Η λέξη "κασκόλ" στα ελληνικά προέρχεται από τη γαλλική λέξη "écharpe" ή την αγγλική "scarf".
Στα ελληνικά, το κασκόλ αναφέρεται σε ένα ύφασμα που φοριέται γύρω από το λαιμό, κυρίως για λόγους ζεστασιάς κατά τις ψυχρές εποχές, αλλά και ως αξεσουάρ μόδας.
Παρά τη γαλλική και αγγλική καταγωγή της, η ελληνική γλώσσα χρησιμοποιεί κατευθείαν την ξένη λέξη "κασκόλ" και δεν έχει άλλη συγκεκριμένη ελληνική αντίστοιχη λέξη για το ίδιο αντικείμενο.
Ωστόσο, μερικές φορές μπορεί να χρησιμοποιηθεί και ο όρος "μαφόρ" (ή "μαφρόν") για να περιγράψει ένα παρόμοιο αξεσουάρ, αν και αυτός ο όρος δεν είναι τόσο διαδεδομένος.
Όλες οι σημαντικές και έκτακτες ειδήσεις σήμερα
Το απλό βήμα που πρέπει να κάνετε πάντα στο μπρόκολο πριν το μαγείρεμα
«Κάλτσα»: Πώς λέγεται στα ελληνικά;
Γιατί δεν πρέπει να ξεφορτώνεστε τα γρατζουνισμένα πιάτα σας
Alfavita Newsroom