Η λέξη «πλαστός» κρύβει μέσα της δύο ιστορίες που φαίνονται αντίθετες. Η μία ξεκινά από το πλάθω, τη χειρονομία του Πλάστη που έφτιαξε τον άνθρωπο από χώμα, τη χειρονομία του παιδιού που πλάθει κουλουράκια με πλαστελίνη. Εκεί το πλαστό είναι εύπλαστο, δέχεται μορφή, λυγίζει κάτω από ένα χέρι που το επεξεργάζεται με υπομονή. Η άλλη ιστορία ξεκινά από το ψέμα, «πλάθω παραμύθια», το πλαστό ως πλαστογραφία, ως προϊόν που μιμείται μια αυθεντικότητα που δεν έχει. Ανάμεσα στις δύο ιστορίες κρύβεται, νομίζω, το πραγματικό πρόβλημα που θέτει σήμερα η τεχνητή νοημοσύνη στην εκπαίδευση.
Η ΤΝ είναι, με την πρώτη έννοια, εξαιρετικά εύπλαστη. Προσαρμόζεται σε κάθε ερώτημα, λυγίζει σε κάθε ζήτηση, παράγει απάντηση όποια κι αν είναι η εκφώνηση. Αυτή η ασύλληπτη ευπλαστότητα, όμως, δεν είναι αθώα ιδιότητα. Δεν κάνει απλώς το εργαλείο χρήσιμο, το κάνει και επικίνδυνο, γιατί το ίδιο άπειρο της προσαρμοστικότητας το μετατρέπει σε κάτι που δεν αντιστέκεται πουθενά, που δεν έχει σημείο τριβής όπου η σκέψη του μαθητή θα μπορούσε να σκοντάψει, να αμφιβάλει, να ξαναρχίσει. Η αντίσταση όμως είναι ακριβώς αυτό που χρειάζεται η μάθηση για να γίνει γνήσια κατάκτηση.
Στη δεύτερη ιστορία, το πλαστό γίνεται πλαστογραφία όχι επειδή υπερβαίνει κάποιο μέτρο πλαστικότητας, αλλά επειδή κρύβει, εκ του πονηρού, την προέλευσή του. Η απάντηση της ΤΝ παρουσιάζεται έτοιμη, ολοκληρωμένη, χωρίς κανένα ίχνος του δρόμου που θα έπρεπε να είχε διανυθεί για να φτάσει κανείς εκεί. Δεν λείπει απλώς ο μόχθος, ο μόχθος αποσιωπάται ενεργητικά, σαν να μην χρειαζόταν ποτέ. Αυτό δεν είναι απλή ατέλεια, είναι δόλος αντικειμενικός, ανεξάρτητος από πρόθεση προσώπου, ενσωματωμένος στη λειτουργία του ίδιου του εργαλείου.
Οι δύο ιδιότητες, η ευπλαστότητα και η κρυμμένη προέλευση, δεν παράγει η μία την άλλη. Συναντιούνται όμως στο ίδιο σημείο, στο υποκατάστατο. Η ΤΝ γίνεται υποκατάστατο της αυθεντικής Γνώσης ακριβώς επειδή είναι ταυτόχρονα πολύ εύκολη και πολύ πειστική, εύκολη γιατί λυγίζει σε κάθε ζήτηση, πειστική γιατί κρύβει πόσο εύκολη είναι. Το πλαστικό, το νάιλον, πήραν κάποτε τη θέση του ξύλου και του χαρτιού με την ίδια ακριβώς λογική, μιμούμενα τη μορφή του αυθεντικού υλικού χωρίς να έχουν την προέλευσή του.
Και εδώ μπαίνει το κρισιμότερο στοιχείο, αυτό που ονομάζουν οι αρχαίοι ήσσονα προσπάθεια. Ο μαθητής δεν εξαπατάται από κάποιον έξωθεν εχθρό, είναι συνένοχος στην ίδια του την εξαπάτηση, γιατί το υποκατάστατο του γλιτώνει τον κόπο που θα απαιτούσε η αυθεντική Γνώση. Η αρχή της ήσσονος προσπαθείας δεν είναι αδυναμία χαρακτήρα, είναι θεμελιώδης ροπή κάθε έμβιου όντος, ο κίνδυνος είναι πως σήμερα βρίσκει, για πρώτη φορά με τέτοια ένταση, ένα εργαλείο που την ικανοποιεί πλήρως, χωρίς καμία αντίσταση στο δρόμο.
Δεν είναι όμως μόνος συνένοχος. Ο εκπαιδευτικός που ανέχεται, ακόμη χειρότερα που επιβραβεύει την πλαστή απάντηση επειδή μοιάζει άψογη, γίνεται κι αυτός μέρος της ίδιας αλυσίδας. Η ραθυμία στην αξιολόγηση, η προσφυγή σε ελαστικά κριτήρια που λειτουργούν σαν τυφλόσουρτης, είναι η ίδια ακριβώς επιλογή ήσσονος προσπαθείας μεταφερμένη σε άλλο επίπεδο, όχι πια στην παραγωγή Γνώσης αλλά στην κρίση της. Ο τυφλόσουρτης δεν κρίνει, εφαρμόζεται μηχανικά, όπως ακριβώς και η πλαστή απάντηση δεν σκέφτεται, αναπαράγεται μηχανικά.
Θυμάμαι, και πολλοί συνάδελφοι θα το θυμούνται μαζί μου, τη φιλόλογο που αφιέρωνε ώρες ολόκληρες για να αξιολογήσει μια και μόνη έκθεση μαθητή, όχι μόνο το αποτέλεσμα αλλά την ίδια τη διαδρομή της σκέψης, τα λάθη, τις αστοχίες, τις λάμψεις. Αυτή η υπομονή δεν ήταν πολυτέλεια παλαιότερης εποχής, ήταν το ίδιο το αντίθετο της τυφλότητας, βλέμμα που στέκεται στον μόχθο και όχι μόνο στο τελικό προϊόν. Η απώλειά της δεν είναι απλώς τεχνική οπισθοδρόμηση, είναι απώλεια ενός ολόκληρου τρόπου να βλέπει κανείς τη Γνώση ως κατάκτηση και όχι ως έτοιμο αντικείμενο.
Αν η Παιδεία, όπως σωστά υπενθυμίζει και πρόσφατο άρθρο για την εκπαίδευση και την τεχνητή νοημοσύνη, δεν είναι η ταχύτητα της απάντησης αλλά η διαδρομή, οι αμφιβολίες και τα λάθη μέχρι να φτάσουμε σε αυτήν, τότε η πλαστή γνώση δεν είναι απλώς κατώτερη ποιοτικά, είναι δομικά ασύμβατη με την ίδια την έννοια της Παιδείας. Δεν πρόκειται για λιγότερη Γνώση, πρόκειται για κάτι που δεν ανήκει καν στην ίδια κατηγορία, ένα υποκατάστατο που παίρνει τη θέση χωρίς να έχει την ουσία.
Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι αν πρέπει να αποκλείσουμε την τεχνητή νοημοσύνη από την εκπαιδευτική διαδικασία, κάτι τέτοιο θα ήταν ούτε ρεαλιστικό ούτε επιθυμητό. Το ερώτημα είναι αν θα καταφέρουμε να διατηρήσουμε ζωντανή, μέσα σε αυτή τη νέα ευπλαστότητα εργαλείων, την απαίτηση για ίχνος χεριού, για κόπο ορατό, για λάθος που τιμάται και όχι που κρύβεται.
Διαφορετικά, η Παιδεία θα μοιάζει ολοένα και περισσότερο με το πλαστικό αντί για το ξύλο, όμορφη στην όψη, ελαφριά στη χρήση, αλλά χωρίς καμία σχέση με τη γη από την οποία υποτίθεται πως προήλθε.