Αν επιβεβαιωθούν οι πληροφορίες ότι σε ορισμένες μεγάλες Διευθύνσεις Εκπαίδευσης εξετάζεται το ενδεχόμενο να γίνουν αρχικά προσωρινές τοποθετήσεις νεοδιόριστων εκπαιδευτικών και στη συνέχεια, ακόμη και είκοσι ημέρες αργότερα, να επανεξεταστούν με βάση κοινωνικά και άλλα κριτήρια, τότε δεν μιλάμε απλώς για μια διοικητική δυσλειτουργία. Μιλάμε για μια διαδικασία που μπορεί να ανατρέψει μέσα σε λίγες ημέρες τη ζωή εκατοντάδων ανθρώπων.
Ο νεοδιόριστος δεν είναι ένας αριθμός σε έναν πίνακα Excel. Είναι ένας άνθρωπος που πρέπει μέσα σε ελάχιστο χρόνο να βρει σπίτι, να υπογράψει μισθωτήριο, να πληρώσει εγγύηση και ενοίκιο, να οργανώσει μετακόμιση, να μεταφέρει οικογένεια και, σε πολλές περιπτώσεις, να αλλάξει σχολείο στα παιδιά του.
Και όλα αυτά χωρίς καν να γνωρίζει με βεβαιότητα πού ακριβώς θα υπηρετήσει.
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη μεγαλύτερο σε τεράστιες γεωγραφικά περιοχές, όπως η Ανατολική Αττική. Άλλο να τοποθετηθεί ένας εκπαιδευτικός κοντά στο σπίτι που κατάφερε να βρει και άλλο, είκοσι ημέρες αργότερα, να ενημερωθεί ότι πρέπει να μετακινηθεί δεκάδες χιλιόμετρα μακριά επειδή έγινε νέα κατανομή των τοποθετήσεων.
Τι γίνεται τότε με το ενοικιαστήριο που έχει ήδη υπογράψει;
Τι γίνεται με την εγγύηση που έχει πληρώσει;
Τι γίνεται με τα παιδιά που έχουν ήδη εγγραφεί σε Γυμνάσιο ή Λύκειο;
Τι γίνεται με έναν ή μία εκπαιδευτικό που δεν διαθέτει αυτοκίνητο και έχει οργανώσει τη ζωή του με βάση τα μέσα μεταφοράς;
Και κυρίως: γιατί όλα αυτά πρέπει να συμβούν;
Η απάντηση ότι «δεν υπάρχει χρόνος να εξεταστούν εγκαίρως τα κοινωνικά κριτήρια» δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί επαρκής. Η διοίκηση γνωρίζει εδώ και μήνες ότι θα πραγματοποιηθούν διορισμοί. Γνωρίζει τις διαδικασίες, γνωρίζει τις προθεσμίες και γνωρίζει πόσο καθοριστική είναι η πρώτη τοποθέτηση για έναν άνθρωπο που καλείται μέσα σε λίγες ημέρες να αλλάξει τόπο κατοικίας.
Υπάρχει, επομένως, σοβαρός λόγος να ανοίξει η συζήτηση για ένα απλούστερο και απολύτως διαφανές σύστημα πρώτης τοποθέτησης.
Μία λύση θα μπορούσε να είναι η πρώτη τοποθέτηση των νεοδιόριστων να πραγματοποιείται αυστηρά με βάση τη σειρά κατάταξης στους πίνακες. Ο καθένας θα γνωρίζει εξαρχής τη σειρά του, τα διαθέσιμα κενά και τη διαδικασία επιλογής. Χωρίς προσωρινές λύσεις, χωρίς δεύτερο γύρο ανατροπών, χωρίς ένα τεράστιο διοικητικό βάρος για τις Διευθύνσεις Εκπαίδευσης.
Άλλωστε, στους αναπληρωτές εκπαιδευτικούς η λογική της σειράς κατάταξης εφαρμόζεται ήδη τα τελευταία χρόνια στη διαδικασία τοποθέτησης μέσω του συστήματος των δηλώσεων προτίμησης.
Το ζητούμενο δεν είναι να αδικηθεί κάποιος ούτε να καταργηθούν κοινωνικά κριτήρια εκεί όπου αυτά είναι απαραίτητα και θεσμοθετημένα. Το ζητούμενο είναι να σχεδιαστεί ένα σύστημα που να μπορεί πράγματι να εφαρμοστεί εγκαίρως και να δίνει στον εκπαιδευτικό μία στοιχειώδη βεβαιότητα για τη ζωή του.
Γιατί το σενάριο είναι σχεδόν παράλογο: ένας εκπαιδευτικός διορίζεται, ταξιδεύει σε άλλη περιοχή, ψάχνει εναγωνίως σπίτι μέσα στην κορύφωση της στεγαστικής κρίσης, πληρώνει προκαταβολή, μεταφέρει τα πράγματά του, ίσως μετακινεί μαζί του τον ή τη σύζυγο και τα παιδιά του και έπειτα από είκοσι ημέρες ακούει: «τελικά αλλάζει η τοποθέτησή σας».
Δεν μπορεί το κράτος να απαιτεί από τους εκπαιδευτικούς πλήρη συνέπεια απέναντι στις υποχρεώσεις τους και την ίδια στιγμή να τους προσφέρει τέτοια αβεβαιότητα για το πού θα ζουν και θα εργάζονται.
Και υπάρχει ακόμη μία αντίφαση. Οι νεοδιόριστοι καλούνται αυτές τις ίδιες ημέρες να παρουσιαστούν, να αναλάβουν υπηρεσία και να βρίσκονται τα πρωινά στις υπηρεσίες και στα σχολεία. Πότε ακριβώς υποτίθεται ότι θα ψάξουν σπίτι; Πότε θα κάνουν μετακόμιση; Πότε θα διευθετήσουν τις εγγραφές των παιδιών τους; Και πώς όλα αυτά μπορούν να γίνουν μέσα σε δύο ή τρεις ημέρες;
Η πρώτη τοποθέτηση ενός εκπαιδευτικού δεν είναι μια απλή διοικητική πράξη.
Καθορίζει πού θα ζήσει, πόσο θα πληρώνει για στέγη, πόσες ώρες θα μετακινείται καθημερινά και πώς θα οργανώσει την οικογενειακή του ζωή.
Γι’ αυτό χρειάζεται ένα σύστημα απλό, γρήγορο, διαφανές και –πάνω απ’ όλα– οριστικό.
Οι εκπαιδευτικοί μπορούν να αντέξουν πολλές δυσκολίες. Αυτό που δεν μπορεί να θεωρείται φυσιολογικό είναι να τους ζητάμε να μετακομίσουν πρώτα και να τους αποκαλύπτουμε είκοσι ημέρες αργότερα πού τελικά θα πρέπει να ζουν.