Καιρός - Προσοχή: Βραδινό πέρασμα με μπόρες και καταιγίδες – Από τα βόρεια έως τα μεσάνυχτα

Εκπαίδευση 0

Από το «μπορούν να φεύγουν τα παιδιά μόνα από το σχολείο;» στο «πώς μπορούν να φεύγουν με ασφάλεια»

proaulio
Google Logo Μάθε πρώτος όλες τις σημαντικές ειδήσεις. Βάλε το alfavita.gr στα αποτελέσματα αναζήτησης της Google
Επεκτείνοντας τη συζήτηση για την αποχώρηση των μαθητών από το Δημοτικό χωρίς συνοδεία ενήλικα από το «ποιος αποφασίζει αν επιτρέπεται;» στο «ποιος διασφαλίζει ότι γίνεται με ασφάλεια;»

Τις τελευταίες ημέρες έχει ανοίξει μια σημαντική συζήτηση σχετικά με την αποχώρηση των μαθητών από τα Δημοτικά Σχολεία. Το ερώτημα είναι απλό στη διατύπωσή του, αλλά σύνθετο στις συνέπειές του: μπορεί ένας μαθητής/μια μαθήτρια να αποχωρεί μόνος/η του μετά τη λήξη των μαθημάτων, εφόσον υπάρχει σχετική δήλωση των γονέων του, ή πρέπει το σχολείο να τον/την παραδίδει υποχρεωτικά σε ενήλικο άτομο;

Η Πανελλήνια Επιστημονική Ένωση Διευθυντών/ντριών Σχολικών Μονάδων Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης έθεσε πρόσφατα συγκεκριμένα ερωτήματα προς το Υπουργείο Παιδείας σχετικά με το ποιος αποφασίζει, ποια είναι η ευθύνη του σχολείου και τι ισχύει τόσο για την κανονική αποχώρηση όσο και για το Ολοήμερο Πρόγραμμα.

Το αίτημα είναι απολύτως αιτιολογημένο. Η ανάγκη θεσμικής αποσαφήνισης είναι άμεση και επιτακτική. Η κεντρική διοίκηση οφείλει, χωρίς άλλη καθυστέρηση, να διευκρινίσει με σαφείς και δεσμευτικές οδηγίες αν και υπό ποιες προϋποθέσεις μπορεί ένας μαθητής να αποχωρεί χωρίς συνοδό με τη λήξη του σχολικού προγράμματος και πού ακριβώς αρχίζει και τελειώνει η ευθύνη του σχολείου και της οικογένειας. Δεν είναι δυνατόν ένα ζήτημα που αφορά την ασφάλεια των παιδιών και μπορεί να έχει σοβαρές διοικητικές και νομικές συνέπειες να αντιμετωπίζεται με διαφορετικές ερμηνείες από σχολείο σε σχολείο.

Η αποσαφήνιση αυτή, όμως, μπορεί να αποτελέσει και την αφετηρία μιας ευρύτερης συζήτησης. Γιατί το ερώτημα δεν είναι μόνο αν ένα παιδί «επιτρέπεται» να φύγει μόνο του από την πόρτα του σχολείου. Είναι και πότε, πώς και μέσα σε ποιες συνθήκες τα παιδιά μπορούν να αποκτούν σταδιακά την ικανότητα να μετακινούνται αυτόνομα και με ασφάλεια.

Η αυτόνομη μετακίνηση ως μέρος της ανάπτυξης του παιδιού

Η διεθνής βιβλιογραφία χρησιμοποιεί τον όρο Children’s Independent Mobility (CIM) για να περιγράψει τη δυνατότητα των παιδιών να κινούνται στον δημόσιο χώρο χωρίς συνεχή επίβλεψη ενηλίκων (Marzi et al., 2018). Η καθημερινή διαδρομή προς και από το σχολείο αποτελεί ένα από τα βασικότερα πεδία μέσα στα οποία αναπτύσσεται αυτή η αυτονομία.

Η αξία της δεν είναι μόνο πρακτική. Η ανεξάρτητη και ενεργή μετακίνηση έχει συνδεθεί με αυξημένη φυσική δραστηριότητα, ανάπτυξη κοινωνικών δεξιοτήτων, καλύτερη γνώση και αντίληψη του χώρου, ενίσχυση της αυτοπεποίθησης και σταδιακή ικανότητα του παιδιού να λαμβάνει αποφάσεις και να διαχειρίζεται κινδύνους. Παράλληλα, η εμπειρία του περπατήματος, της ποδηλασίας και της χρήσης δημόσιων συγκοινωνιών από μικρή ηλικία συμβάλλει στη διαμόρφωση περισσότερο βιώσιμων επιλογών μετακίνησης και στην ενήλικη ζωή (Katsavounidou, 2020. Riazi et al., 2022).

Η αυτονομία, επομένως, δεν εμφανίζεται ξαφνικά με την είσοδο στην εφηβεία. Καλλιεργείται βαθμιαία. Η μελέτη των Jafari et al. (2025) και Riazi et al. (2021) δείχνει ακριβώς αυτή τη διαδικασία: το παιδί μαθαίνει αρχικά τη διαδρομή με τον γονέα, στη συνέχεια μπορεί να κινηθεί μαζί με μεγαλύτερο αδελφό ή φίλο και σταδιακά να την πραγματοποιήσει μόνο του, καθώς αυξάνονται η εμπειρία, οι δεξιότητες και η αυτοπεποίθησή του.

Πόσο αυτόνομα μετακινούνται τα παιδιά σε άλλες χώρες;

Δεν υπάρχει μία επιστημονικά καθορισμένη «σωστή ηλικία» κατά την οποία όλα τα παιδιά είναι έτοιμα να επιστρέφουν μόνα τους από το σχολείο. Η ηλικία, όμως, εμφανίζεται σταθερά στη βιβλιογραφία ως σημαντικός παράγοντας: όσο μεγαλώνουν τα παιδιά, τόσο αυξάνεται η πιθανότητα ανεξάρτητης μετακίνησης. Οι μεγάλες διαφορές μεταξύ χωρών δείχνουν ταυτόχρονα ότι η αυτονομία δεν εξαρτάται μόνο από την αναπτυξιακή ωριμότητα, αλλά και από τις υποδομές, την κυκλοφοριακή ασφάλεια και τις κοινωνικές αντιλήψεις (Marzi & Reimers, 2018).

Στην Ολλανδία, για παράδειγμα, τα στοιχεία που παρουσιάζουν οι Masoumi et al. (2020) δείχνουν ότι η ανεξάρτητη μετακίνηση προς το σχολείο διαφοροποιείται ανάλογα με την ηλικία. Τα ποσοστά των παιδιών που πηγαινοέρχονται μόνα τους αυξάνονται σημαντικά από τάξη σε τάξη, υποδεικνύοντας ότι, όταν οι συνθήκες το επιτρέπουν, η κατάκτηση της αυτονομίας μπορεί να αρχίζει αρκετά πριν από την ολοκλήρωση του Δημοτικού. (ResearchGate)

Η ίδια ευρωπαϊκή έρευνα περιλάμβανε 1.304 παιδιά ηλικίας 9–12 ετών από επτά ευρωπαϊκές χώρες και εξέτασε τους παράγοντες που συνδέονται με την ανεξάρτητη μετακίνηση προς το σχολείο (Masoumi et al., 2020).

Η Φινλανδία αποτελεί ακόμη πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Στη διεθνή σύγκριση των (Shaw et al., 2015), η πλειονότητα των παιδιών μπορούσε ήδη σε ηλικία 7 ετών να μετακινείται μόνη σε κοντινούς προορισμούς, σε ηλικία 8 ετών να επιστρέφει μόνη από το σχολείο και σε ηλικία 10 ετών να χρησιμοποιεί τοπικές δημόσιες συγκοινωνίες χωρίς συνοδό. Πρόκειται για δεδομένα μιας συγκεκριμένης κοινωνίας και όχι για ένα πρότυπο ηλικιών που μπορεί να μεταφερθεί αυτούσιο αλλού. Αποκαλύπτουν όμως πόσο καθοριστικό είναι το περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγαλώνει το παιδί.

Η Γερμανία βρίσκεται επίσης μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών με σχετικά υψηλή ανεξάρτητη κινητικότητα. Εκεί η αυτονομία συνδέεται με συστηματική εξάσκηση της σχολικής διαδρομής. Οι γονείς καλούνται να περπατούν επανειλημμένα τη διαδρομή με το παιδί, να επιλέγουν τον ασφαλέστερο και όχι απαραιτήτως τον συντομότερο δρόμο και σταδιακά να του παραχωρούν μεγαλύτερη ευθύνη. Η εκπαίδευση από τους γονείς και η επαναλαμβανόμενη εξάσκηση της διαδρομής μπορούν να ενισχύσουν την ασφαλή οδική συμπεριφορά του παιδιού (Rothengatter, 1984. Falemban et al., 2024).

Ανάλογη είναι η φιλοσοφία στην Ελβετία. Το Prevention (2025) συστήνει την εξάσκηση της σχολικής διαδρομής αρκετές φορές πριν από την έναρξη του σχολείου και οι γονείς να συνοδεύουν το παιδί για όσο διάστημα χρειάζεται, μέχρι να μπορεί να τη διανύει με ασφάλεια μόνο του. Η σχολική διαδρομή αντιμετωπίζεται έτσι όχι απλώς ως μεταφορά του παιδιού από το σπίτι στο σχολείο, αλλά ως πεδίο μάθησης και σταδιακής ανεξαρτητοποίησης.

Το κοινό στοιχείο αυτών των πρακτικών είναι ότι η αυτονομία δεν προκύπτει από μια ξαφνική απόφαση του γονέα. Διδάσκεται, εξασκείται και παραχωρείται σταδιακά.

Η ελληνική πραγματικότητα: ενεργητική μετακίνηση, αλλά περιορισμένη αυτονομία

Η ελληνική εικόνα φαίνεται αρκετά διαφορετική.

Η μελέτη των Katsavounidou, Voutsa και Sepetzi (2024) στον Δήμο Κορδελιού–Ευόσμου Θεσσαλονίκης, σε παιδιά ηλικίας 6–12 ετών, έδειξε ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον εύρημα: 66,5% των παιδιών πήγαιναν στο σχολείο με τα πόδια, αλλά μόλις 14,08% το έκαναν χωρίς συνοδό. Μάλιστα, σχεδόν τα τρία τέταρτα του δείγματος ήταν παιδιά 9 ετών και άνω.

Η διαφορά ανάμεσα στο 66,5% και στο 14,08% είναι αποκαλυπτική. Τα παιδιά μπορούν να περπατήσουν μέχρι το σχολείο αλλά οι γονείς δεν αισθάνονται ότι μπορούν να τα αφήσουν να κάνουν αυτή τη διαδρομή μόνα τους.

Οι βασικοί λόγοι που αναδείχθηκαν ήταν οι μη ασφαλείς διαβάσεις, η ανεπαρκής υποδομή για πεζούς, η κακή ποιότητα του οδικού σχεδιασμού και οι παράνομες ή επικίνδυνες συμπεριφορές των οδηγών. Η περιοχή που μελετήθηκε είναι μάλιστα πυκνοδομημένη και χαρακτηρίζεται από σχετικά μικρές αποστάσεις μεταξύ κατοικίας και σχολείου. Το πρόβλημα, επομένως, δεν είναι κατ’ ανάγκη η απόσταση. Είναι η ποιότητα και η ασφάλεια της διαδρομής.

Το συμπέρασμα αυτό είχε ήδη διατυπωθεί με ιδιαίτερη σαφήνεια από την Katsavounidou (2020). Σε προηγούμενη έρευνα στη Βέροια, παιδιά 9–12 ετών κλήθηκαν να φωτογραφίσουν και να σχολιάσουν τον δημόσιο χώρο που χρησιμοποιούσαν. Ανάμεσα στα προβλήματα που κατέγραψαν ήταν αυτοκίνητα πάνω στα πεζοδρόμια, αποκλεισμένες διαβάσεις και δημόσιοι χώροι καταλαμβανόμενοι από οχήματα. Η έρευνα ανέδειξε πόσο διαφορετικά βιώνει τον ίδιο δρόμο ένα παιδί από έναν ενήλικα.

Ο φαύλος κύκλος της ανασφάλειας

Εδώ εντοπίζεται ίσως ένα από τα σημαντικότερα σημεία της συζήτησης.

Όταν μια σχολική διαδρομή θεωρείται επικίνδυνη, ο γονέας επιλέγει εύλογα να μεταφέρει το παιδί με αυτοκίνητο. Όταν όμως το ίδιο κάνουν δεκάδες ή εκατοντάδες οικογένειες, οι δρόμοι γύρω από το σχολείο γεμίζουν αυτοκίνητα, διπλοπαρκαρίσματα, οχήματα που κάνουν αναστροφές, σταματούν σε διαβάσεις ή περιορίζουν την ορατότητα των πεζών.

Δημιουργείται έτσι ένας φαύλος κύκλος: ανασφαλές οδικό περιβάλλον → περισσότερη μεταφορά με ΙΧ → μεγαλύτερη κυκλοφοριακή επιβάρυνση γύρω από το σχολείο → ακόμη μεγαλύτερη ανασφάλεια → ακόμη λιγότερη ανεξάρτητη μετακίνηση.

Ακριβώς αυτόν τον μηχανισμό αναδεικνύει η Katsavounidou (2020): μια πόλη που δεν παρέχει ασφαλείς σχολικές διαδρομές ενθαρρύνει ακόμη και πολύ μικρές μετακινήσεις με αυτοκίνητο, αυξάνοντας τη συμφόρηση και επιβαρυνώντας περαιτέρω την ασφάλεια και το περιβάλλον.

Η ασφάλεια δεν μπορεί να είναι μόνο υπόθεση εκπαίδευσης του παιδιού

Ένα ακόμη σημαντικό σημείο της ίδιας μελέτης αφορά τον τρόπο με τον οποίο συχνά αντιλαμβανόμαστε την οδική ασφάλεια στην Ελλάδα.

Όταν συμβαίνει ένα ατύχημα ή όταν συζητείται η ασφάλεια των μαθητών, η έμφαση συχνά μεταφέρεται στο κατά πόσο το παιδί γνωρίζει τους κανόνες κυκλοφορίας. Αναμφίβολα η κυκλοφοριακή αγωγή είναι απαραίτητη. Δεν μπορεί όμως να μεταφέρει στο παιδί ολόκληρη την ευθύνη να προσαρμοστεί σε ένα επικίνδυνο οδικό περιβάλλον.

Η διεθνής εμπειρία ακολουθεί περισσότερο μια ολιστική λογική. Χαρακτηριστικό είναι το πλαίσιο των Safe Routes to School, το οποίο οργανώνεται γύρω από τέσσερις άξονες — τα λεγόμενα 4E (LaJeunesse et al., 2019):

  • Education – Εκπαίδευση: όχι μόνο των παιδιών αλλά και των γονέων, των εκπαιδευτικών και των οδηγών.
  • Encouragement – Ενθάρρυνση: δράσεις που κάνουν το περπάτημα και το ποδήλατο φυσιολογική και επιθυμητή επιλογή.
  • Enforcement – Εφαρμογή των κανόνων: ουσιαστικός έλεγχος ταχύτητας, στάθμευσης και παραχώρησης προτεραιότητας στους πεζούς.
  • Engineering – Τεχνικές παρεμβάσεις: ασφαλή πεζοδρόμια, διαβάσεις, νησίδες, μέτρα επιβράδυνσης και ανασχεδιασμός των δρόμων γύρω από τα σχολεία (ResearchGate).

Η σημασία αυτού του μοντέλου είναι ότι δεν ζητά μόνο από το παιδί να γίνει προσεκτικότερο· ζητά από το περιβάλλον και τους ενήλικους να γίνουν ασφαλέστεροι.

Από τις School Streets στις «ζώνες καρδιάς»

Πολλές από τις διεθνείς πρακτικές κινούνται ακριβώς προς αυτή την κατεύθυνση.

Στη Γερμανία αναπτύσσονται οι Schulstraßen – School Streets, όπου η κυκλοφορία αυτοκινήτων περιορίζεται ή διακόπτεται προσωρινά γύρω από σχολεία κατά την προσέλευση και την αποχώρηση (Schützhofer et al., 2018). Παράλληλα δημιουργούνται ειδικά σημεία επιβίβασης και αποβίβασης σε κάποια απόσταση από την πύλη, ώστε τα «γονεϊκά ταξί» να μην συγκεντρώνονται στο σημείο όπου κινούνται οι περισσότεροι μαθητές.

Ακόμη πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα που αναφέρουν οι Milch & Nævestad (2024) είναι η νορβηγική Heart Zone: μια ζώνη γύρω από το σχολείο στην οποία δεν επιτρέπεται η αποβίβαση ή παραλαβή μαθητών με ΙΧ. Τα παιδιά που μεταφέρονται με αυτοκίνητο αποβιβάζονται σε καθορισμένα σημεία έξω από αυτή και περπατούν το υπόλοιπο τμήμα της διαδρομής. Η πρακτική ξεκίνησε στο Bergen και επεκτάθηκε και σε άλλες περιοχές (ResearchGate).

Άλλα μέτρα είναι οι ζώνες ταχύτητας 30 km/h, οι υπερυψωμένες και σαφώς ορατές διαβάσεις, οι νησίδες προστασίας, τα φυσικά μέσα επιβράδυνσης, η απαγόρευση στάθμευσης σε σημεία που περιορίζουν την ορατότητα, τα συνεχόμενα πεζοδρόμια, οι σχολικοί τροχονόμοι και τα προγράμματα Walking Bus/Pedibus, όπου ομάδες παιδιών περπατούν μαζί ακολουθώντας οργανωμένη διαδρομή.

Και στην Ελλάδα δεν ξεκινάμε από το μηδέν

Υπάρχει ένα στοιχείο που αξίζει να συμπεριληφθεί στη σημερινή συζήτηση: η Ελλάδα διαθέτει ήδη από το 2013 ένα θεσμικό εργαλείο για παρεμβάσεις γύρω από σχολεία.

Με την Υπουργική Απόφαση ΔΜΕΟ/ο/3050/31.7.2013 (ΦΕΚ Β΄ 2302/16.9.2013) εγκρίθηκαν Τεχνικές Οδηγίες για κυκλοφοριακές παρεμβάσεις στο αστικό περιβάλλον, ειδικά σε περιοχές σχολικών συγκροτημάτων και περιοχές αυξημένης κίνησης πεζών. Προβλέπονται μεταξύ άλλων ζώνες ήπιας κυκλοφορίας και συγκεκριμένες παρεμβάσεις για τη βελτίωση της οδικής ασφάλειας.

Η Katsavounidou (2020) επισήμαινε, ωστόσο, ότι το πρόβλημα στην Ελλάδα δεν ήταν τόσο η πλήρης απουσία τεχνικών προδιαγραφών όσο η έλλειψη συστηματικής και ολοκληρωμένης εφαρμογής: περιορισμένη συλλογή δεδομένων για τις πραγματικές σχολικές διαδρομές, αποσπασματικές παρεμβάσεις, ανεπαρκής χρηματοδότηση και έλλειψη σύνδεσης των τεχνικών έργων με εκπαίδευση, έλεγχο και συμμετοχή της σχολικής κοινότητας.

Και αυτό είναι ίσως ιδιαίτερα επίκαιρο σήμερα. Δεν αρκεί μια διάβαση να υπάρχει στον σχεδιασμό· πρέπει να είναι ορατή και ασφαλής. Δεν αρκεί ένα όριο ταχύτητας να αναγράφεται σε μια πινακίδα· πρέπει να τηρείται. Δεν αρκεί η εκπαίδευση των παιδιών για τη διάσχιση του δρόμου, όταν σταθμευμένα οχήματα τα αναγκάζουν να κατεβαίνουν στο οδόστρωμα. Δεν αρκεί η σήμανση για την απαγόρευση στάθμευσης, όταν δεν παραβιάζεται από τους ίδιους τους γονείς.

Χρειάζεται, επομένως, χαρτογράφηση των πραγματικών σχολικών διαδρομών, εντοπισμός των επικίνδυνων σημείων γύρω από κάθε σχολείο και συγκεκριμένο σχέδιο παρεμβάσεων με τη συνεργασία Δήμου, σχολικής κοινότητας, γονέων και αρμόδιων υπηρεσιών.

Επεκτείνοντας τη σημερινή συζήτηση

Η σημερινή συζήτηση για την αποχώρηση των μαθητών πρέπει αναμφίβολα να ξεκινήσει από το επείγον: την άμεση, σαφή και ενιαία αποσαφήνιση του νομικού πλαισίου. Οι Διευθυντές και οι εκπαιδευτικοί δεν μπορούν να καλούνται να ερμηνεύουν μόνοι τους ποια είναι τα όρια της ευθύνης τους ούτε να εφαρμόζονται διαφορετικές πρακτικές από σχολείο σε σχολείο.

Η συζήτηση, όμως, αξίζει να επεκταθεί και πέρα από αυτό.

Όχι μόνο «επιτρέπεται ένα παιδί να φύγει μόνο του;» αλλά και «τι χρειάζεται ώστε να μπορεί να φύγει με ασφάλεια;».

Τα διεθνή δεδομένα δεν μας δίνουν μία ηλικία που μπορεί μηχανιστικά να μετατραπεί σε κανόνα. Δείχνουν όμως ότι η σταδιακή ανεξάρτητη μετακίνηση μπορεί να αρχίζει ήδη στα χρόνια του Δημοτικού και ότι, σε χώρες όπου το οδικό περιβάλλον είναι περισσότερο φιλικό προς τα παιδιά, η αυτονομία κατακτάται νωρίτερα και σε πολύ μεγαλύτερη έκταση (Shaw et al., 2015).

Tαυτόχρονα, τα ελληνικά δεδομένα δείχνουν ότι πολλά παιδιά θα μπορούσαν από πλευράς απόστασης να περπατούν προς το σχολείο (Katsavounidou et al., 2024), αλλά η ποιότητα και η ασφάλεια του δημόσιου χώρου κάνουν τους γονείς διστακτικούς να τους επιτρέψουν να το κάνουν χωρίς συνοδό.

Εδώ συναντώνται οι διαφορετικές ευθύνες.

Η κεντρική διοίκηση οφείλει να διαμορφώσει σαφές και ενιαίο θεσμικό πλαίσιο. Η Τοπική Αυτοδιοίκηση και οι αρμόδιοι φορείς οφείλουν να εξασφαλίζουν ασφαλείς σχολικές διαδρομές, κατάλληλες υποδομές και αποτελεσματικό κυκλοφοριακό σχεδιασμό. Το σχολείο και πρωτίστως η οικογένεια μπορούν να συμβάλουν στην εκπαίδευση και στη σταδιακή εξοικείωση του παιδιού με την ανεξάρτητη μετακίνηση (Fyhri et al., 2011).

Γιατί η ασφαλής αυτονομία των παιδιών δεν εξασφαλίζεται μόνο με την προσοχή που τους ζητάμε να δείχνουν ούτε μόνο με την παρουσία ενός ενήλικα δίπλα τους.

Καλλιεργείται με τις δεξιότητες που τους διδάσκουμε και, κυρίως, με το περιβάλλον που δημιουργούμε για να μπορούν να κινηθούν με ασφάλεια. (Ikeda et al., 2019).

Τσιολπίδου Ξανθούλα, MEd, MSc, PhD/Διευθύντρια 2ου Δημοτικού Σχολείου Θέρμης

Βιβλιογραφικές αναφορές

(ADAC, 2026). (2026, 13 Ιουλίου). Elterntaxi: Besser nicht mit dem Auto bis vor die Schule.

BFU – Swiss Council for Accident Prevention. (2025). Sicherer Schulweg: So kommen Kinder unfallfrei an.

Jafari, M., Delbosc, A., & Currie, G. (2025). “I let him go because I wanted him to have independence”: How parents and adolescents negotiate using public transport. Transportation Research Part F: Traffic Psychology and Behaviour, 113, 426–439.

Katsavounidou, G. (2021). Children’s Safe and Sustainable Independent Mobility: A Comparison of International Practices and the Situation in Greece. In E. G. Nathanail, G. Adamos, & I. Karakikes (Eds.), Advances in Mobility-as-a-Service Systems (pp. 539–549). Springer. https://doi.org/10.1007/978-3-030-61075-3_53

Katsavounidou, G., Voutsa, E., & Sepetzi, S. (2024). Active but Not Independent: Children’s School Travel Patterns in a Compact-City Environment in Greece. Urban Planning, 9, Article 8682.

Kyttä, M., Hirvonen, J., Rudner, J., Pirjola, I., & Laatikainen, T. (2015). The Last Free-Range Children? Children’s Independent Mobility in Finland in the 1990s and 2010s. Journal of Transport Geography, 47, 1–12.

Masoumi, H., van Rooijen, M., & Sierpiński, G. (2020). Children’s Independent Mobility to School in Seven European Countries: A Multinomial Logit Model. International Journal of Environmental Research and Public Health, 17(23), 9149.

Riazi, N. A., Wunderlich, K., Yun, L., Paterson, D. C., & Faulkner, G. (2022). Social-Ecological Correlates of Children’s Independent Mobility: A Systematic Review. International Journal of Environmental Research and Public Health, 19(3), 1604.

Shaw, B., Bicket, M., Elliott, B., Fagan-Watson, B., Mocca, E., & Hillman, M. (2015). Children’s Independent Mobility: An International Comparison and Recommendations for Action. Policy Studies Institute, University of Westminster.

Υπουργική Απόφαση ΔΜΕΟ/ο/3050/31.7.2013. Έγκριση Τεχνικών Οδηγιών κυκλοφοριακών παρεμβάσεων στο αστικό περιβάλλον για την εφαρμογή τους σε περιοχές σχολικών συγκροτημάτων και περιοχές με αυξημένη κίνηση στα πλαίσια βελτίωσης της οδικής ασφάλειας. ΦΕΚ Β΄ 2302/16.9.2013.

0 Δείτε τα σχόλια

Όλες οι σημαντικές ειδήσεις στο alfavita.gr

Πίνακες Αναπληρωτών - Προσλήψεις 2026: Όλα τα ονόματα έγκυρα και έγκαιρα στο alfavita

Ήξερες ότι το «χαλί» δεν είναι ελληνική λέξη; Πώς λέγεται στα ελληνικά

Google Logo Μάθε πρώτος όλες τις σημαντικές ειδήσεις. Βάλε το alfavita.gr στα αποτελέσματα αναζήτησης της Google
Viber Ακολουθήστε το Αlfavita στο Viber

εκπαίδευση