Η λέξη «ζάφτι» ή ζάπι σημαίνει περιορισμός, έλεγχος, σύμφωνα με το λεξικό του Γιώργου Μπαμπινιώτη. Ετυμολογικά η λέξη προέρχεται από την τουρκική λέξη zapι που σημαίνει κατάκτηση, σύλληψη.
Η φράση «κάνω ζάφτι» σημαίνει επιβάλλομαι σε κάποιον, υποτάσσοντάς τον στη δική μου θέληση και δύναμη, δηλαδή τον κατανικώ, τον χαλιναγωγώ.
Παραδείγματα:
Δεν μπορεί να κάνει ζάφτι τα παιδιά του.
Τον έπιασαν τρεις μαζί και πάλι δεν μπόρεσαν να τον κάνουν ζάφτι.