Τους βιολογικούς μηχανισμούς μέσω των οποίων οι αρνητικές εμπειρίες της παιδικής ηλικίας αφήνουν ανεξίτηλα ίχνη στη μετέπειτα ψυχική υγεία έφερε στο φως νέα επιστημονική μελέτη που δημοσιεύθηκε στο διεθνούς κύρους περιοδικό Neuron. Η έρευνα εστιάζει στις επιγενετικές μεταβολές που προκαλεί το πρώιμο στρες ζωής (early-life stress, ELS), προσφέροντας απαντήσεις για την αυξημένη ευαλωτότητα που εμφανίζουν ορισμένα άτομα στην κατάθλιψη, το άγχος και τις εξαρτήσεις κατά την ενηλικίωση.
Είναι ήδη γνωστό στην επιστημονική κοινότητα ότι το παιδικό στρες επιφέρει μόνιμες αλλοιώσεις στα νευρωνικά κυκλώματα ανταμοιβής του εγκεφάλου, με επίκεντρο την κοιλιακή καλυπτρική περιοχή (VTA). Ωστόσο, ο ακριβής τρόπος με τον οποίο αυτές οι αλλαγές παγιώνονται και επηρεάζουν την αντίδραση του οργανισμού σε μελλοντικές πιέσεις παρέμενε μέχρι σήμερα ασαφής.
Για την αποκωδικοποίηση του φαινομένου, οι ερευνητές χρησιμοποίησαν πειραματικά μοντέλα ποντικιών. Κατά τις πρώτες ημέρες της ζωής τους (περίοδος P10-P17), τα ζώα υποβλήθηκαν σε καθημερινό αποχωρισμό από τη μητέρα τους για 3 έως 4 ώρες, σε συνδυασμό με περιορισμό των υλικών φωλιάσματος.
Η ανάλυση του DNA στη VTA αποκάλυψε σημαντικά ευρήματα. Οι επιστήμονες εντόπισαν αυξημένα επίπεδα της επιγενετικής τροποποίησης H3K4me1, καθώς και ενισχυμένη παρουσία του ενζύμου SETD7, το οποίο ευθύνεται για τη δημιουργία της. Η συγκεκριμένη μεταβολή προκαλεί μια πιο «ανοιχτή» δομή στη χρωματίνη, προετοιμάζοντας το έδαφος για την ευκολότερη ενεργοποίηση συγκεκριμένων γονιδίων όταν το άτομο αντιμετωπίσει νέες στρεσογόνες καταστάσεις στο μέλλον.
Προκειμένου να διαπιστωθεί αν το ένζυμο SETD7 διαδραματίζει ενεργό ρόλο και δεν αποτελεί απλό σύμπτωμα, η ερευνητική ομάδα προχώρησε σε τεχνητή μεταβολή της δραστηριότητάς του:
- Υπερέκφραση του SETD7: Οδήγησε σε αύξηση 34% της τροποποίησης H3K4me1 στη VTA. Παράλληλα, παρατηρήθηκε αυξημένη διεγερσιμότητα των νευρώνων ντοπαμίνης, ενώ το ποσοστό των ζώων που εκδήλωσαν ευαλωτότητα στο στρες εκτινάχθηκε από το 8,3% στο 50%.
- Καταστολή του SETD7: Η μείωση της έκφρασής του περιόρισε τα επίπεδα της H3K4me1 κατά 37%. Στα ποντίκια με παρελθόν πρώιμου στρες, η παρέμβαση αυτή συγκράτησε την υπερδιεγερσιμότητα των νευρώνων και περιόρισε την ευαισθησία στο μεταγενέστερο στρες από το 85% στο 33%.
Τα ευρήματα υποδεικνύουν ότι το σύστημα SETD7/H3K4me1 λειτουργεί ως ένας από τους βασικούς μηχανισμούς που αποτυπώνουν το παιδικό τραύμα στον εγκέφαλο. Παρά τους αναγνωρισμένους περιορισμούς της μελέτης -καθώς διεξήχθη σε ζώα και απαιτούνται περαιτέρω δοκιμές εξειδίκευσης- η κατανόηση αυτών των επιγενετικών μονοπατιών ανοίγει νέες προοπτικές. Στο μέλλον, οι γνώσεις αυτές ενδέχεται να αξιοποιηθούν για την ανάπτυξη στοχευμένων θεραπευτικών στρατηγικών που θα θωρακίζουν την ψυχική ανθεκτικότητα (resilience) απέναντι στις συνέπειες των βιωμάτων της παιδικής ηλικίας.