Η λέξη "κασκόλ" στα ελληνικά προέρχεται από τη γαλλική λέξη "écharpe" ή την αγγλική "scarf".
Στα ελληνικά, το κασκόλ αναφέρεται σε ένα ύφασμα που φοριέται γύρω από το λαιμό, κυρίως για λόγους ζεστασιάς κατά τις ψυχρές εποχές, αλλά και ως αξεσουάρ μόδας.
Παρά τη γαλλική και αγγλική καταγωγή της, η ελληνική γλώσσα χρησιμοποιεί κατευθείαν την ξένη λέξη "κασκόλ" και δεν έχει άλλη συγκεκριμένη ελληνική αντίστοιχη λέξη για το ίδιο αντικείμενο.
Ωστόσο, μερικές φορές μπορεί να χρησιμοποιηθεί και ο όρος "μαφόρ" (ή "μαφρόν") για να περιγράψει ένα παρόμοιο αξεσουάρ, αν και αυτός ο όρος δεν είναι τόσο διαδεδομένος.
Όλες οι σημαντικές και έκτακτες ειδήσεις σήμερα
Γιατί η ώρα έχει 60 λεπτά: Η αρχαία απόφαση που «ρυθμίζει» ακόμη τη ζωή μας
Υπ. Παιδείας: Καταβολή αποζημίωσης σε εκπαιδευτικό μετά από 14 χρόνια. Ο λόγος
Σχολεία: Πέντε μέρες χωρίς μαθήματα μετά το Πάσχα - Το πρόγραμμα
Alfavita Newsroom