Μπροστά σε μία από τις σοβαρότερες αλλαγές των τελευταίων δεκαετιών ενδέχεται να βρεθεί το ελληνικό Λύκειο, καθώς ο Εθνικός Διάλογος για το Νέο Λύκειο και το Εθνικό Απολυτήριο περνά πλέον από τις γενικές διακηρύξεις στη συζήτηση συγκεκριμένων επιλογών. Και ανάμεσα σε αυτές ξεχωρίζει μία πρόταση που, εφόσον τελικά υιοθετηθεί, μπορεί να αλλάξει εκ βάθρων τον χάρτη της πρόσβασης στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση: οι Πανελλαδικές Εξετάσεις να διατηρηθούν κυρίως για τις σχολές υψηλής ζήτησης, ενώ για τμήματα μεσαίας και χαμηλής ζήτησης να δημιουργηθεί διαφορετική διαδρομή εισαγωγής.
Το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα λίγες ημέρες πριν από την εκδήλωση που διοργανώνει το υπουργείο Παιδείας την Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2026 στο Ωδείο Αθηνών, με τίτλο «Από τον μαθητή του σήμερα στον πολίτη του αύριο». Η εκδήλωση σηματοδοτεί, σύμφωνα με το ίδιο το υπουργείο, την επόμενη φάση του Εθνικού Διαλόγου και θα έχει στο επίκεντρο το Νέο Λύκειο, το Εθνικό Απολυτήριο, τα νέα προγράμματα σπουδών, τις δεξιότητες, την Τεχνητή Νοημοσύνη και τις διαφορετικές εκπαιδευτικές διαδρομές.
Το ενδιαφέρον, ωστόσο, συγκεντρώνεται αναπόφευκτα στο ερώτημα που απασχολεί περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο μαθητές και οικογένειες: τι θα γίνει τελικά με τις Πανελλαδικές;
Η νέα ιδέα: Δεν χρειάζεται να εξετάζονται όλοι για όλες τις σχολές
Σύμφωνα με δημοσίευμα της εφημερίδας «Το Βήμα», στο πλαίσιο της επεξεργασίας των προτάσεων έχει τεθεί η ιδέα ενός συστήματος στο οποίο οι Πανελλαδικές δεν θα αποτελούν υποχρεωτικά τον μοναδικό μηχανισμό εισαγωγής σε κάθε πανεπιστημιακό τμήμα.
Η λογική είναι σχετικά απλή: εκεί όπου η ζήτηση υπερβαίνει κατά πολύ τις διαθέσιμες θέσεις –στις Ιατρικές, στις Νομικές, σε περιζήτητες Πολυτεχνικές σχολές και γενικότερα στα τμήματα για τα οποία ανταγωνίζονται πολλοί περισσότεροι υποψήφιοι από όσους μπορούν να εισαχθούν– θα εξακολουθεί να απαιτείται ένας κοινός, πανελλαδικός και συγκρίσιμος μηχανισμός κατάταξης.
Οι Πανελλαδικές, επομένως, δεν εξαφανίζονται. Θα μπορούσαν όμως να περιοριστούν στον ρόλο της επιλογής για τις σχολές όπου πραγματικά υπάρχει έντονος ανταγωνισμός.
Για ένα τμήμα, αντίθετα, στο οποίο οι θέσεις είναι 200 και οι υποψήφιοι που το επιλέγουν πραγματικά είναι περίπου τόσοι ή λιγότεροι, τίθεται το ερώτημα γιατί πρέπει να προηγείται ακριβώς η ίδια διαδικασία εξετάσεων με εκείνη μιας Ιατρικής Σχολής όπου για κάθε θέση ανταγωνίζονται πολλοί υποψήφιοι.
Σε αυτές τις περιπτώσεις αναζητείται ο δεύτερος δρόμος.
Το Εθνικό Απολυτήριο μπορεί να γίνει το «διαβατήριο» για τα ΑΕΙ
Εδώ βρίσκεται και η ουσία ολόκληρης της μεταρρύθμισης. Για να μπορεί κάποιος να εισάγεται σε ένα πανεπιστημιακό τμήμα χωρίς τις σημερινές Πανελλαδικές, πρέπει ο βαθμός του Λυκείου να αποκτήσει αξιοπιστία και συγκρισιμότητα.
Αυτό ακριβώς επιχειρεί να καλύψει το Εθνικό Απολυτήριο.
Το υπουργείο έχει ήδη θέσει ως βασικούς στόχους την αξιοπιστία του απολυτηρίου, τη δικαιοσύνη και τη δυνατότητα σύγκρισης των αποτελεσμάτων μεταξύ διαφορετικών σχολείων, αλλά και τη δημιουργία ισχυρών δικλίδων απέναντι στον λεγόμενο «πληθωρισμό βαθμών». Ταυτόχρονα, δηλώνει ότι στόχος δεν είναι η αύξηση της εξεταστικής πίεσης αλλά, αντιθέτως, η απομάκρυνση από το σημερινό μοντέλο του «όλα κρίνονται σε μία στιγμή».
Αυτό όμως είναι και το δυσκολότερο κομμάτι του εγχειρήματος.
Διότι ένας βαθμός 18 σε ένα σχολείο πρέπει να σημαίνει περίπου το ίδιο με έναν βαθμό 18 σε ένα άλλο σχολείο, διαφορετικά δεν μπορεί να αποτελέσει ασφαλές κριτήριο για την εισαγωγή στο Πανεπιστήμιο.
Τράπεζα Θεμάτων και κοινές προδιαγραφές
Γι’ αυτό στο υπό διαμόρφωση μοντέλο αποκτά ιδιαίτερο βάρος η Τράπεζα Θεμάτων, χωρίς όμως κατ’ ανάγκη να επιστρέφουμε σε ένα σχολείο γεμάτο πανελλαδικού τύπου εξετάσεις.
Μία από τις κατευθύνσεις που εξετάζονται είναι η δημιουργία διαφορετικών αλλά ισοδύναμων θεμάτων, με κοινό επίπεδο δυσκολίας. Σε ορισμένα μαθήματα θα μπορούσαν, για παράδειγμα, να μεταβάλλονται αριθμητικά δεδομένα ή επιμέρους στοιχεία των ερωτήσεων, ώστε οι μαθητές να μην εξετάζονται όλοι στο απολύτως ίδιο φύλλο αλλά να εξετάζονται υπό συγκρίσιμες συνθήκες.
Η λογική είναι ότι το Εθνικό Απολυτήριο δεν μπορεί να στηριχθεί αποκλειστικά στον βαθμό που δίνει κάθε σχολείο, αλλά ούτε και να μετατρέψει ολόκληρη τη Β΄ και τη Γ΄ Λυκείου σε μια ατελείωτη Πανελλαδική Εξέταση.
Και εκεί ακριβώς αναζητείται η δύσκολη ισορροπία.
Η Α΄ Λυκείου να μην γίνει προθάλαμος εξετάσεων
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η σκέψη η Α΄ Λυκείου να παραμείνει σε μεγάλο βαθμό έξω από το νέο εξεταστικό βάρος, λειτουργώντας ως πραγματική μεταβατική τάξη και όχι ως η πρώτη χρονιά μιας τριετούς εξεταστικής προετοιμασίας.
Η εμπειρία του παρελθόντος έχει δείξει ότι η εισαγωγή διαδοχικών εξετάσεων σε όλες τις τάξεις του Λυκείου μπορεί πολύ εύκολα να οδηγήσει στο ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα από το επιδιωκόμενο: αντί για αναβάθμιση του Λυκείου, να έχουμε ένα σχολείο στο οποίο κάθε μάθημα διδάσκεται αποκλειστικά με το βλέμμα στις εξετάσεις.
Άλλωστε το υπουργείο έχει δηλώσει εξαρχής ότι οι σημερινές Πανελλαδικές δεν καταργούνται στο παρόν στάδιο και ότι ο διάλογος δεν ξεκινά από προειλημμένες αποφάσεις.
Το μεγάλο πρόβλημα: Ποια σχολή είναι «υψηλής ζήτησης»;
Το σενάριο των Πανελλαδικών μόνο για τις περιζήτητες σχολές ακούγεται απλό στη θεωρία, γίνεται όμως εξαιρετικά σύνθετο όταν επιχειρήσει κανείς να το εφαρμόσει.
Ποιος θα αποφασίζει ποιο τμήμα είναι υψηλής και ποιο χαμηλής ζήτησης;
Με βάση τις πρώτες προτιμήσεις των υποψηφίων; Με βάση τον συνολικό αριθμό δηλώσεων στο μηχανογραφικό; Με βάση τη βάση εισαγωγής; Και ποια χρονιά θα λαμβάνεται υπόψη;
Οι προτιμήσεις των μαθητών αλλάζουν. Ένα τμήμα μπορεί σήμερα να είναι ιδιαίτερα δημοφιλές και μέσα σε λίγα χρόνια να χάσει μεγάλο μέρος της ζήτησής του, ενώ ένα άλλο μπορεί ξαφνικά να βρεθεί ψηλά στις επιλογές εξαιτίας των επαγγελματικών προοπτικών ενός κλάδου.
Άρα ένα τέτοιο σύστημα θα χρειάζεται δυναμική, πιθανότατα ετήσια κατάταξη των τμημάτων, με ξεκάθαρους κανόνες που θα είναι γνωστοί εγκαίρως στους μαθητές.
Και αυτό δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι ίσως ένας από τους βασικούς όρους για να θεωρηθεί το νέο σύστημα δίκαιο.
Ο κίνδυνος ενός Λυκείου «δύο ταχυτήτων»
Υπάρχει και ένα ακόμη ερώτημα που δεν μπορεί να παρακαμφθεί: μήπως ένα τέτοιο μοντέλο οδηγήσει σε δύο κατηγορίες μαθητών και δύο κατηγορίες πανεπιστημιακών τμημάτων;
Από τη μία, εκείνοι που θα προετοιμάζονται για τις «μεγάλες» σχολές και θα συνεχίσουν να ζουν στον έντονο ρυθμό των Πανελλαδικών και των φροντιστηρίων. Από την άλλη, οι μαθητές που θα στοχεύουν σε τμήματα εισαγωγής μέσω του Εθνικού Απολυτηρίου.
Εάν το Εθνικό Απολυτήριο αντιμετωπιστεί ως «εύκολη διαδρομή» και οι Πανελλαδικές ως η διαδρομή των ισχυρών σχολών, τότε το σύστημα κινδυνεύει αντί να καταργήσει ιεραρχίες να δημιουργήσει νέες.
Γι’ αυτό και η συζήτηση δεν μπορεί να περιοριστεί στον τρόπο των εξετάσεων. Αφορά συνολικά το τι αξία θα έχει το Λύκειο, τι θα διδάσκεται, πώς θα αξιολογείται ο μαθητής και τι θα σημαίνει το απολυτήριο που θα παίρνει στα χέρια του.
Η 2α Σεπτεμβρίου μπορεί να δείξει την κατεύθυνση
Η εκδήλωση στο Ωδείο Αθηνών αποκτά επομένως ξεχωριστή σημασία. Στη συζήτηση θα συμμετάσχουν εκπαιδευτικοί, μαθητές, πανεπιστημιακοί και διεθνείς ειδικοί, μεταξύ των οποίων ο Andreas Schleicher του ΟΟΣΑ, ο Bill Maxwell, ο επικεφαλής του International Baccalaureate Olli-Pekka Heinonen και η γενική διευθύντρια της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Pia Ahrenkilde Hansen. Η υπουργός Παιδείας Σοφία Ζαχαράκη θα κλείσει την εκδήλωση, η οποία ξεκινά στις 18:00.
Το υπουργείο επιμένει ότι ο διάλογος παραμένει ανοιχτός. Το αρχικό χρονοδιάγραμμα προβλέπει ολοκλήρωση της διαδικασίας με τελική έκθεση και χάρτη εφαρμογής τον Οκτώβριο του 2026, ενώ οι αλλαγές δεν αφορούν τους σημερινούς μαθητές του Λυκείου.
Είναι όμως πλέον σαφές ότι η συζήτηση έχει περάσει σε ένα πολύ πιο συγκεκριμένο επίπεδο.
Το ερώτημα δεν είναι πια απλώς «θα αλλάξουν οι Πανελλαδικές;».
Το πραγματικό ερώτημα είναι πολύ μεγαλύτερο: θα παραμείνουν οι Πανελλαδικές η ενιαία πύλη για ολόκληρη την Ανώτατη Εκπαίδευση ή θα μετατραπούν σε εξετάσεις επιλογής μόνο για τις σχολές όπου οι υποψήφιοι είναι περισσότεροι από τις θέσεις;
Αν τελικά προκριθεί η δεύτερη λύση, τότε δεν θα πρόκειται για ακόμη μία αλλαγή στον τρόπο εξέτασης. Θα πρόκειται για τη μεγαλύτερη αναδιάταξη του συστήματος εισαγωγής στα ελληνικά πανεπιστήμια εδώ και δεκαετίες.