Η λέξη «ρίσκο» έχει περάσει στην ελληνική γλώσσα με την έννοια του κινδύνου ή της διακινδύνευσης, σύμφωνα με το λεξικό του Γιώργου Μπαμπινιώτη. Συχνά χρησιμοποιείται για να περιγράψει μια τολμηρή ή παρακινδυνευμένη ενέργεια.
Η προέλευσή της φτάνει στην Ιταλία, από τις λέξεις «risco» ή «rischio», αρχικά συνδεδεμένες με τους κινδύνους που αντιμετώπιζαν οι ναυτικοί στα ταξίδια τους ή οι στρατιώτες στις επιχειρήσεις τους. Οι γλωσσολόγοι εκτιμούν ότι η ιταλική λέξη προέρχεται από το παλαιότερο «risico», η ρίζα του οποίου εντοπίζεται στο λατινικό risicum και τελικά στο ελληνικό «ριζικόν».
Με άλλα λόγια, κάθε φορά που μιλάμε για «ρίσκο», αναφερόμαστε σε μια έννοια με βαθιές ιστορικές και γλωσσικές ρίζες, που συνδέει τον κίνδυνο με την τόλμη και την απόφαση να δράσει κανείς απέναντι σε αβεβαιότητες.
Παραδείγματα:
- Υπήρχε μεγάλο ρίσκο σε αυτό το επιχειρηματικό άνοιγμα.
- Άνθρωπος του ρίσκου.
- Πήρε όλο το ρίσκο πάνω του.
- Ήταν ρίσκο αυτή η επένδυση.
Όλες οι σημαντικές ειδήσεις
Ανατροπές στις αναθέσεις μαθημάτων: Τι αλλάζει για χιλιάδες εκπαιδευτικούς
Οι 20 βασικοί συνεργάτες του Αλέξη Τσίπρα - Τα ονόματα
Προκηρύξεις εκπαιδευτικών 2026: Πώς θα δεις πρώτος τους πίνακες μέσω google
Μαρία Δούση