Η Ελλάδα, παρά την ιστορική σύνδεσή της με την ιταλική κουζίνα, είναι από τις χώρες που καταναλώνουν περισσότερα ζυμαρικά στην Ευρώπη. Σύμφωνα με στοιχεία του UNAFPA για το 2025, η μέση κατανάλωση στη χώρα μας φτάνει τα 12,2 κιλά ανά άτομο τον χρόνο, δεύτερη στην Ευρώπη μετά την Ιταλία, που καταναλώνει 23,3 κιλά. Στην παραγωγή ζυμαρικών, η Ελλάδα κατατάσσεται τέταρτη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με 185.000 τόνους το 2024, πίσω από Ιταλία, Ισπανία και Γερμανία.
Η ελληνική βιομηχανία ζυμαρικών είναι ανταγωνιστική και εξωστρεφής: οι τέσσερις βασικές εταιρείες (Melissa, Barilla Hellas, Eurimac, Ilios) εξάγουν περίπου το 50% της παραγωγής τους, ενώ οι εισαγωγές δεν ξεπερνούν το 2-3%. Η ζήτηση εντός Ελλάδας παραμένει υψηλή, με σταθερή αύξηση 2-3% ετησίως τα τελευταία χρόνια.
Παρά τη μείωση της τιμής του σκληρού σιταριού κατά 32% το 2025, η μείωση αυτή δεν μεταφράστηκε στις τιμές λιανικής. Οι καταναλωτές συχνά βλέπουν στα ράφια αυξήσεις ή μικρές διαφοροποιήσεις που δεν δικαιολογούνται από το κόστος παραγωγής, γεγονός που δημιουργεί αίσθηση αισχροκέρδειας.
Τα ζυμαρικά στην Ελλάδα έχουν διαφοροποιηθεί σημαντικά τις τελευταίες δύο δεκαετίες, με την εισαγωγή ολικής άλεσης, παιδικών σειρών, προϊόντων χωρίς γλουτένη, premium και βιολογικών σειρών, καθώς και ζυμαρικών από όσπρια ή με υψηλή περιεκτικότητα σε πρωτεΐνη.
Διεθνώς, η Ιταλία παραμένει η κυρίαρχη χώρα στην παραγωγή και την κατανάλωση ζυμαρικών, όπου θεωρούνται αναπόσπαστο κομμάτι της ταυτότητας και της κουλτούρας της χώρας. Σύμφωνα με έρευνες, σχεδόν όλοι οι Ιταλοί τα θεωρούν σύμβολο Made in Italy και βασικό στοιχείο της γαστρονομικής κληρονομιάς τους, με περισσότερες από 80 εκατομμύρια μερίδες ζυμαρικών να καταναλώνονται σε περίπου 200 χώρες ετησίως.
Όλες οι σημαντικές και έκτακτες ειδήσεις σήμερα
Τι σημαίνει η λέξη «φανφάρα» και από πού προέρχεται
Εκπαιδευτικοί: Πότε θα πιστωθεί στο λογαριασμό τους η μισθοδοσία
Μειώσεις στη στρατιωτική θητεία: Πόσους μήνες θα υπηρετούν οι φαντάροι με τον νέο νόμο