Η ελληνική γλώσσα διαθέτει ένα εξαιρετικά πλούσιο και πολυεπίπεδο λεξιλόγιο, στο οποίο συναντώνται λέξεις με αρχαίες ρίζες και ιδιαίτερη σημασιολογική βαρύτητα.
Μία από αυτές είναι το επίθετο «νωδός», όρος που απαντά ήδη από την αρχαία ελληνική και χρησιμοποιείται για να περιγράψει το άτομο που στερείται δοντιών, τον λεγόμενο και «φαφούτη».
Στη σύγχρονη χρήση, η λέξη εμφανίζεται κυρίως σε περιγραφικά ή επιστημονικά συμφραζόμενα, όπως για παράδειγμα: «Εμφανίστηκε ηλικιωμένο άτομο, το οποίο ήταν και νωδός, με αποτέλεσμα να μην γίνεται εύκολα κατανοητός ο λόγος του» ή «Η απώλεια δοντιών στους νωδούς επηρεάζει την άρθρωση συγκεκριμένων φθόγγων».
Ετυμολογικά, ο όρος προέρχεται από την αρχαία ελληνική γλώσσα: νη- (στερητικό μόριο) και ὀδούς – ὀδόντος (δόντι), με τη φωνολογική μεταβολή του «ο» σε «ω» στο πλαίσιο της σύνθεσης, όπως απαντά και σε άλλες λέξεις της ελληνικής, όπως «ἀνωφελής» και «ἐπώνυμος».
Πρόκειται για επίθετο τριγενές και δικατάληκτο: νωδός, νωδή, νωδόν.
Όλες οι σημαντικές ειδήσεις
Ρεύμα: Η ηλεκτρική συσκευή που μπορεί να καίει όσο 65 ψυγεία μαζί
Πανελλήνιες 2026: Θέματα, Λύσεις, Αποτελέσματα και Bάσεις στο google
Μαρία Δούση