omoihes-lexis
Η ελληνική γλώσσα είναι μία αστείρευτη πηγή γνώσης και έμπνευσης.

Καπηλεύομαι [kapilévome] Ρ5.1β : εκμεταλλεύομαι μια ιδεολογία, ένα ιδανικό, ένα πρόσωπο ηρωικό, σεβαστό ή με μεγάλο κύρος, για ιδιοτελείς σκοπούς που σχετίζονται κυρίως με τη δημόσια ζωή: Οι δικτατορίες καπηλεύτηκαν έννοιες όπως η οικογένεια, η πατρίδα, η θρησκεία, για να στηρίξουν την εξουσία τους στο λαό. 
[λόγ. < αρχ. καπηλεύω `κάνω μικρεμπόριο, διαφθείρω τα πράγματα΄, μέσο κατά το εμπορεύομαι]

  • η ενέργεια του καπηλεύομαι, η ιδιοτελής χρησιμοποίηση ιδεών, ατόμων για επίτευξη οφέλους ≈ συνώνυμα: καπήλευση
  • αισχροκέρδεια σε εμπορική συναλλαγή

Σύνθετα
από επίθετα σε -ος + -ία

αρχαιοκαπηλία
βιβλιοκαπηλία
θεοκαπηλία
πατριδοκαπηλία
πολεμοκαπηλία
προγονοκαπηλία
τεχνοκαπηλία

 

Όλες οι σημαντικές ειδήσεις

Ανατροπές στις αναθέσεις μαθημάτων: Τι αλλάζει για χιλιάδες εκπαιδευτικούς

Οι 20 βασικοί συνεργάτες του Αλέξη Τσίπρα - Τα ονόματα

Προκηρύξεις εκπαιδευτικών 2026: Πώς θα δεις πρώτος τους πίνακες μέσω google

Google news logo Ακολουθήστε το Alfavita στo Google News Viber logo Ακολουθήστε το Alfavita στo Viber

σχετικά άρθρα

ektakto
Συναγερμός στην Ηλιούπολη: Δύο 17χρονες έπεσαν από ταράτσα εξαόροφης πολυκατοικίας
Ανέβηκαν στην ταράτσα, κλείδωσαν την πόρτα και έπεσαν στο κενό - Δεν έχει διευκρινιστεί αν πρόκειται να αυτοκτονία, ατύχημα ή εγκληματική ενέργεια
Συναγερμός στην Ηλιούπολη: Δύο 17χρονες έπεσαν από ταράτσα εξαόροφης πολυκατοικίας