Καπηλεύομαι
Η ελληνική γλώσσα είναι μία αστείρευτη πηγή γνώσης και έμπνευσης

Καπηλεύομαι [kapilévome] Ρ5.1β : εκμεταλλεύομαι μια ιδεολογία, ένα ιδανικό, ένα πρόσωπο ηρωικό, σεβαστό ή με μεγάλο κύρος, για ιδιοτελείς σκοπούς που σχετίζονται κυρίως με τη δημόσια ζωή: Οι δικτατορίες καπηλεύτηκαν έννοιες όπως η οικογένεια, η πατρίδα, η θρησκεία, για να στηρίξουν την εξουσία τους στο λαό. 
[λόγ. < αρχ. καπηλεύω `κάνω μικρεμπόριο, διαφθείρω τα πράγματα΄, μέσο κατά το εμπορεύομαι]

  • η ενέργεια του καπηλεύομαι, η ιδιοτελής χρησιμοποίηση ιδεών, ατόμων για επίτευξη οφέλους ≈ συνώνυμα: καπήλευση
  • αισχροκέρδεια σε εμπορική συναλλαγή

Σύνθετα
από επίθετα σε -ος + -ία

αρχαιοκαπηλία
βιβλιοκαπηλία
θεοκαπηλία
πατριδοκαπηλία
πολεμοκαπηλία
προγονοκαπηλία
τεχνοκαπηλία

 

Όλες οι σημαντικές και έκτακτες ειδήσεις σήμερα

10 Πιστοποιητικά Τεχνητής Νοημοσύνης για Εκπαιδευτικούς: 1000 Υποτροφίες ως 19/1

Συκώτι φούρνου: ζουμερό αποτέλεσμα σε μόλις 10 λεπτά

Google news logo Ακολουθήστε το Alfavita στo Google News Viber logo Ακολουθήστε το Alfavita στo Viber

σχετικά άρθρα

γροιλ
Τραμπ: «οτιδήποτε λιγότερο από τον έλεγχο της Γροιλανδίας από τις ΗΠΑ είναι απαράδεκτο»
Ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών υποστήριξε ότι η απόκτηση ελέγχου της Γροιλανδίας αποτελεί στρατηγική αναγκαιότητα για την αμερικανική ασφάλεια....
Τραμπ: «οτιδήποτε λιγότερο από τον έλεγχο της Γροιλανδίας από τις ΗΠΑ είναι απαράδεκτο»