Συνεχίζουμε τη σειρά που ψάχνει τις αρχαίες λέξεις στον λόγο μας.
Η γραφή μιας γλώσσας είναι πάντα πιο συντηρητική από την προφορά της. Οι ήχοι αλλάζουν γρήγορα, τα γράμματα αργά — και έτσι η ορθογραφία καταλήγει να είναι ένα αρχείο παλαιότερων προφορών, συχνά αιώνων. Στην ελληνική το φαινόμενο είναι έντονο, γιατί η γραπτή παράδοση δεν διακόπηκε ποτέ ώστε να ξαναχτιστεί από την αρχή. Το αποτέλεσμα είναι λέξεις που γράφονται με βάση μια ιστορία που ο ομιλητής δεν ακούει πια — και ορθογραφικές διαφωνίες που στην ουσία είναι διαφωνίες για το ποιο κομμάτι του παρελθόντος αξίζει να διατηρηθεί ορατό.
οὖς: η αρχαία λέξη
Οι αρχαίοι έλεγαν οὖς (γενική ὠτός). Η λέξη είναι πανάρχαια, ινδοευρωπαϊκής καταγωγής, και επιβιώνει πλήρως στη λόγια και ιατρική ορολογία: ωτορινολαρυγγολόγος, ωτίτιδα, ωτοασπίδες, ωτακουστής, παρωτίτιδα.
Στον καθημερινό λόγο όμως εξαφανίστηκε. Κανείς δεν λέει «με πονάει το ους».
ὠτίον: το αυτάκι
Η λέξη που επικράτησε είναι το υποκοριστικό ὠτίον, «αυτάκι». Και από εδώ και πέρα η διαδρομή είναι ίδια με εκείνη του ματιού: το άρθρο και το ουσιαστικό προφέρονταν ενιαία, το άτονο αρχικό φωνήεν αποβλήθηκε, και προέκυψε ο μεσαιωνικός τύπος που έδωσε το σημερινό αυτί.
Το ενδιαφέρον είναι τι έγινε με τη γραφή. Επειδή το αρχικό φωνήεν χάθηκε, δεν υπήρχε ιστορικός λόγος να γραφτεί «αυ-». Το δίψηφο μπήκε αργότερα, κατ' αναλογία και κατά σύμβαση. Γι' αυτό το Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής προτείνει τη γραφή αφτί, που αποδίδει την προφορά χωρίς να υπονοεί ετυμολογία που δεν υπάρχει.
Τι λέμε στ' αλήθεια
Όταν λέμε «αυτί», λέμε «αυτάκι». Και όταν λέμε «αυτάκι», βρισκόμαστε πάλι στο υποκοριστικό ενός υποκοριστικού — όπως στο μάτι, στο ψάρι, στο ψωμί.
Η ελληνική, όταν κατέβασε το σώμα στο επίπεδο της καθομιλουμένης, το έκανε ολόκληρο με χαϊδευτικά.
Πηγές
Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (Ίδρυμα Μ. Τριανταφυλλίδη), λ. αφτί
LSJ, λ. οὖς, ὠτίον