Οι λέξεις .... Αχ, έχουν ιστορία, εικόνα, κίνηση, συγγένειες, ταξίδια από γλώσσα σε γλώσσα. Μια και μόνο λέξη μπορεί να μας μεταφέρει συγκίνηση, να μας ταξιδέψει... Πρέπει όμως το παιδί να αρχίσει να το αντιλαμβάνεται αυτό. Και ποιός θα το οδηγήσει στον μαγικό αυτό κόσμο των λέξεων; Ο εκπαιδευτικός! Θα μελετήσουμε παρακάτω με παραδείγματα πώς μπορεί η εκμάθηση μιας ξένης γλώσσας να πάψει να είναι ένας κατάλογος λέξεων και να μετατραπεί σε ένα συναρπαστικό παιχνίδι ανακάλυψης.
Ένα υπέροχο παράδειγμα είναι η λέξη «εμπνέω» στα ελληνικά. Αν τη δούμε ως λέξη, σημαίνει «προκαλώ σε κάποιον μια ιδέα ή ένα συναίσθημα, τον παρακινώ να δημιουργήσει». Αν όμως ανοίξουμε τη λέξη, ξαφνικά εμφανίζεται μπροστά μας μια εικόνα: ἐν + πνέω. Πνέω σημαίνει φυσώ. Η ίδια οικογένεια βρίσκεται στην «πνοή», στο «πνεύμα», στην «αναπνοή». Εμπνέω, λοιπόν, ως εικόνα είναι σαν να φυσώ πνοή μέσα σε κάποιον. Του μεταδίδω κάτι που τον κινεί, τον ζωντανεύει, τον κάνει να σκεφτεί, να δημιουργήσει, να προχωρήσει.
Και τότε έρχεται η μεγάλη έκπληξη για τον μαθητή: κάτι παρόμοιο συμβαίνει και στις ξένες γλώσσες. Το αγγλικό inspire προέρχεται από το λατινικό inspirare: in + spirare, δηλαδή «φυσώ μέσα», «αναπνέω μέσα». Από την ίδια λατινική οικογένεια προέρχεται και το spiritus, η πνοή και κατόπιν το πνεύμα, απ’ όπου προέρχεται το αγγλικό spirit. Δηλαδή in και spirit. Φυσάω μέσα στον άλλο πνοή, πνεύμα! Στα γαλλικά έχουμε το inspirer, επίσης από την ίδια λατινική ρίζα, ενώ δίπλα του συναντάμε το esprit, το πνεύμα.
Ξαφνικά, λοιπόν, τρεις γλώσσες που στο μυαλό ενός παιδιού μπορεί να φαίνονται εντελώς διαφορετικές αρχίζουν να συνομιλούν μεταξύ τους. Ελληνικά: εμπνέω – πνοή – πνεύμα. Αγγλικά: inspire – spirit. Γαλλικά: inspirer – esprit. Πίσω από όλες αυτές τις λέξεις βρίσκεται σχεδόν η ίδια αρχέγονη ανθρώπινη εικόνα: η πνοή που μπαίνει μέσα στον άνθρωπο και του δίνει ζωή ή κίνηση.
Αυτό ακριβώς μπορεί να αλλάξει ολόκληρη τη διδασκαλία του λεξιλογίου.
Αντί, για παράδειγμα, ο μαθητής να ακούσει απλώς «inspire σημαίνει εμπνέω» και να προσπαθήσει να το θυμηθεί μέχρι το επόμενο διαγώνισμα, μπορεί να δει την εικόνα. Κάποιος φυσά μια ιδέα μέσα σε κάποιον άλλον. Η λέξη αποκτά σώμα. Αποκτά ιστορία. Αποκτά συναίσθημα. Και ό,τι αποκτά εικόνα και νόημα αποθηκεύεται πολύ πιο εύκολα στη μνήμη από μια αυθαίρετη ακολουθία γραμμάτων.
Το σημαντικότερο όμως είναι κάτι άλλο. Ο μαθητής αρχίζει σταδιακά να αποκτά περιέργεια για τις λέξεις. Γιατί αυτή η λέξη λέγεται έτσι; Με ποια άλλη συγγενεύει; Από πού προέρχεται; Υπάρχει αντίστοιχη λέξη στα ελληνικά; Γιατί δύο διαφορετικές γλώσσες έχουν λέξεις που μοιάζουν; Μήπως πίσω από μια αγγλική λέξη κρύβεται μια λατινική ή μια ελληνική ρίζα που ήδη γνωρίζω;
Από τη στιγμή που το παιδί αρχίζει να κάνει αυτές τις ερωτήσεις, έχει συμβεί κάτι πολύ σημαντικό: παύει να απομνημονεύει παθητικά και γίνεται ερευνητής της γλώσσας.
Και τότε ανοίγεται ένας ολόκληρος κόσμος.
Η λέξη telephone, για παράδειγμα, δεν είναι πια μια ξένη αγγλική λέξη. Είναι το ελληνικό τηλε- και φωνή. Το biology κρύβει τον «βίο» και τον «λόγο». Το photograph το «φως» και το «γράφω». Το democracy τον «δήμο» και το «κράτος». Από την άλλη πλευρά, μέσα από τις λατινικές ρίζες ο μαθητής αρχίζει να αναγνωρίζει ολόκληρες οικογένειες αγγλικών, γαλλικών, ισπανικών και ιταλικών λέξεων. Κάθε καινούργια λέξη γίνεται έτσι ένα μικρό παζλ.Και ο μαθητής έχει την ευχαρίστηση να το λύνει.
Αυτό είναι ίσως ένα από τα μεγάλα μυστικά της διδασκαλίας μιας ξένης γλώσσας: να μη διδάσκονται οι λέξεις νεκρές. Οι λέξεις πρέπει να παρουσιάζονται μέσα στις οικογένειές τους, στις εικόνες τους, στην ιστορία τους, στις μεταμορφώσεις που υπέστησαν ταξιδεύοντας στους αιώνες.
Γιατί οι λέξεις ταξιδεύουν. Δανείζονται, αλλάζουν προφορά, αλλάζουν μορφή, αποκτούν νέες σημασίες και περνούν από πολιτισμό σε πολιτισμό. Κάθε μία κουβαλά κάτι από τους ανθρώπους που τη χρησιμοποίησαν πριν από εμάς.
Και ίσως αυτό είναι που πρέπει να ανακαλύψουν πρώτα οι μαθητές: ότι μια γλώσσα δεν είναι βιβλίο γραμματικής. Είναι ένας ζωντανός οργανισμός.
Όταν ένα παιδί μάθει να κοιτάζει πίσω από τη λέξη, δεν μαθαίνει μόνο καλύτερα αγγλικά, γαλλικά ή οποιαδήποτε άλλη γλώσσα. Μαθαίνει να παρατηρεί, να συγκρίνει, να αναζητεί σχέσεις, να υποθέτει, να ερευνά. Μαθαίνει τελικά να σκέφτεται μέσα από τη γλώσσα. Και κάπου εκεί η ξένη γλώσσα παύει να είναι «μάθημα». Γίνεται περιπέτεια.
Γιατί κάθε λέξη είναι μια μικρή πόρτα. Και μόλις το παιδί μάθει να την ανοίγει, πίσω της μπορεί να κρύβεται ένας ολόκληρος κόσμος.