Υπάρχει μια λέξη παλιά, σχεδόν ξεχασμένη σήμερα, που οι αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν θεμέλιο της ανθρώπινης συνύπαρξης: αιδώς. Δεν σήμαινε απλώς ντροπή. Σήμαινε το εσωτερικό εκείνο όριο που εμποδίζει τον άνθρωπο να προσβάλει, να ταπεινώσει, να ξεπεράσει τα όρια απέναντι στον άλλον. Ήταν ο σεβασμός που δεν χρειαζόταν αστυνόμευση, γιατί βρισκόταν μέσα στον ίδιο τον άνθρωπο.
Και πολλές φορές, μέσα σε μια σημερινή σχολική αίθουσα, γεννιέται αυθόρμητα το ερώτημα: πού πήγε η αιδώς;
Βεβαίως υπάρχουν εξαιρετικά παιδιά. Μαθητές ευγενικοί, ευαίσθητοι, καλλιεργημένοι, παιδιά που ξέρουν να ακούν, να συζητούν, να διαφωνούν χωρίς να προσβάλλουν. Θα ήταν άδικο να μπει ολόκληρη η νέα γενιά στο ίδιο σακί. Όμως είναι επίσης δύσκολο να αγνοήσει κανείς ένα φαινόμενο που πολλοί εκπαιδευτικοί παρατηρούν καθημερινά: η αγένεια, η απότομη συμπεριφορά και η αμφισβήτηση κάθε ορίου εμφανίζονται όλο και συχνότερα μέσα στο σχολείο.
Μαθητές απαντούν απότομα. Διακόπτουν. Μιλούν στον εκπαιδευτικό σαν να μιλούν σε συνομήλικό τους σε μια έντονη παρέα. Θεωρούν αυτονόητο ότι μπορούν να αμφισβητήσουν τον τρόπο με τον οποίο τους έγινε μια παρατήρηση, όχι πάντα με επιχειρήματα αλλά πολλές φορές με ειρωνεία ή επιθετικότητα. Κάποιες φορές η απλή φράση «σε παρακαλώ, μη μιλάς την ώρα του μαθήματος» μπορεί να προκαλέσει ένα «και τι έκανα;», ένα «μόνο σε μένα τα λέτε» ή ακόμη και μια απάντηση που παλαιότερα δύσκολα θα ακουγόταν μέσα σε σχολική αίθουσα.
Τι έχει αλλάξει;
Κάποτε οι μεγαλύτεροι χρησιμοποιούσαν μια χαρακτηριστική έκφραση: «Να σέβεσαι τον άνθρωπο που σου μαθαίνει γράμματα». Δεν σήμαινε ότι ο εκπαιδευτικός ήταν αλάνθαστος ούτε ότι ο μαθητής έπρεπε να υπακούει τυφλά. Σήμαινε ότι υπήρχε μια βασική αναγνώριση του ρόλου του άλλου. Όπως υπήρχε σεβασμός προς τον δάσκαλο, τον γιατρό, τον ηλικιωμένο, ακόμη και προς έναν άγνωστο άνθρωπο.
Σήμερα αυτή η έννοια του σεβασμού έχει σε μεγάλο βαθμό συγχυσθεί με την υποταγή. Και επειδή πολύ σωστά μάθαμε στα παιδιά να έχουν άποψη, πολλές φορές ξεχάσαμε να τους μάθουμε ότι άλλο έχω άποψη και άλλο μιλώ όπως θέλω. Άλλο διεκδικώ τα δικαιώματά μου και άλλο θεωρώ ότι δεν έχω καμία υποχρέωση απέναντι στους ανθρώπους γύρω μου.
Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη που δύσκολα μπορεί να αγνοηθεί: τι ακούνε τα παιδιά στο σπίτι για τους εκπαιδευτικούς;
Αν ένα παιδί ακούει καθημερινά «σιγά τον καθηγητή», «δεν ξέρει τι του γίνεται», «άσε, θα πάω εγώ αύριο να τον κανονίσω», «ποιος είναι αυτός που θα σου μιλήσει έτσι;», γιατί περιμένουμε την επόμενη ημέρα να περάσει την πόρτα της τάξης και να αντιμετωπίσει τον συγκεκριμένο εκπαιδευτικό με σεβασμό;
Τα παιδιά μαθαίνουν πολύ περισσότερο από αυτά που ακούν και βλέπουν παρά από αυτά που τους διδάσκουμε θεωρητικά.
Ένας γονιός μπορεί να λέει στο παιδί του «να είσαι ευγενικός», αλλά αν ο ίδιος μιλά απαξιωτικά για τους δασκάλους του, τους γείτονες, τους υπαλλήλους, τους οδηγούς στον δρόμο ή οποιονδήποτε τον ενοχλεί, το πραγματικό μάθημα που δίνει είναι διαφορετικό. Το παιδί αντιλαμβάνεται ότι η ευγένεια ισχύει μόνο όταν μας συμφέρει και ότι όποιος μας δυσαρεστεί μπορεί αμέσως να γίνει αντικείμενο απαξίωσης.
Σε αυτό προστίθεται και ένας δημόσιος λόγος που γίνεται συνεχώς σκληρότερος. Στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης η ειρωνεία επιβραβεύεται, η προσβολή γίνεται ατάκα, η διαπόμπευση γίνεται θέαμα και η αγένεια πολλές φορές παρουσιάζεται ως «αυθεντικότητα». Τα παιδιά μεγαλώνουν βλέποντας ανθρώπους να μιλούν ο ένας στον άλλον χωρίς κανένα φίλτρο και συχνά χωρίς καμία συνέπεια. Έπειτα έρχονται στο σχολείο. Και το σχολείο καλείται μέσα σε λίγες ώρες την ημέρα να διδάξει κάτι που ολόκληρη η κοινωνία μοιάζει να αποδομεί.
Ο σεβασμός, όμως, δεν είναι μονόδρομος. Και ο εκπαιδευτικός οφείλει να σέβεται τον μαθητή. Να μην τον ειρωνεύεται, να μην τον εξευτελίζει μπροστά στους συμμαθητές του, να ακούει την άποψή του και να αναγνωρίζει ακόμη και το δικό του λάθος. Ακριβώς όμως επειδή ο σεβασμός είναι αμφίδρομος, δεν μπορεί να απαιτείται μόνο από τη μία πλευρά.
Ένα παιδί που μεγαλώνει πιστεύοντας ότι κανείς δεν δικαιούται να του κάνει παρατήρηση θα δυσκολευτεί πολύ περισσότερο αργότερα. Γιατί στη ζωή θα υπάρξει εργοδότης που θα διαφωνήσει μαζί του, συνεργάτης που θα του υποδείξει ένα λάθος, φίλος που θα του θέσει ένα όριο, σύντροφος που θα πει «αυτό που έκανες με ενόχλησε». Και τότε θα χρειαστεί μια δεξιότητα πολύ σημαντικότερη από πολλούς σχολικούς βαθμούς: να μπορεί να ακούει κάτι που δεν του αρέσει χωρίς να θεωρεί ότι προσβάλλεται η προσωπικότητά του.
Ίσως λοιπόν το μεγάλο ζητούμενο για το σχολείο και την οικογένεια δεν είναι να δημιουργήσουν παιδιά «υπάκουα». Είναι να δημιουργήσουν ανθρώπους που ξέρουν να συνυπάρχουν.Να μπορούν να πουν «διαφωνώ» χωρίς να πουν «δεν ξέρεις τι λες».Να μπορούν να υπερασπιστούν τον εαυτό τους χωρίς να προσβάλουν τον άλλον.Να μπορούν να δεχθούν μια παρατήρηση χωρίς να τη θεωρούν επίθεση.
Να καταλάβουν ότι η ευγένεια δεν είναι αδυναμία και ότι ο σεβασμός δεν σημαίνει φόβο.
Γιατί τελικά η αιδώς δεν χάθηκε κάπου μυστηριωδώς. Χάνεται κάθε φορά που ένας ενήλικος προσβάλλει έναν άλλον μπροστά σε ένα παιδί και ύστερα ζητά από το παιδί να είναι ευγενικό. Χάνεται όταν καταργούμε όλα τα όρια στο όνομα της ελευθερίας. Χάνεται όταν τα παιδιά μεγαλώνουν πιστεύοντας ότι ο κόσμος οφείλει συνεχώς να προσαρμόζεται στις απαιτήσεις τους.
Και μπορεί να επιστρέψει με τον ίδιο ακριβώς τρόπο: μέσα από το παράδειγμα.
Γιατί τον σεβασμό δεν τον διδάσκεις λέγοντας «να σέβεσαι».
Τον διδάσκεις με τον τρόπο που μιλάς στους ανθρώπους όταν το παιδί σου είναι δίπλα και σε ακούει.