Η λέξη «δηλονότι» σημαίνει κατά τρόπο σαφή και φανερό, αλλά χρησιμοποιείται και για τη διασάφηση όσων προαναφέρθηκαν.
Παράδειγμα: Επιχειρηματολογούσε ακατάπαυστα ήταν δηλονότι πεπεισμένος ότι μπορούσε να επιβάλει την άποψή του.
Συνώνυμα: σαφώς, φανερά.
Η λέξη προέρχεται από την αρχαία φράση «δήλον (εστίν) ότι» που σημαίνει «είναι φανερό ότι».