omoihes-lexis
Η ελληνική γλώσσα είναι μία αστείρευτη πηγή γνώσης και έμπνευσης.

Καπηλεύομαι [kapilévome] Ρ5.1β : εκμεταλλεύομαι μια ιδεολογία, ένα ιδανικό, ένα πρόσωπο ηρωικό, σεβαστό ή με μεγάλο κύρος, για ιδιοτελείς σκοπούς που σχετίζονται κυρίως με τη δημόσια ζωή: Οι δικτατορίες καπηλεύτηκαν έννοιες όπως η οικογένεια, η πατρίδα, η θρησκεία, για να στηρίξουν την εξουσία τους στο λαό. 
[λόγ. < αρχ. καπηλεύω `κάνω μικρεμπόριο, διαφθείρω τα πράγματα΄, μέσο κατά το εμπορεύομαι]

  • η ενέργεια του καπηλεύομαι, η ιδιοτελής χρησιμοποίηση ιδεών, ατόμων για επίτευξη οφέλους ≈ συνώνυμα: καπήλευση
  • αισχροκέρδεια σε εμπορική συναλλαγή

Σύνθετα
από επίθετα σε -ος + -ία

αρχαιοκαπηλία
βιβλιοκαπηλία
θεοκαπηλία
πατριδοκαπηλία
πολεμοκαπηλία
προγονοκαπηλία
τεχνοκαπηλία

 

Όλες οι σημαντικές ειδήσεις

Προκηρύξεις εκπαιδευτικών 2026: Πώς θα δεις πρώτος τους πίνακες μέσω google

Βγήκαν οι προκηρύξεις εκπαιδευτικών - Όλα τα κριτήρια

Google news logo Ακολουθήστε το Alfavita στo Google News Viber logo Ακολουθήστε το Alfavita στo Viber

σχετικά άρθρα

πανεπ κρητης
Τρία ελληνικά νησιά ιδανικά για αποδράσεις τον Μάιο
Ο Μάιος αποτελεί μια εξαιρετική περίοδο για ταξίδια στα ελληνικά νησιά, καθώς συνδυάζει ήπιες θερμοκρασίες, καλοκαιρινή διάθεση και σαφώς λιγότερο...
Τρία ελληνικά νησιά ιδανικά για αποδράσεις τον Μάιο
χαρακας
Το μικρό κενό στον χάρακα που κάνει τη διαφορά στην ακρίβεια
Αν και σήμερα πολλά εργαλεία έχουν αντικατασταθεί από ψηφιακές εφαρμογές, ο χάρακας παραμένει ένα από τα πιο χαρακτηριστικά αντικείμενα που...
Το μικρό κενό στον χάρακα που κάνει τη διαφορά στην ακρίβεια