Εκθεση ΑΔΙΠ: Τα ευάλωτα και τα δυνατά σημεία της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης
Οι γυναίκες στην Ελλάδα παραμένουν "ριγμένες" ως φοιτήτριες, ως πτυχιούχοι, ως εργαζόμενες αλλά και ως καθηγήτριες...

Του Νίκου Μάστορα

Το τοπίο της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης στην Ελλάδα, συγκρινόμενο με άλλες  χώρες, εμφανίζει μια εικόνα που απέχει πολύ ακόμα από το να χαρακτηριστεί ενθαρρυντική: παρότι η χώρα μας σημείωσε πανευρωπαϊκό ρεκόρ μείωσης ανεργίας των πτυχιούχων τα τελευταία χρόνια, εντούτοις παραμένει στις τελευταίες θέσεις των χωρών του ΟΟΣΑ στην απασχόληση αποφοίτων, αλλά και στις αποδοχές τους. Επίσης η θέση των γυναικών πτυχιούχων είναι δυσμενής σε σύγκριση με τους άνδρες, ενώ και στο επίπεδο της διδασκαλίας, η χώρα μας αναπαράγει τα έμφυλα στερεότυπα κι έχει αισθητά λιγότερες γυναίκες στα Πανεπιστήμια -το χαμηλότερο ποσοστό συγκριτικά με άλλα κράτη. Οσο για τη χρηματοδότηση της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης, συνεχίζει να καταγράφει τα χαμηλότερα ποσοστά, ενώ στους ουραγούς της Ευρώπης συγκαταλεγόμαστε και ως προς την αναλογία φοιτητών προς διδάσκοντες.

Τα στοιχεία αυτά, μεταξύ πολλών άλλων, προκύπτουν απο την νέα έκθεση της Αρχης Διασφάλισης Ποιότητας στην Ανώτατη Εκπαίδευση (ΑΔΙΠ) για το έτος 2018, η οποία χρησιμοποιεί σε πολλά σημεία στοιχεία του ΟΟΣΑ. Την Πέμπτη 3-10-2019, ο Πρόεδρος της ΑΔΙΠ, Καθηγητής Π. Κυπριανός, συνοδευόμενος από τη Γεν. Δ/ντρια της ΑΔΙΠ, Δρ. Χρ. Μπέστα υπέβαλαν την Έκθεση Ποιότητας της Ανώτατης Εκπαίδευσης 2018 στον Πρόεδρο της Βουλής των Ελλήνων και τον Πρόεδρο της Διαρκούς Επιτροπής Μορφωτικών Υποθέσεων της Βουλής, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 67 του ν. 4009/11. Ακολούθως, η Έκθεση υπεβλήθη στην Υπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων, τον Υφυπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων και τον Γενικό Γραμματέα Ανώτατης Εκπαίδευσης. Το alfavita.gr μελέτησε την Εκθεση και παρουσιάζει σήμερα ορισμένα από τα βασικά της συμπεράσματα.

Μεγάλη μείωση της ανεργίας πτυχιούχων, αλλά παραμένουμε πολύ χαμηλά σε αποδοχές και απασχόληση...

Την τελευταία πενταετία, 2014 – 2018, το ποσοστό ανεργίας των νέων πτυχιούχων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης 25-39 ετών, στις χώρες της ΕΕ πέφτει από 7,4% το 2014, σε 4,8% το 2018 .Η Ελλάδα εμφανίζει τη μεγαλύτερη μείωση από όλες τις χώρες της ΕΕ (-7,9%) και απο το 27,8% η ανεργία των πτυχιούχων το 2014, πέφτει στο 19,9% το 2018. Ακολουθούν η Ισπανία - 6,3%, η Πορτογαλία -6,1%, η Κύπρος -4,7%, η Κροατία -4,4%, η Σλοβενία -3,9%, η Ρουμανία-3,9%, η Σλοβακία-3,6%, η Βουλγαρία -3,6% και η Ιταλία -3,4%. Μικρή αύξηση της ανεργίας παρατηρείται το διάστημα αυτό στο Λουξεμβούργο +1,3%, την Τουρκία +1,9% και το Μαυροβούνιο +2,7%. Αλλά ακόμα και με αυτή τη μεγάλη μείωση της ανεργίας, η Ελλάδα εξακολουθεί να  βρίσκεται επίσης στις τελευταίες θέσεις των χωρών του ΟΟΣΑ τόσο στην απασχόληση των πτυχιούχων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ηλικίας 25-64 (72%) όσο και των νέων αποφοίτων ηλικίας 25-34 (68%) απέχοντας 16 ποσοστιαίες μονάδες από τον μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ. Η κατοχή μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών αυξάνει τις πιθανότητες απασχόλησης κατά 12%, σε σύγκριση με τους αποφοίτους προπτυχιακών προγραμμάτων σπουδών, ενώ η κατοχή διδακτορικού τίτλου κατά14%. Όσον αφορά στις αποδοχές των πτυχιούχων, η Ελλάδα βρίσκεται σε σχετικά χαμηλή θέση μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ απέχοντας 14 ποσοστιαίες μονάδες από τον μέσο όρο. Η ανεργία των πτυχιούχων στην Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται στο υψηλότερο επίπεδο των χωρών της ΕΕ28 παρόλο που παρουσιάζει τη μεγαλύτερη μείωση μεταξύ των ετών 2014-2018.

Ειδικότερα, η ανεργία των γυναικών κατόχων πτυχίου τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην Ελλάδα κυμαίνεται σε πολύ υψηλότερα ποσοστά έναντι αυτών των ανδρών, φθάνοντας σε ορισμένες ηλικιακές ομάδες σχεδόν το διπλάσιο ποσοστό.Η απασχόληση των πτυχιούχων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης παρουσιάζει, κατά περίπτωση,
αυξομειώσεις. Στις χώρες μέλη του ΟΟΣΑ, το 2017, η μέση απασχόληση των νέων πτυχιούχων ανερχόταν σε 84%, μια ποσοστιαία μονάδα περισσότερο από την προηγούμενη χρονιά (2016). Τα υψηλότερα ποσοστά απασχόλησης στους πτυχιούχους τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ηλικίας 25-34 (επίπεδα 5-8) εμφανίζουν η Ισλανδία 93%, η Ολλανδία 91%, η Ελβετία 89%, το Ηνωμένο Βασίλειο 89%, η Πολωνία και η Νορβηγία 88% και το Λουξεμβούργο 87%. Τη χαμηλότερη επίδοση μεταξύ των χωρών μελών του ΟΟΣΑ εμφανίζει η Ιταλία με ποσοστό απασχόλησης μόλις 66%. Έπεται η Ελλάδα, με ποσοστό απασχόλησης 68%, κάτω από την Τουρκία (75%), την Κορέα (75%), την Ισπανία (77%) και τη Σλοβακία (77%).Σύμφωνα με στοιχεία του ΟΟΣΑ τη δεκαετία 2007-2017, η απασχόληση των πτυχιούχων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ηλικίας 25-34 ετών παρέμεινε σταθερά υψηλή. Δεδομένης της οικονομικής κρίσης, η Ελλάδα είναι η χώρα με τη μεγαλύτερη απώλεια στην απασχόληση των
νέων αποφοίτων από 80% το 2007 σε 68% το 2017
. Εκτός από την Ελλάδα, σημαντική μείωση στην απασχόληση των νέων πτυχιούχων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης εμφανίζουν η Ισπανία (-8%) από 85% σε 77%, η Σλοβενία (-6%) από 90% σε 84%, η Σλοβακία (-6%) από 83% σε 77%, η Ιταλία (-5%) από 71% σε 66% και η Τουρκία (-4%) από 79% σε 75%. Αύξηση παρουσιάζει η Ιαπωνία (+6%) από 80% το 2007 σε 86% το 2017, το Ισραήλ (+3%) από 84% σε 87% και οριακά κατά +1% η Πορτογαλία, η Ισλανδία, η Λετονία, ο Καναδάς και η Κορέα.

Η Ελλάδα εμφανίζει τα χαμηλότερα ποσοστά απασχόλησης στους πτυχιούχους ανώτατης εκπαίδευσης, τόσο συνολικά όσο και ανά επίπεδο εκπαίδευσης (πτυχίο 71%, μεταπτυχιακό 83%, διδακτορικό 85%). Σε σύγκριση με τους κατόχους πρώτου πτυχίου ανώτατης εκπαίδευσης, οι κάτοχοι μεταπτυχιακού ή διδακτορικού τίτλου σπουδών στην Ελλάδα έχουν κατά 17% ή 20% αντίστοιχα περισσότερες πιθανότητες απασχόλησης. Ανάλογη είναι η κατάσταση στην Ιταλία και τη Σλοβακία,
με τη διαφορά υπέρ των κατόχων μεταπτυχιακού τίτλου να ανέρχεται σε 10% και στις δύο χώρες, ενώ για τους κατόχους διδακτορικού τίτλου σπουδών στο 13% για τη Σλοβακία και στο 20% για την Ιταλία. Συγκριτικά με τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Ελλάδα είχε, το 2018, μακράν το υψηλότερο ποσοστό ανεργίας (19,9%) στους πτυχιούχους ΑΕΙ ηλικίας 25-39, πολύ πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (ΕΕ 28), ο οποίος υπολογιζόταν στο 4,8%. Η υψηλή ανεργία συνδέεται άμεσα με το φαινόμενο της διαρροής επιστημονικού δυναμικού στο εξωτερικό (brain drain), το οποίο οφείλεται, εν μέρει, στη διαχρονικά περιορισμένη ζήτηση για υψηλής εκπαίδευσης προσωπικό στην Ελλάδα. Μετά την Ελλάδα, τα υψηλότερα ποσοστά ανεργίας εμφάνισε η Ισπανία (10,5%) και ακολουθούν η Ιταλία
(9,9%) η Κροατία (8,7%) και η Κύπρος (8,6%). Από τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες υψηλή ανεργία παρατηρείται στη Βόρεια Μακεδονία 22%, το Μαυροβούνιο 16,4% και την Τουρκία 11,7%. Τα χαμηλότερα ποσοστά ανεργίας στους πτυχιούχους ΑΕΙ 25-39 εμφανίζουν: η Τσεχία μόλις 1,4%, η Ουγγαρία 1,6%, η Μάλτα 1,7%, το Ηνωμένο Βασίλειο 2,1%, η Ολλανδία 2,1%, και η Ρουμανία 2,3%. Πάντως, επισημαίνει η ΑΔΙΠ, το 2018 οι απόφοιτοι τριτοβάθμιας εκπαίδευσης αναλογούσαν στο 39% του συνόλου των ανέργων της χώρας, ποσοστό ελαφρώς αυξημένο σε σχέση με το 38%, το οποίο καταγράφηκε την προηγούμενη χρονιά  Την περίοδο 2014-2018, το ποσοστό των ανέργων πτυχιούχων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης επί του συνόλου των εγγεγραμμένων ανέργων της χώρας παρουσίασε αύξηση κατά 4%, από 35% το 2014 σε 39% το 2018.  

Δυσμενής η θέση των πτυχιούχων γυναικών...

Σε απόλυτους αριθμούς, στην Ελλάδα την περίοδο 2014-2018, οι άνεργοι πτυχιούχοι τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και για τα δυο φύλα μειώθηκαν συνολικά κατά 88.400 άτομα (από 445.400 το 2014, σε 357.000 το 2018). Με δεδομένο ότι οι γυναίκες πτυχιούχοι τριτοβάθμιας εκπαίδευσης υπερτερούν αριθμητικά των ανδρών, το ποσοστό των ανέργων γυναικών πτυχιούχων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, το 2018, έφτασε το 64,82% (231.400 γυναίκες επί του συνόλου 357.000 των ανέργων τριτοβάθμιας
εκπαίδευσης), δηλαδή ποσοστό σχεδόν διπλάσιο από το αντίστοιχο των ανδρών (35,18%) Την τελευταία πενταετία, τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ επιβεβαιώνουν, διαχρονικά, τη δυσμενή θέση της γυναίκας στην αγορά εργασίας. Μεταξύ των ετών 2014-2018 ο αριθμός των ανέργων γυναικών πτυχιούχων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης μειώθηκε κατά 29.600 άτομα, σε ποσοστό 11,34% (από 261.000 το 2014, σε 231.400 το 2018), ενώ αντίστοιχα των ανδρών κατά 58.800 άτομα, σε ποσοστό
31,89% (από 184.400 το 2014, σε 125.600 το 2018).  Όσον αφορά στις αποδοχές των πτυχιούχων, η Ελλάδα βρίσκεται σε σχετικά χαμηλή θέση μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ απέχοντας 14 ποσοστιαίες μονάδες από τον μέσο όρο. Η ανεργία των πτυχιούχων στην Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται στο υψηλότερο επίπεδο των χωρών της ΕΕ28, παρόλο που παρουσιάζει τη μεγαλύτερη μείωση μεταξύ των ετών 2014-2018. Η ανεργία πτυχιούχων γυναικών στην Ελλάδα τείνει σε διπλάσιο ποσοστό απ’ αυτό των ανδρών.

Εχουμε πολλούς φοιτητές

Η χώρα μας διαθέτει ένα από τα υψηλότερα ποσοστά φοιτητικού πληθυσμού σε σχέση με τον πληθυσμό της. Βεβαίως θα πρέπει να σημειωθεί ότι επειδή η μέτρηση γίνεται επί των εγγεγραμμένων φοιτητών, στα στοιχεία της Ελλάδας περιλαμβάνεται ένα μεγάλο ποσοστό από μη ενεργούς φοιτητές. Κατά συνέπεια δημιουργούνται προβλήματα συγκρισιμότητας στους διεθνείς δείκτες που βασίζονται στον φοιτητικό πληθυσμό, όπως είναι η αναλογία φοιτητών ανά διδάσκοντα, το ποσοστό ετήσιας αποφοίτησης κ.λπ. Αξιοσημείωτο, επίσης, είναι το γεγονός ότι στην Ελλάδα παραμένει υψηλότερο το ποσοστό των ανδρών έναντι των γυναικών στον πρώτο κύκλο σπουδών σε
αντίθεση με τις περισσότερες χώρες.
Αντιθέτως, στις μεταπτυχιακές σπουδές οι γυναίκες υπερτερούν έναντι των ανδρών, ενώ στις διδακτορικές σπουδές υπερτερούν οι άνδρες έναντι των γυναικών.

Στο σύνολο των χωρών του ΟΟΣΑ το ποσοστό των ατόμων ηλικίας 25-34 που διαθέτουν πτυχίο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (επίπεδο 5-8) ανέρχεται στο 44%, ενώ στις 22 ευρωπαϊκές χώρες μέλη του Οργανισμού το αντίστοιχο ποσοστό υπολογίζεται στο 42%.Στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος βρίσκονται οι νέοι πτυχιούχοι, ηλικίας 25-34, οι οποίοι αποτελούν τον πυρήνα του εργατικού δυναμικού μιας χώρας για τις επόμενες δεκαετίες. Η Ελλάδα, στις ηλικίες 25-34, βρίσκεται κοντά στον μέσο όρο του ΟΟΣΑ με ποσοστό 42%. Στις χώρες με τα υψηλότερα ποσοστά κατόχων πτυχίου τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στις ηλικίες 25-34, περιλαμβάνονται η Κορέα 70%, ο Καναδάς 61%, η
Ιαπωνία 60%, η Ρωσία 58%, η Λιθουανία 56%, η Ιρλανδία 53%, το Ηνωμένο Βασίλειο 52% και η Αυστραλία 52%. Στις τελευταίες θέσεις της κατάταξης με τα χαμηλότερα ποσοστά πτυχιούχων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, βρίσκονται το Μεξικό 23%, η Ιταλία 27%, η Ουγγαρία 30%, η Γερμανία 31% και η Τουρκία 32%.

Τι είδους σπουδές επιλέγουν οι νέοι σε Ευρώπη και Ελλάδα

Το 2017, πάνω από το ένα πέμπτο του συνόλου των εγγεγραμμένων φοιτητών τριτοβάθμιας εκπαίδευσης της ΕΕ28 επέλεξε τις επιστήμες διοίκησης επιχειρήσεων και νομικών σπουδών (22,18%). Η δεύτερη συνηθέστερη επιλογή για τους φοιτητές ήταν οι επιστήμες μηχανικής, των κατασκευών και της δόμησης (15,33%). Ακολουθούν: οι επιστήμες υγείας και κοινωνικής πρόνοιας (13,63%), οι τέχνες και οι ανθρωπιστικές επιστήμες (12,12%), οι κοινωνικές επιστήμες, ηδημοσιογραφία και η πληροφόρηση (9,71%), οι φυσικές επιστήμες, τα μαθηματικά και η στατιστική (8,15%), η εκπαίδευση (7,41%), οι επιστήμες πληροφορικής και επικοινωνιακών συστημάτων (4,49%), οι υπηρεσίες (3,38%) και,τέλος, η γεωπονική επιστήμη, η δασοπονία, η ιχθυοκαλλιέργεια και η κτηνιατρική (1,86%).

Στην Ελλάδα  οι περισσότεροι φοιτητές επιλέγουν τις επιστήμες της μηχανικής, των κατασκευών και της δόμησης (21,84%) ενώ στη δεύτερη θέση, σε αντίθεση με τον μέσο όρο των χωρών της ΕΕ, έρχονται οι επιστήμες της διοίκησης επιχειρήσεων και των νομικών σπουδών (20,44%). Οι τέχνες και οι ανθρωπιστικές επιστήμες (13,08%) αποτελούν την τρίτη επιλογή των Ελλήνων φοιτητών (τέταρτη επιλογή στην Ευρώπη) και ακολουθούν: οι κοινωνικές επιστήμες, η δημοσιογραφία και η πληροφόρηση (12,67%), οι φυσικές επιστήμες, τα μαθηματικά και η στατιστική (9,69%), οι επιστήμες υγείας και κοινωνικής πρόνοιας (7,84%), η εκπαίδευση (4,54%), οι γεωπονικές επιστήμες, η ιχθυοκαλλιέργεια και η κτηνιατρική (3,83%), οι επιστήμες πληροφορικής και επικοινωνιακών συστημάτων (3,29%) και οι υπηρεσίες (2,78%). Η μεγαλύτερη απόκλιση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο στις προτιμήσεις των Ελλήνων αποφοίτων εντοπίζεται στις επιστήμες υγείας και κοινωνικής πρόνοιας, οι οποίες βρίσκονται στην 6η θέση στη σειρά προτίμησης των Ελλήνων σε αντίθεση με την 3η θέση στον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Αναφορικά με το φύλο, στο σύνολο των εγγεγραμμένων φοιτητών τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην Ελλάδα (735.027), οι γυναίκες υπερτερούν αριθμητικά των ανδρών σε πέντε από τις δέκα κατηγορίες
με βάση το αντικείμενο σπουδών ως εξής: στις επιστήμες της διοίκησης επιχειρήσεων και των νομικών σπουδών (10,31% γυναίκες, 10,13% άνδρες), στις τέχνες και τις ανθρωπιστικές επιστήμες (8,75% γυναίκες, 4,33% άνδρες), στις κοινωνικές επιστήμες, τη δημοσιογραφία και την πληροφόρηση (7,14% γυναίκες, 5,53% άνδρες), στις επιστήμες υγείας και κοινωνικής πρόνοιας (5,08% γυναίκες, 2,76% άνδρες) και στην εκπαίδευση (3,53% γυναίκες, 1,01% άνδρες).
Οι άνδρες
υπερτερούν αριθμητικά των γυναικών στις επιστήμες της μηχανικής, των κατασκευών και της δόμησης (16,05% άνδρες, 5,79% γυναίκες), στις φυσικές επιστήμες, τα μαθηματικά και τη στατιστική (5,57% άνδρες, 4,12% γυναίκες), στη γεωπονική επιστήμη, τη δασοπονία, την ιχθυοκαλλιέργεια και την κτηνιατρική (2,22% άνδρες, 1,60% γυναίκες), στις επιστήμες της πληροφορικής και των επικοινωνιακών συστημάτων (2,19% άνδρες, 1,10% γυναίκες) και στις υπηρεσίες (1,64% άνδρες, 1,14% γυναίκες).

Η διάσταση του φύλου και στους διδάσκοντες

Αναφορικά με το φύλο, στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το 2017, οι άνδρες διδάσκοντες υπερτερούν αριθμητικά των γυναικών κατά 211.566.39 Η Ελλάδα εμφανίζει το υψηλότερο ποσοστό ανδρών διδασκόντων (65,71%) αρκετά πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ο οποίος υπολογίζεται σε 57,22%. Στις υπόλοιπες χώρες, τα ποσοστά των ανδρών ξεπερνούσαν το 60%, στην Ελβετία (64,49%), τη Μάλτα (64,21%), την Ιταλία (62,91%), το Λουξεμβούργο (62,68%) και τη Γερμανία (60,70%). Στο σύνολο των ευρωπαϊκών χωρών, οι γυναίκες υπερτερούσαν αριθμητικά των ανδρών σε 4 μόνο χώρες, στη Λιθουανία (56,67%), τη Λετονία (56,35%), τη Φινλανδία (51,88%), και τη Ρουμανία (50,85%)

Στον πάτο και στην αναλογία φοιτητών προς διδάσκοντες

Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, το 2017, η μέση αναλογία φοιτητών/διδασκόντων στην ΕΕ εκτιμάται σε 15,4 φοιτητές ανά διδάσκοντα. Την καλύτερη αναλογία εμφανίζει το Λουξεμβούργο (7,2/1). Ακολουθούν η Νορβηγία (9,5/1), η Μάλτα (9,7 /1), η Σουηδία (10,3/1), η Σλοβακία (11,9/1), η Βουλγαρία (12/1) και η Γερμανία (12,1/1). Στον αντίποδα, η Ελλάδα εμφανίζεται ως η χώρα με την υψηλότερη αναλογία, 38,7 φοιτητές ανά διδάσκοντα, πολύ μακριά από το μέσο όρο, αλλά και από κάθε άλλη χώρα. Τις υψηλότερες αναλογίες μετά την Ελλάδα, εμφανίζουν η Τουρκία (25,6/1), η Σερβία (24,2/1), το Βέλγιο (21,2/1), η Κύπρος (20,9/1) και η Ιταλία (20/1). Η Ελλάδα παραμένει η χώρα με τη μεγαλύτερη αναλογία φοιτητών ανά διδάσκοντα απέχοντας από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο κατά 23 μονάδες. Επισημαίνεται ότι το πλήθος των διδασκόντων σε
σύγκριση με άλλες πληθυσμιακά παρόμοιες χώρες της Ευρώπης βρίσκεται στο ίδιο σχεδόν επίπεδο. Ωστόσο η αναλογία αποβαίνει δυσμενής λόγω του υπεράριθμου σχετικά φοιτητικού πληθυσμού, ο οποίος περιλαμβάνει τους μη ενεργούς φοιτητές. Επιπλέον, η Ελλάδα παρουσιάζει και τη δυσμενέστερη αναλογία διδακτικού  προσωπικού ανδρών/γυναικών στο σύνολο των ευρωπαϊκών χωρών. 
 

Χαμηλή η χρηματοδότηση

Η δημόσια χρηματοδότηση της Ανώτατης Εκπαίδευσης στην Ελλάδα συνεχίζει να καταγράφει τα χαμηλότερα ποσοστά στην ΕΕ, σύμφωνα με στοιχεία της EUA, με ταυτόχρονη αύξηση του φοιτητικού πληθυσμού. Η ανάκαμψη, μετά από τη γενικότερη τάση μείωσης της χρηματοδότησης που σημειώνεται συστηματικά από το 2010, αρχίζει να εμφανίζεται από το 2017 σε αρκετά συστήματα Ανώτατης Εκπαίδευσης της Ευρώπης. Αναμένεται η τάση αυτή να καταγραφεί και για την Ελλάδα για
την επόμενη περίοδο.Η χρηματοπιστωτική και οικονομική κρίση έπληξε ποικιλοτρόπως την εκπαίδευση στην Ευρώπη. Ορισμένα κράτη μέλη της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας, προέβησαν σε δραστικές περικοπές των σχετικών δαπανών τους, ενώ άλλα επένδυσαν μεγαλύτερα ποσά. Σύμφωνα
με στοιχεία της Eurostat, το 2017 στην ΕΕ των 28, ο μέσος όρος δαπανών των Γενικών Κυβερνήσεων για την εκπαίδευση, ως ποσοστό του ΑΕΠ, ανέρχεται σε 4,6%. Οκτώ χώρες, ανάμεσά τους και η Ελλάδα, παρουσιάζουν ποσοστό δαπανών μικρότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο των 28 (Ελλάδα, Γερμανία, Ισπανία, Ιταλία, Σλοβακία, Ρουμανία, Βουλγαρία, Ιρλανδία). Τα χαμηλότερα ποσοστά καταγράφονται στη Ρουμανία (2,8%), την Ιρλανδία (3,3%) και τη Βουλγαρία (3,6%), ενώ τα
υψηλότερα στη Σουηδία (6,8%) τη Δανία (6,5%) και το Βέλγιο (6,3%). Η Ελλάδα, με ποσοστό δαπανών 3,9%, βρίσκεται στην 23η θέση μεταξύ των 28 χωρών της ΕΕ. Διαχρονικά, την πενταετία 2013-2017, οι δαπάνες της ελληνικής κυβέρνησης για την εκπαίδευση ως ποσοστό του ΑΕΠ εμφανίζουν συνολικά φθίνουσα τάση. Δεδομένης της μείωσης του ελληνικού ΑΕΠ τα χρόνια της οικονομικής κρίσης, οι συνολικές δαπάνες της Ελλάδας για την εκπαίδευση ως ποσοστό
του ΑΕΠ εμφανίζουν περαιτέρω μείωση κατά 0,6%, από 4,5% το 2013 σε 3,9% το 2017.

Ολη η έκθεση της ΑΔΙΠ εδώ
 

σχετικά άρθρα

Γ ΕΛΜΕ Θεσσαλονίκης: Να παύσει η δίωξη του Δικτύου Ελεύθερων Φαντάρων «Σπάρτακος»
Γ ΕΛΜΕ Θεσσαλονίκης: Να παύσει η δίωξη του Δικτύου Ελεύθερων Φαντάρων «Σπάρτακος»
Θέλουν διακαώς να φιμώσουν τη δράσης της Επιτροπής Αλληλεγγύης Στρατευμένων, μέσα από την πρακτική της ατομικής τρομοκράτησης όσων μελών της μπορούν.
Γ ΕΛΜΕ Θεσσαλονίκης: Να παύσει η δίωξη του Δικτύου Ελεύθερων Φαντάρων «Σπάρτακος»
Οι υπηρεσίες των δήμων αποκτούν πρόσβαση στο μητρώο της ΑΑΔΕ
Οι υπηρεσίες των δήμων αποκτούν πρόσβαση στο μητρώο της ΑΑΔΕ
 Μητρώο ΑΑΔΕ και μητρώο των δήμων διασυνδέονται, μέσω της πλατφόρμας της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων του υπουργείου Ψηφιακής...
Οι υπηρεσίες των δήμων αποκτούν πρόσβαση στο μητρώο της ΑΑΔΕ
Ξεκινάει το πρώτο αγγλόφωνο πρόγραμμα σπουδών για αλλοδαπούς φοιτητές στο ΕΚΠΑ
Ξεκινάει το πρώτο αγγλόφωνο πρόγραμμα σπουδών για αλλοδαπούς φοιτητές στο ΕΚΠΑ
Θα δέχεται αποκλειστικά υπήκοους κρατών εκτός ΕΕ οι οποίοι θα καταβάλουν δίδακτρα ύψους 6.000 ευρώ το έτος
Ξεκινάει το πρώτο αγγλόφωνο πρόγραμμα σπουδών για αλλοδαπούς φοιτητές στο ΕΚΠΑ