Το ανθρώπινο μυαλό δεν λειτουργεί σαν ένα συρτάρι που πρέπει να κλείσει πριν ανοίξει το επόμενο. Ιδίως στην παιδική ηλικία, οι γλώσσες μπορούν να συνυπάρχουν φυσικά, αρκεί να μη μετατρέπονται σε δύο παράλληλα συστήματα αποστήθισης, γραμματικών κανόνων και εξετάσεων.
Το κλειδί είναι η επικοινωνία. Όταν το παιδί ακούει τη γλώσσα, παίζει με αυτήν, τραγουδά, βλέπει ιστορίες, συμμετέχει σε παιχνίδια ρόλων, μιλά χωρίς να φοβάται το λάθος και αντιλαμβάνεται ότι κάθε γλώσσα είναι ένας διαφορετικός τρόπος να επικοινωνεί με ανθρώπους και να ανακαλύπτει τον κόσμο, τότε η μάθηση γίνεται πολύ πιο φυσική.
Αυτό ακριβώς συμβαίνει και με τα δίγλωσσα παιδιά: δεν κάθονται κάποια στιγμή να αποφασίσουν ποια γλώσσα θα «μάθουν πρώτη». Ζουν μέσα στις γλώσσες και σταδιακά μαθαίνουν πότε, πού και με ποιον χρησιμοποιείται η καθεμία.
Φυσικά, η εκμάθηση δύο ξένων γλωσσών δεν σημαίνει ότι πρέπει να φορτώσουμε το παιδί με διπλές ασκήσεις, διπλά διαγωνίσματα και διπλό άγχος. Αντίθετα, όσο μικρότερη είναι η ηλικία τόσο μεγαλύτερη σημασία έχει η επαφή με τη γλώσσα να παραμένει ευχάριστη, βιωματική και παιχνιδιάρικη.
Μια πολύ καλή πρακτική μπορεί να είναι να ξεκινήσει πρώτα μία ξένη γλώσσα και, αφού περάσει ένα διάστημα περίπου δύο ετών και το παιδί έχει αποκτήσει εξοικείωση και αυτοπεποίθηση, να προστεθεί και μια δεύτερη. Τα δύο χρόνια δεν αποτελούν κάποιον επιστημονικό «μαγικό αριθμό», όμως για πολλές οικογένειες είναι μια λογική απόσταση, επειδή επιτρέπει στην πρώτη γλώσσα να αποκτήσει τη δική της θέση στην καθημερινότητα πριν προστεθεί η επόμενη.
Το σημαντικότερο όμως δεν είναι το ημερολόγιο αλλά το ίδιο το παιδί: η διάθεσή του, ο χρόνος του, ο τρόπος διδασκαλίας και το αν οι γλώσσες το ενθουσιάζουν ή αρχίζουν να του μοιάζουν με ακόμη μία υποχρέωση.
Και εδώ βρίσκεται ίσως το μεγαλύτερο λάθος που γίνεται συχνά στην ξενόγλωσση εκπαίδευση. Αν το παιδί βλέπει τα αγγλικά, τα γαλλικά, τα γερμανικά, τα ισπανικά ή οποιαδήποτε άλλη γλώσσα αποκλειστικά ως βιβλίο, ασκήσεις και πιστοποιητικά, τότε μπορεί να μάθει αρκετά ώστε να περάσει μια εξέταση, αλλά να μη νιώσει ποτέ πραγματικά ότι «κατέχει» τη γλώσσα.
Η γλώσσα γεννήθηκε για να επικοινωνούμε. Για να πούμε «θέλω», «σκέφτομαι», «φοβάμαι», «μου αρέσει», «διαφωνώ», «θέλω να σε γνωρίσω». Όταν λοιπόν δύο ξένες γλώσσες διδάσκονται με φυσικό τρόπο, μέσα από ιστορίες, μουσική, θέατρο, παιχνίδι, βίντεο, μικρές καθημερινές συνομιλίες και πραγματικές επικοινωνιακές ανάγκες, όχι μόνο δεν είναι απαραίτητα υπερβολή, αλλά μπορούν να αποτελέσουν ένα εξαιρετικό δώρο για το παιδί.
Και το μεγάλο κέρδος δεν είναι μόνο ότι αργότερα θα μπορεί να γράψει στο βιογραφικό του πως γνωρίζει δύο ή τρεις ξένες γλώσσες. Το πραγματικό κέρδος είναι πολύ μεγαλύτερο. Κάθε νέα γλώσσα ανοίγει έναν καινούργιο κόσμο. Μέσα από μια γλώσσα ανακαλύπτεις άλλες μουσικές, άλλες ταινίες, άλλα βιβλία, άλλους ανθρώπους, διαφορετικό χιούμορ, διαφορετικούς τρόπους σκέψης.
Υπάρχουν πράγματα που αποκτούν άλλο χρώμα όταν τα ακούσεις στη γλώσσα στην οποία γεννήθηκαν. Ένα τραγούδι στα ισπανικά, ένα μυθιστόρημα στα γαλλικά, μια συζήτηση με έναν Ιταλό ή έναν Γερμανό χωρίς τη μεσολάβηση μετάφρασης δημιουργούν μια εντελώς διαφορετική σχέση με τον κόσμο.
Γι’ αυτό και το να γίνει κάποιος polyglot, να γνωρίζει δηλαδή πολλές γλώσσες, δεν είναι απλώς ένα εντυπωσιακό προσόν. Είναι ένας τρόπος να μεγαλώσει ο κόσμος του. Να μπορεί να ταξιδεύει και να μην αισθάνεται ξένος, να γνωρίζει ανθρώπους που διαφορετικά ίσως να μην μπορούσε ποτέ να προσεγγίσει, να διαβάζει, να ακούει και να καταλαβαίνει περισσότερα.
Κάθε γλώσσα είναι σαν ένα καινούργιο παράθυρο. Και όσο περισσότερα παράθυρα ανοίγεις, τόσο μεγαλύτερος γίνεται ο ορίζοντας.
Γι’ αυτό η απάντηση στο ερώτημα «δύο ξένες γλώσσες μαζί;» μπορεί να είναι ένα ξεκάθαρο «ναι», αρκεί να μην ξεχνάμε το σημαντικότερο: οι γλώσσες δεν πρέπει να γίνουν βάρος. Πρέπει να παραμείνουν παιχνίδι, περιέργεια, χαρά και επικοινωνία.
Μία γλώσσα ανοίγει μια πόρτα. Δύο γλώσσες ανοίγουν δύο. Η μία συμπληρώνει την άλλη. Και ένα παιδί που μεγαλώνει αγαπώντας τις γλώσσες μπορεί κάποτε να ανακαλύψει ότι ο κόσμος είναι πολύ μεγαλύτερος απ’ όσο φανταζόταν.