Καπηλεύομαι
Η ελληνική γλώσσα είναι μία αστείρευτη πηγή γνώσης και έμπνευσης

Καπηλεύομαι [kapilévome] Ρ5.1β : εκμεταλλεύομαι μια ιδεολογία, ένα ιδανικό, ένα πρόσωπο ηρωικό, σεβαστό ή με μεγάλο κύρος, για ιδιοτελείς σκοπούς που σχετίζονται κυρίως με τη δημόσια ζωή: Οι δικτατορίες καπηλεύτηκαν έννοιες όπως η οικογένεια, η πατρίδα, η θρησκεία, για να στηρίξουν την εξουσία τους στο λαό. 
[λόγ. < αρχ. καπηλεύω `κάνω μικρεμπόριο, διαφθείρω τα πράγματα΄, μέσο κατά το εμπορεύομαι]

  • η ενέργεια του καπηλεύομαι, η ιδιοτελής χρησιμοποίηση ιδεών, ατόμων για επίτευξη οφέλους ≈ συνώνυμα: καπήλευση
  • αισχροκέρδεια σε εμπορική συναλλαγή

Σύνθετα
από επίθετα σε -ος + -ία

αρχαιοκαπηλία
βιβλιοκαπηλία
θεοκαπηλία
πατριδοκαπηλία
πολεμοκαπηλία
προγονοκαπηλία
τεχνοκαπηλία

 

Όλες οι σημαντικές ειδήσεις

Προκηρύξεις εκπαιδευτικών 2026: Πώς θα δεις πρώτος τους πίνακες μέσω google

Βγήκαν οι προκηρύξεις εκπαιδευτικών - Όλα τα κριτήρια

Google news logo Ακολουθήστε το Alfavita στo Google News Viber logo Ακολουθήστε το Alfavita στo Viber

σχετικά άρθρα

Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων
Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων: «Σιωπή και θεσμική αδράνεια» της πλειοψηφίας του Συλλόγου ΔΕΠ
Στο στόχαστρο της «Συσπείρωσης» η καθυστέρηση της Γενικής Συνέλευσης και η απουσία θέσης για την απεργία της Πρωτομαγιάς
Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων: «Σιωπή και θεσμική αδράνεια» της πλειοψηφίας του Συλλόγου ΔΕΠ
Έκρηξη σε σπίτι στη Νέα Υόρκη των ΗΠΑ από την οποία τραυματίστηκαν αστυνομικοί
Τρομακτική έκρηξη στη Νέα Υόρκη: Αστυνομικοί τινάζονται στον αέρα από το ωστικό κύμα (βίντεο)
Η στιγμή που η κατοικία ισοπεδώνεται μόλις οι αστυνομικοί ανοίγουν την πόρτα
Τρομακτική έκρηξη στη Νέα Υόρκη: Αστυνομικοί τινάζονται στον αέρα από το ωστικό κύμα (βίντεο)