαντικό μέρος του κόστους της απόφασης το πληρώνει κάποιος άλλος; Δεν μπορούμε να ισχυριστούμε χωρίς στοιχεία ότι οι αυξήσεις στον ιδιωτικό τομέα αποφασίζονται «για ψήφους». Μπορούμε όμως απολύτως να εξετάσουμε ποιος αποφασίζει και ποιος πληρώνει.
Για να είναι δίκαιη η σύγκριση, υπάρχει μια εξέλιξη που δεν πρέπει να αποκρύπτεται. Η αύξηση του κατώτατου μισθού πλέον συνδέεται και με τις αποδοχές του Δημοσίου. Για το 2026, το υπουργείο Οικονομικών υπολογίζει ότι η σύνδεση αυτή οδηγεί σε αυξήσεις των βασικών μισθών των δημοσίων υπαλλήλων και λειτουργών, με δημοσιονομικό κόστος περίπου 360 εκατ. ευρώ. Παράλληλα, το υπουργείο υποστηρίζει ότι οι συνολικές μισθολογικές παρεμβάσεις των τελευταίων ετών έχουν ήδη διοχετεύσει σημαντικούς πρόσθετους πόρους στους εργαζομένους του Δημοσίου. Επομένως δεν θα ήταν ακριβές να πει κάποιος ότι «το κράτος αυξάνει μόνο τους ιδιωτικούς μισθούς και δεν δίνει τίποτα στους δημοσίους». Το πραγματικό ζήτημα είναι διαφορετικό: γιατί επιλέγονται σταδιακές αυξήσεις και φορολογικές ελαφρύνσεις αντί της αποκατάστασης των δύο επιπλέον μισθών;
Οι αριθμοί χρειάζονται επίσης προσοχή. Το υπουργείο Οικονομικών αναφέρει ότι, στην περίοδο 2019-2026, ο κατώτατος μισθός αυξήθηκε κατά 41,5%, ενώ υπολογίζει τον σωρευτικό γενικό πληθωρισμό της ίδιας περιόδου περίπου στο 19,4%. Με βάση αυτό το μέτρο σύγκρισης, η ονομαστική αύξηση του κατώτατου μισθού υπερέβη τον γενικό πληθωρισμό. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι κάθε εργαζόμενος αισθάνθηκε αντίστοιχη βελτίωση στην καθημερινότητά του. Ο γενικός πληθωρισμός είναι ένας μέσος δείκτης. Το πραγματικό οικογενειακό κόστος εξαρτάται από το πόσο επιβαρύνεται κάθε νοικοκυριό από στέγαση, τρόφιμα, ενέργεια, μετακινήσεις και άλλες ανελαστικές δαπάνες, κατηγορίες των οποίων η εξέλιξη μπορεί να διαφέρει σημαντικά από τον γενικό δείκτη. Γι' αυτό και η συζήτηση για τους μισθούς δεν μπορεί να εξαντλείται στο «πόσο αυξήθηκαν». Πρέπει να εξετάζει και τι μπορεί πλέον να αγοράσει ο μισθός.
Όταν ένας υπουργός ή ένας βουλευτής με αποδοχές σημαντικά υψηλότερες από εκείνες ενός μέσου εργαζομένου υποστηρίζει ότι η επιστροφή δύο καταργημένων μισθών δεν αποτελεί την κατάλληλη προτεραιότητα, είναι αναμενόμενο η δήλωση να προκαλεί αντιδράσεις. Αυτό όμως πρέπει να διατυπωθεί σωστά. Το επιχείρημα «παίρνει πολλά χρήματα, επομένως δεν δικαιούται να μιλά» είναι αδύναμο. Ένας υπουργός Οικονομικών έχει ακριβώς την ευθύνη να αποφασίζει και να εισηγείται για τις κρατικές δαπάνες, ανεξαρτήτως των προσωπικών του αποδοχών. Το ισχυρότερο ερώτημα είναι διαφορετικό: πόσο πειστικά μπορεί ένας υψηλά αμειβόμενος κρατικός αξιωματούχος να ζητά δημοσιονομική αυτοσυγκράτηση από εργαζομένους πολύ χαμηλότερων εισοδημάτων, εάν δεν μπορεί ταυτόχρονα να τους αποδείξει ότι η εναλλακτική χρήση των χρημάτων είναι δικαιότερη και αποτελεσματικότερη; Εκεί βρίσκεται η πραγματική πολιτική ευθύνη.
Υπάρχει, ωστόσο, ένα βαθύτερο ερώτημα: ποιος αποφασίζει τελικά αυτές τις προτεραιότητες; Στις βουλευτικές εκλογές της 25ης Ιουνίου 2023, η Νέα Δημοκρατία έλαβε 40,56% των έγκυρων ψήφων και εξέλεξε 158 από τους 300 βουλευτές. Δηλαδή το 40,56% των ψήφων μετατράπηκε σε περίπου 52,7% των κοινοβουλευτικών εδρών. Αυτό δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα δεν είναι δημοκρατία. Στις εκλογές του Ιουνίου 2023 εφαρμόστηκε σύστημα ενισχυμένης αναλογικής, στο οποίο το πρώτο κόμμα μπορεί, ανάλογα με το ποσοστό του, να λάβει πρόσθετες έδρες. Έτσι, η κατανομή των 300 εδρών δεν αντιστοιχεί απολύτως στα ποσοστά των κομμάτων στην κάλπη, και το πρώτο κόμμα μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να αποκτήσει αυτοδυναμία. Έτσι μια κυβέρνηση μπορεί να διαθέτει κοινοβουλευτική πλειοψηφία χωρίς να έχει λάβει πάνω από το 50% των ψήφων. Και εδώ γεννιέται ένα απολύτως θεμιτό δημοκρατικό ερώτημα: πόσο αναλογικά πρέπει να μετατρέπεται η ψήφος σε πολιτική εξουσία;
Ας κάνουμε ένα απλό υποθετικό παράδειγμα. Εάν το 40% των ψήφων μεταφραζόταν ακριβώς σε 40% των 300 εδρών, το πρώτο κόμμα θα είχε περίπου 120 βουλευτές. Δεν θα μπορούσε να κυβερνήσει μόνο του, θα χρειαζόταν συνεργασία με άλλο κόμμα ή κόμματα. Αυτό θα σήμαινε περισσότερες διαπραγματεύσεις, περισσότερους συμβιβασμούς και πιθανώς μεγαλύτερη αντιστοιχία μεταξύ της σύνθεσης της κοινωνίας και της σύνθεσης της κυβερνητικής εξουσίας. Αλλά υπάρχει και τίμημα. Τα απολύτως αναλογικά συστήματα μπορούν να κάνουν δυσκολότερο τον σχηματισμό κυβέρνησης, να δημιουργούν εύθραυστες συμμαχίες και να δίνουν σε μικρότερα κόμματα δυσανάλογα μεγάλη διαπραγματευτική δύναμη. Επομένως το πραγματικό δίλημμα δεν είναι «δημοκρατία ή μη δημοκρατία». Είναι «περισσότερη αναλογικότητα ή μεγαλύτερη κυβερνητική σταθερότητα;» Και διαφορετικές δημοκρατίες έχουν επιλέξει διαφορετική ισορροπία. Αυτόν ακριβώς τον αντίλογο διατύπωσε, με τον δικό του τρόπο, ο πρωθυπουργός από το βήμα της ΔΕΘ 2026, ότι η χώρα χρειάζεται μια «ισχυρή κυβέρνηση», μακριά από «κομματικά παζάρια» και «ατελείωτες διαβουλεύσεις και συμβιβασμούς». Είναι η άλλη όψη του ίδιου νομίσματος, η ίδια η δυνατότητα συνεργασιών που περιγράφει η αναλογική μπορεί, από μια οπτική, να ιδωθεί ως πηγή αδράνειας. Πρόκειται για μια θεμιτή θέση, που όμως παραμένει επιλογή, όχι φυσικός νόμος. Το ερώτημα «πόση αντιπροσωπευτικότητα θυσιάζουμε για πόση σταθερότητα;» δεν έχει μία σωστή απάντηση και είναι ακριβώς το είδος του ερωτήματος που οφείλει να τίθεται ανοιχτά.
Το ίδιο το ελληνικό Σύνταγμα, στο άρθρο 60, ορίζει ότι οι βουλευτές διαθέτουν απεριόριστο δικαίωμα γνώμης και ψήφου κατά συνείδηση. Οι βουλευτές αντιπροσωπεύουν το Έθνος και όχι απλώς την εκλογική τους περιφέρεια. Θεσμικά, λοιπόν, ένας κυβερνητικός βουλευτής μπορεί να διαφωνήσει με την κυβέρνησή του. Στην πολιτική πραγματικότητα, όμως, η κομματική συνοχή και η κομματική πειθαρχία παίζουν τεράστιο ρόλο. Έτσι δημιουργείται μια αλυσίδα πολιτικής εξουσίας, όπου το 40,56% των ψήφων μεταφράζεται σε 158 βουλευτές, οι 158 βουλευτές σε κοινοβουλευτική αυτοδυναμία, η αυτοδυναμία σε κυβερνητική πλειοψηφία και η πλειοψηφία στη δυνατότητα ψήφισης των περισσότερων κυβερνητικών νομοσχεδίων χωρίς να απαιτείται συμφωνία άλλου κόμματος. Όλα αυτά είναι θεσμικά νόμιμα και αποτελούν μέρος του κοινοβουλευτικού μας συστήματος. Αλλά το ότι κάτι είναι θεσμικά νόμιμο δεν σημαίνει ότι απαγορεύεται να συζητάμε εάν μπορεί να γίνει περισσότερο αντιπροσωπευτικό.
Το ερώτημα δεν είναι αν ένας υπουργός «δικαιούται» να απορρίπτει τον 13ο και τον 14ο μισθό. Φυσικά και δικαιούται. Η κυβέρνηση εξελέγη για να λαμβάνει αποφάσεις και θα κριθεί γι' αυτές στις επόμενες εκλογές. Το ερώτημα είναι με ποια κριτήρια λαμβάνονται αυτές οι αποφάσεις. Όταν υπάρχει ένας συγκεκριμένος δημοσιονομικός χώρος και ένας 13ος μισθός που απορροφά το μεγαλύτερο μέρος του, υπάρχει πράγματι ένα δύσκολο δίλημμα. Τα δίνεις σχεδόν όλα στους δημοσίους υπαλλήλους; Τα μοιράζεις μέσω φοροελαφρύνσεων σε πολύ περισσότερους πολίτες; Τα επενδύεις στην Υγεία και την Παιδεία; Τα χρησιμοποιείς για μείωση φόρων; Ή αναγνωρίζεις ότι οι μισθοί που αφαιρέθηκαν κατά την οικονομική κρίση πρέπει κάποια στιγμή να αποκατασταθούν; Δεν υπάρχει μαθηματική εξίσωση που να δίνει τη μοναδική σωστή απάντηση. Αυτή ακριβώς είναι η πολιτική.
Ενώ η συζήτηση αυτή βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη, οι εξαγγελίες της ΔΕΘ, στις 5 Σεπτεμβρίου 2026, προσθέτουν ένα νέο και ιδιαίτερα ενδιαφέρον δεδομένο. Ο πρωθυπουργός παρουσίασε πρόγραμμα μέτρων συνολικού κόστους περίπου 2,2 δισ. ευρώ για το 2027, δηλώνοντας μάλιστα ότι η κυβέρνηση κινείται «στα όρια του υφιστάμενου δημοσιονομικού χώρου». Μεταξύ άλλων ανακοίνωσε μόνιμο επίδομα Χριστουγέννων 500 ευρώ μικτά για περίπου 720.000 δημοσίους υπαλλήλους, με πρώτη καταβολή τον Δεκέμβριο του 2027, ποσό που θα συνυπολογίζεται και για τη σύνταξή τους. Ανακοίνωσε επίσης νέα αύξηση του κατώτατου μισθού τον Απρίλιο του 2027, πάνω από τα 950 ευρώ, με αντίστοιχη οριζόντια αύξηση στους βασικούς μισθούς του Δημοσίου και στόχο τα 1.000 ευρώ τον Ιανουάριο του 2028, καθώς και αύξηση της μόνιμης ετήσιας ενίσχυσης των συνταξιούχων στα 400 ευρώ καθαρά, με διεύρυνσή της σε όλους τους συνταξιούχους άνω των 65 ετών, ενώ οι αυξήσεις των συντάξεων προβλέπεται να καταβάλλονται χωρίς συμψηφισμό της προσωπικής διαφοράς. Στη δέσμη περιλαμβάνονται ακόμη ο μηδενισμός φόρου εισοδήματος έως 20.000 ευρώ για κατ' επάγγελμα αγρότες και τρίτεκνους, νέες ενισχύσεις για πολύτεκνες οικογένειες, το πρόγραμμα «Σπίτι Μου 3» και σειρά άλλων φορολογικών και κοινωνικών παρεμβάσεων.
Ανάμεσα στα μέτρα αυτά βρίσκεται και ο «Κουμπαράς για τη Νέα Γενιά», ένας αποταμιευτικός λογαριασμός που θα μπορούν να ανοίγουν οι γονείς μέσα στα δύο πρώτα χρόνια από τη γέννηση του παιδιού τους. Για κάθε ποσό που θα καταθέτουν οι γονείς, το κράτος θα καταθέτει ισόποση συμμετοχή, έως 1.200 ευρώ ετησίως. Η λογική του μέτρου είναι εύκολα κατανοητή και μπορεί να δημιουργήσει ένα σημαντικό κεφάλαιο για το παιδί μέχρι την ενηλικίωσή του. Δημιουργεί όμως και ένα εύλογο ερώτημα. Για να λάβει μια οικογένεια τη μέγιστη κρατική συμμετοχή, πρέπει να έχει τη δυνατότητα να αποταμιεύει 1.200 ευρώ τον χρόνο, δηλαδή 100 ευρώ τον μήνα. Τι συμβαίνει με την οικογένεια που, λόγω ενοικίου, τροφίμων, ενέργειας και άλλων καθημερινών υποχρεώσεων, δεν μπορεί να βάλει αυτά τα χρήματα στην άκρη; Θα λάβει μικρότερη κρατική συμμετοχή, ανάλογη με όσα μπορεί η ίδια να αποταμιεύσει. Και κυρίως, εάν το μέτρο εντάσσεται στην προσπάθεια αντιμετώπισης του δημογραφικού, προκύπτει ένα ακόμη ερώτημα: αποτελεί πραγματικό κίνητρο για να αποφασίσει ένα ζευγάρι να αποκτήσει παιδί ή αποτελεί κυρίως μια σημαντική ενίσχυση για όσους έχουν ήδη αποκτήσει παιδί και διαθέτουν την οικονομική δυνατότητα να αποταμιεύουν;
Για τη συζήτηση του παρόντος άρθρου, το σημαντικότερο μέτρο είναι το πρώτο. Δεκαπέντε χρόνια μετά την κατάργηση των δώρων στο Δημόσιο, επανέρχεται μια μόνιμη πρόσθετη καταβολή τα Χριστούγεννα. Δεν πρόκειται όμως για πλήρη επαναφορά του 13ου μισθού, τα 500 ευρώ είναι σταθερό μικτό ποσό, όχι ένας ολόκληρος επιπλέον μηνιαίος μισθός. Και ακριβώς γι' αυτό γεννιέται ένα εύλογο ερώτημα, όχι για να καταγγείλει κανείς, αλλά για να καταλάβει. Μερικούς μήνες νωρίτερα, το οικονομικό επιτελείο υποστήριζε ότι η επαναφορά του 13ου δεν ήταν η κατάλληλη προτεραιότητα για τον διαθέσιμο δημοσιονομικό χώρο. Τώρα επιλέγεται μια διαφορετική μορφή μόνιμης ενίσχυσης των δημοσίων υπαλλήλων. Τι άλλαξε; Άλλαξαν οι οικονομικές δυνατότητες; Άλλαξε η εκτίμηση για τον δικαιότερο τρόπο ενίσχυσης; Ή απλώς επιλέχθηκε διαφορετικός τρόπος κατανομής του νέου διαθέσιμου δημοσιονομικού χώρου;
Υπάρχει, μάλιστα, ένα σοβαρό επιχείρημα υπέρ της επιλογής ενός σταθερού ποσού. Ένας πλήρης 13ος μισθός είναι συνδεδεμένος με τις αποδοχές του καθενός, όσο μεγαλύτερος ο μισθός, τόσο μεγαλύτερη και η πρόσθετη καταβολή. Ένα σταθερό ποσό 500 ευρώ, αντίθετα, έχει αναλογικά μεγαλύτερη σημασία για έναν χαμηλόμισθο δημόσιο υπάλληλο. Θα μπορούσε, επομένως, κάποιος να υποστηρίξει ότι πρόκειται για πιο στοχευμένη και περισσότερο αναδιανεμητική επιλογή. Αλλά πρέπει να ονομάζεται αυτό που πραγματικά είναι, μια διαφορετική μορφή ενίσχυσης, όχι αποκατάσταση του 13ου μισθού. Εδώ ίσως βρίσκεται και η πιο ενδιαφέρουσα φράση της ίδιας της ομιλίας. Αναφερόμενος στο συνολικό πακέτο, ο πρωθυπουργός είπε ότι η κυβέρνηση κινείται «στα όρια του υφιστάμενου δημοσιονομικού χώρου». Αυτό έχει σημασία, γιατί επιβεβαιώνει ότι ο δημοσιονομικός χώρος δεν είναι ένα αφηρημένο «υπάρχουν ή δεν υπάρχουν χρήματα», αλλά ένα συγκεκριμένο όριο μέσα στο οποίο η κυβέρνηση επιλέγει ποιες παρεμβάσεις θα χρηματοδοτήσει και ποιες όχι. Το ότι το 2027 δημιουργείται χώρος για ένα μόνιμο επίδομα 500 ευρώ δεν αποδεικνύει ότι υπήρχαν προηγουμένως τα 1,35 δισ. ευρώ που απαιτούνταν για πλήρη 13ο μισθό. Δείχνει όμως κάτι πολύ σημαντικότερο για τη συζήτησή μας, ότι η διαφωνία δεν αφορά μόνο το αν υπάρχουν πόροι, αλλά και το ποια μέτρα θεωρούνται προτεραιότητα μέσα στους διαθέσιμους πόρους. Και αυτή ακριβώς είναι η πολιτική επιλογή.
Δεν χρειάζεται να ισχυριστεί κάποιος ότι «λεφτά υπάρχουν για τα πάντα». Δεν υπάρχουν. Κάθε ευρώ που δαπανάται κάπου δεν μπορεί να δαπανηθεί ταυτόχρονα αλλού. Αλλά ακριβώς γι' αυτό έχει σημασία να χρησιμοποιούμε τις σωστές λέξεις. Εάν τα χρήματα πραγματικά δεν υπάρχουν, τότε η απάντηση είναι «Δεν μπορούμε». Εάν όμως υπάρχουν διαθέσιμοι πόροι και αποφασίζουμε ότι πρέπει να κατευθυνθούν σε άλλες προτεραιότητες, τότε η απάντηση είναι «Μπορούμε μέχρι ενός σημείου, αλλά επιλέγουμε κάτι διαφορετικό». Η δεύτερη απάντηση δεν είναι απαραίτητα λανθασμένη. Είναι όμως πολιτική επιλογή. Και σε μια δημοκρατία οι πολιτικές επιλογές πρέπει να εξηγούνται, να συγκρίνονται, να αμφισβητούνται και τελικά να κρίνονται από τους πολίτες.
Γιατί στο τέλος, το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν οι δημοσιονομικοί περιορισμοί υπάρχουν, υπάρχουν. Είναι ποια κοινωνική ανάγκη επιλέγεται να χωρέσει μέσα σε αυτούς, ποια μένει έξω, ποιος πληρώνει την κάθε επιλογή και με ποια κριτήρια, και από ποιον, λαμβάνεται αυτή η απόφαση. Αυτό δεν είναι λογιστική. Είναι πολιτική.