Και όταν αυτό το αντικείμενο έχει πολλαπλές αναφορές στην κοινωνία και στον πολιτισμό, τότε πληθωρικές συμπεριφορές σου αναπτύσσονται με τρόπο αυτόματο, χωρίς να κατανοείς το πώς ακριβώς ξεπηδάνε και εδραιώνονται και πολλαπλασιάζονται σαν μανιτάρια σε φθινοπωρινό δάσος.
Ο βιβλιοφάγος έχει παραξενιές και ιδιοτροπίες. Όταν κάθε ημέρα έρχεται σε κάποια μορφή διαλόγου με δοκίμια πολιτικά ή φιλοσοφικά, με μυθιστορήματα κλασικά ή σύγχρονα, με αρχαία Γραμματεία ή με ποίηση…, κάθε εκδήλωση διαβάσματος τόσων και τόσων διαφορετικών κόσμων τον οδηγεί θέλοντας και μη σε απάτητα μονοπάτια και μετά τα κάνει συνήθειες περιπάτων και προβολές αναστοχασμών και φαντασιώσεων.
Ας κάνω λοιπόν ένα σχετικό απάνθισμα, για να κοινοποιηθούν και να μη θεωρούν ότι αυτές οι ιδιομορφίες είναι εσώκλειστες, περιφραγμένες με προσωπικά υλικά δημιουργώντας τους ένα καθεστώς ομηρίας και υπονομεύοντας έτσι τη φλόγα κάθε διαβάσματος, που είναι ιεροτελεστία της Γνώσης και διάχυσής της προς κάθε κατεύθυνση.
Κάνω παρέα με τα βιβλία μου. Ναι, είναι στιγμές που δεν διαβάζω και πάω και κάθομαι στην καρέκλα του γραφείου μου και περιστρέφομαι αργά, ώστε να βλέπω όλες τις βιβλιοθήκες, και μετά επιδίδομαι σε σκέψεις και σε αναπολήσεις κοιτώντας τους τίτλους των βιβλίων από τις ράχες τους, πότε μπορεί να το διάβασα, που συνέβη αυτό, αν είναι εκτός σπιτιού, για ποιο ιδιαίτερο λόγο το είχα επιλέξει κλπ. Κάνω δε και έναν ιδιότυπο διαγωνισμό.
Το βιβλίο, που τελικά συγκεντρώνει περισσότερες αναφορές, το παίρνω στα χέρια μου, ως μορφή επιβράβευσης, και το ξεφυλλίζω. Όμως, επειδή είμαι (ή ήμουν) εκπαιδευτικός, δεν ξεχνώ και την αντίθετη πλευρά – τους μαθητές των πίσω θρανίων πέραν εκείνων των πρώτων και «πρώτων» -, και κάνω τα ίδια και με το βιβλίο που συγκεντρώνει τις λιγότερες πληροφορίες.
Προσπαθώ να βρω συνοδευτικά στοιχεία όσον αφορά το διάβασμα των βιβλίων σε παλιότερους καιρούς. Είναι ένα είδος παιχνιδιού, γιατί παράλληλα με αυτή τη σύζευξη προσπαθώ να βρω στοιχεία του εαυτού μου εκείνων των εποχών. Για παράδειγμα, το βιβλίο του Βερν «Στις όχθες του Δούναβη, το διάβασα ως μαθητής Γυμνασίου σε ένα σκιερό πευκοδάσος στο χωριό Οινόη, που είχαμε τα σταροχώραφα και πηγαίναμε κάθε καλοκαίρι μένοντας σε καλύβι.
Το «Όνομα του Ρόδου» του Έκο το διάβασα όταν κάναμε διακοπές στη Μονεμβασιά πότε διαβάζοντας, πότε χαζεύοντας τον βράχο, πότε ρεμβάζοντας με τους κυματισμούς και πότε προσπαθώντας να προ-οικονομώ την εξέλιξη της αστυνομικής ιστορίας. Την «Πάπισσα Ιωάννα» του Ροΐδη τη διάβασα στη Μινεάπολη, και μάλιστα θυμάμαι ότι την είχα επιλέξει σκόπιμα για να μου μείνει πιο έντονα το διάβασμα, αφού θα συνδεόταν η μια τόση ξεχωριστή υπόθεση με το πρώτο μου ταξίδι στην Αμερική.
Προσπαθώ να συγκρίνω τις εκροές μεταξύ δύο διαβασμάτων μου σε ένα βιβλίο, το πως το προσλαμβάνω στη μία και στην άλλη φορά, όταν για κάποιους λόγους επανέρχομαι σε δεύτερη ανάγνωση. Βέβαια δεν θυμάμαι πολύ καλά τα συνοδευτικά στοιχεία του πρώτου διαβάσματος, αλλά θεωρώντας πως σίγουρα υπάρχουν διαφορετικότητες προσπαθώ να τις ανακαλύψω. Και όταν τούτο συμβαίνει, νιώθω μια ξεχωριστή χαρά και αυτό γιατί βρίσκω το πως σκεπτόμουνα εκείνα τα χρόνια ή, πιο σωστά, σε εκείνη την ηλικία.
Όταν μάλιστα αυτή την κίνηση την κάνω με τα Ομηρικά Έπη, που τα διαβάζω κατά περιόδους και που ενυπάρχει ως πρωτόλειο διάβασμα εκείνο των γυμνασιακών χρόνων, τα πράγματα είναι ακόμα πιο προκλητικά. Μπορεί να θυμηθώ σχόλιο ή συμπεριφορά της τότε καθηγήτριάς μας και άντε μετά να σταματήσεις την περιπλάνηση στις αναμνήσεις, που ποτέ δεν ξέρεις αν είναι πραγματικά γεγονότα του παρελθόντος ή δικές σου επινοήσεις ή, και το πιο πιθανό, ένα μείγμα και των δύο πλευρών, μείγμα παράξενο, αφού είναι παιχνίδι πραγματικότητας και φαντασίας.
Όλες οι σημαντικές και έκτακτες ειδήσεις σήμερα
Voucher 750 ευρώ σε εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα - Ανοίγουν οι αιτήσεις
Νίκος Τσούλιας