Μια ακόμη σημαντική εξέλιξη στο μεγάλο μέτωπο των πειθαρχικών διώξεων εκπαιδευτικών καταγράφεται στον Πειραιά, καθώς ο Πάνος Χουντής και ο Ζήσης Γκέρτσος κρίθηκαν αθώοι και πειθαρχικά για την κατηγορία της «αναξιοπρεπούς ή ανάρμοστης ή ανάξιας για υπάλληλο συμπεριφοράς εκτός υπηρεσίας», ολοκληρώνοντας έτσι έναν πολυετή κύκλο δικαστικής και πειθαρχικής εμπλοκής που είχε ξεκινήσει από τη συμμετοχή τους σε κινητοποίηση τον Δεκέμβριο του 2020.
Η υπόθεση έχει ιδιαίτερη σημασία όχι μόνο για τους δύο εκπαιδευτικούς, αλλά και για τη συζήτηση που έχει ανοίξει τα τελευταία χρόνια γύρω από τα όρια της πειθαρχικής εξουσίας απέναντι στην πολιτική και συνδικαλιστική δράση των δημοσίων υπαλλήλων, ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατά την οποία εκπαιδευτικά σωματεία καταγγέλλουν πληθώρα πειθαρχικών διαδικασιών για συμμετοχή σε κινητοποιήσεις, απεργία-αποχή, δημόσια κριτική και άλλες μορφές συλλογικής δράσης.
Από τη διαδήλωση του 2020 στην πειθαρχική δίωξη
Σύμφωνα με την ανακοίνωση που δημοσιοποιήθηκε για την υπόθεση, ο Πάνος Χουντής και ο Ζήσης Γκέρτσος βρίσκονταν μεταξύ περίπου 60 αγωνιστών που είχαν κατηγορηθεί μετά τη συμμετοχή τους στη διαδήλωση της 6ης Δεκεμβρίου 2020, η οποία πραγματοποιήθηκε σε μια ιδιαίτερα φορτισμένη περίοδο λόγω των περιοριστικών μέτρων για την πανδημία.
Η κατηγορία αφορούσε τη «διασπορά μολυσματικής νόσου», με την πλευρά των διωκόμενων και των συλλογικοτήτων που τους στήριξαν να υποστηρίζει από την αρχή ότι επρόκειτο για πολιτικά υποκινούμενη και προσχηματική δίωξη, συνδεδεμένη ουσιαστικά με την απαγόρευση της συγκεκριμένης κινητοποίησης.
Τον Δεκέμβριο του 2024, έπειτα από περίπου τέσσερα χρόνια δικαστικής εκκρεμότητας, οι συλληφθέντες αθωώθηκαν από το ποινικό δικαστήριο. Ωστόσο, για τους δύο εκπαιδευτικούς η υπόθεση δεν τελείωσε εκεί, καθώς είχε κινηθεί από τη Διεύθυνση Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Πειραιά και ξεχωριστή πειθαρχική διαδικασία, η οποία, ως αυτοτελής από την ποινική, παρέμεινε ενεργή παρά την αθώωσή τους.
Η κατηγορία της «αναξιοπρεπούς συμπεριφοράς»
Η πειθαρχική κατηγορία που αντιμετώπιζαν ήταν εκείνη της «αναξιοπρεπούς ή ανάρμοστης ή ανάξιας για υπάλληλο συμπεριφοράς εκτός υπηρεσίας», μια διατύπωση η οποία αποκτά ιδιαίτερο βάρος όταν εφαρμόζεται σε πράξεις που συνδέονται με την πολιτική ή συνδικαλιστική παρουσία ενός εργαζομένου εκτός του χώρου εργασίας του.
Η υπόθεση εκδικάστηκε στις 24 Ιουνίου 2026 στο Πρωτοβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο, ενώ έξω από τη διαδικασία υπήρξε παρουσία εκπαιδευτικών και αλληλέγγυων που εξέφρασαν τη συμπαράστασή τους στους διωκόμενους.
Η τελική πειθαρχική αθώωση των δύο εκπαιδευτικών αποκτά έτσι πρόσθετη σημασία, καθώς έρχεται μετά την προηγούμενη ποινική τους απαλλαγή και κλείνει, τουλάχιστον για τους συγκεκριμένους, μια υπόθεση που παρέμενε ανοιχτή για χρόνια.
Οι διώξεις στον Πειραιά δεν τελειώνουν εδώ
Η εξέλιξη, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι κλείνει συνολικά το ζήτημα των πειθαρχικών διώξεων στον χώρο της εκπαίδευσης και ειδικότερα στον Πειραιά. Αντιθέτως, η ανακοίνωση που γνωστοποιεί την αθώωση συνδέει ευθέως την υπόθεση Χουντή και Γκέρτσου με μια σειρά άλλων ανοιχτών μετώπων, μεταξύ των οποίων βρίσκονται οι διώξεις για κινητοποιήσεις ενάντια στον διαγωνισμό PISA, οι κινητοποιήσεις στη ΔΔΕ Πειραιά, η συγκέντρωση έξω από το Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, υποθέσεις που αφορούν καταγγελλόμενη «κακόβουλη κριτική» της προϊστάμενης αρχής, καθώς και οι πειθαρχικές διαδικασίες για συμμετοχή εκπαιδευτικών στην απεργία-αποχή.
Πρόκειται για υποθέσεις διαφορετικές μεταξύ τους, οι οποίες όμως έχουν προκαλέσει μια ευρύτερη συζήτηση μέσα στο εκπαιδευτικό κίνημα για το κατά πόσο διατάξεις του πειθαρχικού δικαίου μπορούν να χρησιμοποιούνται με τρόπο που να δημιουργεί φόβο ή αποτρεπτικό αποτέλεσμα απέναντι στη συνδικαλιστική δράση και στη δημόσια έκφραση των εκπαιδευτικών.
Η περίπτωση της Χρύσας Χοτζόγλου
Στην ίδια ανακοίνωση γίνεται ειδική αναφορά και στην επιστροφή της Χρύσας Χοτζόγλου στο σχολείο της και στη λήξη της δυνητικής αργίας, μια εξέλιξη που οι συλλογικότητες οι οποίες στήριξαν την εκπαιδευτικό αποδίδουν στις πολύμηνες κινητοποιήσεις, στα ψηφίσματα αλληλεγγύης και στις παρεμβάσεις εκπαιδευτικών σωματείων και συλλογικοτήτων.
Για την πλευρά αυτή του εκπαιδευτικού κινήματος, επομένως, η αθώωση Χουντή και Γκέρτσου δεν αντιμετωπίζεται ως ένα απομονωμένο νομικό γεγονός, αλλά ως ακόμη μία περίπτωση που, κατά την εκτίμησή της, δείχνει ότι η δημόσια κινητοποίηση και η συλλογική αλληλεγγύη μπορούν να επηρεάσουν το κλίμα μέσα στο οποίο εξελίσσονται τέτοιες υποθέσεις.
«Οι νίκες δεν πέφτουν από τον ουρανό»
Αυτό είναι άλλωστε και το κεντρικό μήνυμα της ανακοίνωσης: «Οι νίκες δεν πέφτουν από τον ουρανό». Οι συντάκτες της αποδίδουν το αποτέλεσμα όχι μόνο στη νομική εξέλιξη της υπόθεσης αλλά και στην κινητοποίηση που αναπτύχθηκε όλα αυτά τα χρόνια, στις συγκεντρώσεις, στα ψηφίσματα, στις αφισοκολλήσεις και στην παρουσία εκπαιδευτικών και άλλων εργαζομένων στο πλευρό των διωκόμενων.
Η αθώωση του Πάνου Χουντή και του Ζήση Γκέρτσου κλείνει λοιπόν ένα μέτωπο, αλλά αφήνει ανοιχτό ένα πολύ μεγαλύτερο ερώτημα για την εκπαίδευση και συνολικά το Δημόσιο: πού τελειώνει η υποχρέωση του δημοσίου υπαλλήλου απέναντι στην υπηρεσία και πού αρχίζει το αναφαίρετο δικαίωμά του να διαδηλώνει, να απεργεί, να ασκεί κριτική και να συμμετέχει στην πολιτική και συνδικαλιστική ζωή;
Για τα εκπαιδευτικά σωματεία και τις συλλογικότητες που αντιτάσσονται στις συγκεκριμένες διώξεις, η απάντηση συμπυκνώνεται σε μία φράση: η συνδικαλιστική και πολιτική δράση δεν μπορεί να μετατρέπεται σε πειθαρχικό παράπτωμα.