κασκολ
Παρά τη γαλλική και αγγλική καταγωγή της, η ελληνική γλώσσα χρησιμοποιεί κατευθείαν την ξένη λέξη "κασκόλ" και δεν έχει άλλη συγκεκριμένη ελληνική αντίστοιχη λέξη για το ίδιο αντικείμενο

Η λέξη "κασκόλ" στα ελληνικά προέρχεται από τη γαλλική λέξη "écharpe" ή την αγγλική "scarf".

Στα ελληνικά, το κασκόλ αναφέρεται σε ένα ύφασμα που φοριέται γύρω από το λαιμό, κυρίως για λόγους ζεστασιάς κατά τις ψυχρές εποχές, αλλά και ως αξεσουάρ μόδας.

Παρά τη γαλλική και αγγλική καταγωγή της, η ελληνική γλώσσα χρησιμοποιεί κατευθείαν την ξένη λέξη "κασκόλ" και δεν έχει άλλη συγκεκριμένη ελληνική αντίστοιχη λέξη για το ίδιο αντικείμενο.

Ωστόσο, μερικές φορές μπορεί να χρησιμοποιηθεί και ο όρος "μαφόρ" (ή "μαφρόν") για να περιγράψει ένα παρόμοιο αξεσουάρ, αν και αυτός ο όρος δεν είναι τόσο διαδεδομένος.

Όλες οι σημαντικές και έκτακτες ειδήσεις σήμερα

Voucher 750€: Βγήκε το Μητρώο Ωφελουμένων - Μάθετε αν είστε μέσα και ξεκινήστε

Αλλαγή νόμου: ΝΕΑ εξ αποστάσεως Πιστοποίηση Η/Υ για Προσλήψεις Εκπαιδευτικών

Google news logo Ακολουθήστε το Alfavita στo Google News Viber logo Ακολουθήστε το Alfavita στo Viber

σχετικά άρθρα

αεροπλάνο
ΔΟΕ για ενεργειακή κρίση: Μην ταξιδεύετε, μαγειρέψτε με ηλεκτρικό
Περιορισμό μετακινήσεων και τηλεργασία περιλαμβάνουν επίσης προτάσεις του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (ΔΟΕ) για την ενεργειακή κρίση λόγω του...
ΔΟΕ για ενεργειακή κρίση: Μην ταξιδεύετε, μαγειρέψτε με ηλεκτρικό